Τοπικά

Συμφωνεί με την αποχή από την αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων η πρόεδρος του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Βόλου

Σχετικά με την αξιολόγηση και την επιλογή προϊσταμένων στις δικαστικές υπηρεσίες και στο δημόσιο γενικά η πρόεδρος του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Βόλου κ. Ιωάννα Παπαδημητρίου αναφέρει τα εξής:

«Τα προβλήματα στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης είναι πολλά, και τα βιώνουμε καθημερινά εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι, μαζί με τόσα άλλα, που βιώνουν όλοι οι εργαζόμενοι και στον ιδιωτικό τομέα.
Η θέση και η στάση των μελών του συλλόγου του Βόλου απέναντι στην αξιολόγηση και την επιλογή προϊσταμένων έχει να κάνει με το περιεχόμενο και τους σκοπούς που αυτή υπηρετεί. Δεν είμαστε γενικά ενάντια στην αξιολόγηση, αλλά ενάντια στο συγκεκριμένο περιεχόμενο, στους σκοπούς και τις επιδιώξεις που προωθεί το ταξικό κράτος μέσω της «αξιολόγησης».
Δεν συμβιβαστήκαμε ποτέ και, πολύ περισσότερο, δεν επιβραβεύσαμε την τεμπελιά, τη ρεμούλα και την κοπάνα. Ποτέ δε διαμορφώσαμε θέση, που να λέει ότι είμαστε ενάντια σε κάθε έλεγχο στα εργασιακά καθήκοντα κάθε υπαλλήλου.
Δεν παραγνωρίζουμε ότι υπάρχουν προβλήματα απόδοσης στην εργασία κάποιων υπαