Άρθρα

«Οι Πελοποννήσιοι εις την Μαγνησίαν και δη οι Μεγαλοπολιται»

του πατρός Ιωάννου Συρεγγέλα, πρωτοπρεσβυτέρου Ι. Ν. Αναλήψεως Βόλου

Γράφει η Στέλλα Π. Βουτσά*

Ο πατήρ Ιωάννης στο νέο του πόνημα εντρυφεί στην παρουσία των Πελοποννησίων στη Μαγνησία (Πελοποννήσιος ων ο ίδιος και, μάλιστα, Μεγαλοπολίτης). Αφορμή γι’ αυτή του την ενασχόληση, στάθηκε – όπως σημειώνει ο ίδιος στον Πρόλογο – ένα δημοσίευμα του 1890 στο περιοδικό «Προμηθεύς». Εκεί έγραφε ο προσφιλής του μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (ο πατήρ Ιωάννης έχει αφιερώσει στο παρελθόν ξεχωριστό σύγγραμμα σε αυτήν την αξιόλογη, πολυσχιδή, αλλά τόσο ξεχασμένη, ταυτόχρονα, μορφή των θεσσαλικών γραμμάτων):
«Η περί τα πάτρια ενασχόλησις και μελέτη δέον να θεωρείται ως η πρωτίστη και κυριωτάτη φροντίς και μέριμνα παντός ευ φρονούντος πατριώτου, παντός πεπαιδευμένου, παντός καλώς ανατεθραμμένου πολίτου, παντός φιλοτίμου» (Ζ. Εσφιγμενίτης). Με άλλα λόγια, είναι απαραίτητη η γνώση του παρελθόντος με διασταυρωμένες πηγές κι εξακριβωμένα στοιχεία, ώστε να ερμηνεύσουμε το παρόν και να βαδίσουμε με σταθερή πυξίδα στο μέλλον. Ο πατήρ Ιωάννης το συμπυκνώνει πολύ εύστοχα – με την ακριβολογία που τον διακρίνει – κλείνοντας τον Πρόλογό του: «Είναι λίαν σημαντική η γνώσις του παρελθόντος δια μέσου των γραπτών πηγών, διότι όχι μόνον ερμηνεύει καταστάσεις και συμπεριφοράς αλλά εμπνέει και οδηγεί.»

Στην Εισαγωγή του έργου του ο πατήρ Συρεγγέλας παραθέτει κάποιες πληροφορίες γεωγραφικές από το μνημειώδες βιβλίο «Γεωγραφία της Ελλάδος» των Σταθοπούλου -Λάβδα. Η γεωγραφική και ιστορική περιήγηση ξεκινά από τον Παυσανία και το όγδοο βιβλίο του που φέρει ως τίτλο «Αρκαδικά». Ο πατήρ Ιωάννης περιγράφει τους νομούς με τους οποίους συνορεύει η «ευδαίμων Αρκαδία» και σε ποιες επαρχίες διαιρείται. (Ας θυμηθούμε εδώ ότι η «ευδαίμων Αρκαδία», η Arfcadia Felice, πέρασε ως ένα leit motiv, ως ένας μύθος στη δυτική λογοτεχνική παράδοση, περιγράφοντας ένα μέρος ιδανικό, έναν χαμένο παράδεισο, όπου ο άνθρωπος ζούσε σε απόλυτη αρμονία με τη φύση και τη Δημιουργία).
Δεν παραλείπει, επίσης, o πατήρ Ιωάννης την αναφορά στον κεφαλαιώδη ρόδο που διαδραμάτισε η περιοχή της Αρκαδίας στον εθνικό αγώνα της Παλιγγενεσίας. Η άλωση της Τριπολιτσάς, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821, αποτέλεσε καθοριστικό σταθμό στην πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, δεδομένου ότι η Τριπολιτσά ήταν εκείνη την εποχή η έδρα του βιλαετιού του Μοριά κι αντιπροσώπευε το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου για τους Τούρκους. Μετά την κατάληψη της Τρίπολης, η Επανάσταση σταθεροποιήθηκε κι επικράτησε σε όλη την Πελοπόννησο.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αφιερώνεται στη μετοικεσία των Πελοποννησίων και, συγκεκριμένα, των Αρκάδων στη Θεσσαλία. Ο συμπατριώτες του πατρός Ιωάννη φαίνεται να ακολούθησαν τη γνωστή λαϊκή ρήση «Φύγε από τον τόπον σου, δια να εύρης το ριζικόν σου». Άλλωστε, τα ταξίδια και η αποίκηση άλλων τόπων είναι κάτι που γνωρίζουμε από την αρχαιότητα. Από τις μυθικές απαρχές με την «Οδύσσεια», αυτό το πανέμορφο ναυτικό παραμύθι, από τον Α’ Ελληνικό Αποικισμό στα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Β’ Ελληνικό Αποικισμό στα παράλια πια όλης της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου μέχρι τον 20ό αιώνα και τις μαζικές μεταναστεύσεις ελληνικών πληθυσμών σε όλες τις ηπείρους, οι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ να νιώθουν απόγονοι του Οδυσσέα, να ταξιδεύουν, να εξερευνούν, να αναζητούν μια καλύτερη τύχη «στα ξένα» και, βέβαια, να προκόβουν και να μεγαλουργούν.
Σύμφωνα με τον πατέρα Ιωάννη, η Θεσσαλία υπήρξε πόλος έλξης των Πελοποννησίων αμέσως μετά την προσάρτησή της στον εθνικό κορμό (1881), όχι μόνο λόγω της ευφορίας του εδάφους της, αλλά κυρίως γιατί είχαν ήδη αναπτυχθεί σε αυτήν ακμαία αστικά κέντρα, όπως η Λάρισα, ο Βόλος, ο Αλμυρός, τα Φάρσαλα, η Καρδίτσα. Κάποια στιγμή έχουμε μαρτυρίες ότι αυτοί οι ξεριζωμένοι Αρκάδες αποφασίζουν να ιδρύσουν σύλλογο το 1901. Γιατί άραγε; Μα για την αλληλοϋποστήριξη των μελών του, είναι γραμμένο στο καταστατικό. Ο πατήρ Ιωάννης με τη γνωστή του οξυδέρκεια κι ερευνητική διάθεση αποκρυπτογραφεί τι μπορεί να σημαίνει αυτή η φράση: «αλληλοϋποστήριξις των μελλών». Μήπως υποκρύπτει – αναρωτιέται – την εσωτερική αγωνία, τον πόνο και την εν γένει ψυχική κατάσταση αυτών των ανθρώπων; Μήπως οι ξενιτεμένοι αυτοί Αρκάδες αντιμετωπίζονταν από τους ντόπιους ως παρείσακτοι, ως ξένα σώματα, ως αυτό που λέμε «παιδιά ενός κατώτερου Θεού»; Μήπως τους ανατίθεντο οι πιο ταπεινωτικές εργασίες; Πράγματι, στο Επίμετρο μπορεί κανείς να δει φωτογραφία από μικρούς λούστρους Μεγαλοπολίτες στην πρωτεύουσα, την πιο ταλαιπωρημένη και πολυπληθή «φυλή» χαμινιών της Αθήνας, όπως τους χαρακτηρίζει ο πατήρ Συρεγγέλας.

Οι Μωραΐτες, βέβαια, δεν αποκαρδιώθηκαν. Όχι μόνο επιβίωσαν πουλώντας εφημερίδες για βιοπορισμό ή διατηρώντας στιλβωτήρια, αλλά πολλοί από αυτούς προόδευσαν και ξεχώρισαν κοινωνικά. Ο πατήρ Ιωάννης παραθέτει μια σειρά από ονόματα συμπατριωτών του με τις οικογένειές τους οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στον Βόλο από το 1922 και μετά. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το έτος 1922 ο Γεώργιος Δημητρακόπουλος εκδίδει την εφημερίδα «Ελευθερία» στη Λάρισα, μια ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα μέχρι σήμερα, «κόσμημα ημερησίου Τύπου επαρχίας», όπως την αποκαλεί ο πατήρ Συρεγγέλας. Επίσης, ως Πρόεδρος του Συλλόγου Πελοποννησίων διακρίθηκε ο λίαν δραστήριος, Μεσσήνιος στην καταγωγή, Παναγιώτης Κωνσταντινέας, από τον οποίο παρέλαβε την προεδρία ο κ. Ιωάννης Σαρακατσάνος, νυν Πρόεδρος του Συλλόγου Πελοποννησίων Μαγνησίας.
Ο συγγραφέας μας δεν παραλείπει ν’ αναφέρει και κάποια σημεία συνάντησης των Μωραϊτών στην πόλη του Βόλου, όπως καφενεία και φαγοποτεία, ενώ παραθέτει και προσφιλείς συνήθειες των συμπατριωτών του: «Η ψυχαγωγία των Μωραϊτών ήτο εις τα ονομαστήρια ή τας εορτάς Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστον. Αντήλλασσον επισκέψεις, κοινά γεύματα ή δείπνα με ρετσίνα, χοιρινό, χυλοπίτες, τραχανά, βολβούς και πίττας. Χαρακτηριστική η έκφρασις: «Γνωρίζεις τι εστίν αυτό;». Εχρησιμοποιείτο η έκφρασις από των πάππων. Με άλλα λόγια, ο πατήρ Ιωάννης λειτουργεί ως ένα συλλογικό υποσυνείδητο, ως ένας εκφραστής μιας συλλογικής μνήμης των Μεγαλοπολιτών στη Μαγνησία.

Ένα έτος-ορόσημο αποτέλεσε το 1957, όταν μετατέθηκε ο Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας, ο μακαριστός Δαμασκηνός Χατζόπουλος και ήλθε στον Βόλο ως Μητροπολίτης Δημητριάδος. Τον ιερωμένο αυτό ακολούθησε πλήθος κληρικών και λαϊκών, ο οποίοι υπηρέτησαν ως κληρικοί στην επαρχία Δημητριάδος. Απ’ όλα τα ονόματα που είδα, προσωπικά αναγνώρισα αυτό του πατρός Ιωάννη Σταθοπούλου, του ιερέα της ενορίας μας, της Αναλήψεως. Τους θυμάμαι από μαθήτρια, τον πατέρα Συρεγγέλα και τον πατέρα Σταθόπουλο, να λειτουργούν στον ιερό ναό της Αναλήψεως Βόλου και χαίρομαι ιδιαίτερα κάθε φορά που επιστρέφω στη γενέτειρά μου, στον Βόλο και τους ξανασυναντώ.
Τέλος, ένας άλλος συνδετικός κρίκος των Αρκάδων της Πελοποννήσου και των εγκατεστημένων στη Μαγνησία ήταν και είναι ο Άγιος Γεράσιμος ο Νέος και Θαυματουργός. Ο πατήρ Ιωάννης διηγείται όλη την ιστορία πώς ο όσιος Γεράσιμος, ο καταγόμενος από το Λεοντάρι Αρκαδίας, μόνασε σε ασκητήριο σε μια τεράστια κόγχη βράχου στη Μακρυνίτσα. Ο Άγιος κοιμήθηκε το 1740. Η αγία Κάρα του, όμως, φυλάσσεται στον ναό της μονής Αγίου Γερασίμου Μακρυνίτσης μέχρι και σήμερα, ενώ η εικόνα και μέρος των σεπτών λειψάνων του Αγίου στεγάζονται σε ναό που οικοδομήθηκε επί τούτου την 15η Σεπτεμβρίου 1907. Έκτοτε, ο ναός πανηγυρίζει κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία. Ο Άγιος Γεράσιμος, λοιπόν, αποτελεί ένα κοινό σημείο αναφοράς για τους Αρκάδες Λεονταρίου και Μαγνησίας, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό να επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση στο Παράρτημα του βιβλίου.
Τα συμπεράσματα του συγγραφέα στα Επιλεγόμενά του λιτά και περιεκτικά, όπως γενικά είναι ο λόγος του φωτισμένου αυτού ιερωμένου και λογίου, τόσο ο προφορικός όσο και ο γραπτός του: επιγραμματικός και ουσιαστικός. Άλλωστε, η αγαπημένη φράση του πατρός Ιωάννη είναι το αξίωμα: «περί πολλών δι’ ολίγων», το οποίο δεν παύει ποτέ να μας υπενθυμίζει.

Το πόνημά του κλείνει με ευχαριστίες – μεταξύ άλλων – και σε δύο συμπατριώτες του ενορίτες, κεκοιμημένους πια, που τον στήριξαν για πολλά χρόνια στο έργο του: τον Παναγιώτη Χρηστοδουλόπουλο και τον Διονύσιο Φλέσσα. Και, τέλος, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν λάτρη των κλασικών γραμμάτων, όπως ο πατήρ Συρεγγέλας, αν όχι τη ρήση ενός μεγάλου αρχαίου ποιητή ως κατακλείδα; Πράγματι, πρόκειται για τον Οράτιο και τις Ωδές του, μ’ ένα απόσπασμα των οποίων κλείνει ο συγγραφέας το βιβλίο του: «Non omnis moriar…», δηλαδή «Δεν πεθαίνω εντελώς», αφού το έργο που αφήνω πίσω μου δεν θα το καταστρέψει το πέρασμα των ετών και η πάροδος του χρόνου. Αυτή είναι η κοσμοαντίληψη του πατρός Ιωάννη για τη διαχρονικότητα κάθε είδους πνευματικής δημιουργίας. Διατυπωμένο διαφορετικά: «η χειρ φθαρτή, η γραφή αιώνιος».
Η Βιβλιογραφία αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της ευρυμάθειας και της διεπιστημονικής προσέγγισης του διδάκτορος Ιωάννη Συρεγγέλα: αναφορές σ’ Εγκυκλοπαίδειες, Λεξικά, Πρακτικά Συνεδρίων· έργα Γεωγραφίας, (Εκκλησιαστικής) Ιστορίας, Ιστορικοί Άτλαντες, εγχειρίδια Κλασσικής Παιδείας εμπλουτίζουν αυτόν τον τόσο αξιόλογο και χρήσιμο βιβλιογραφικό πίνακα.
Εύχομαι το τέταρτο στη σειρά εκδοθέν βιβλίο του πατρός Ιωάννου Συρεγγέλα (έπεται και πέμπτο), να είναι καλοτάξιδο. Εύχομαι, επίσης, στον ίδιο υγεία, δύναμη και μακροημέρευση, ώστε να συνεχίζει να μας ενδυναμώνει και να μας εμπνέει με τη φωτισμένη προσωπικότητά του, με το χιούμορ του, με τη νουθεσία του, με τη λογιοσύνη και το ήθος του. Γιατί ο πατήρ Ιωάννης Συρεγγέλας δεν μας διδάσκει μόνο με το κήρυγμά του ως ιερωμένος και με το πνευματικό του έργο ως λόγιος. Μας διδάσκει πάνω απ’ όλα με το προσωπικό του παράδειγμα ως Άνθρωπος.

*φιλόλογος-διδάκτωρ, καθηγήτρια Λυκείου Αφάντου Ρόδου

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το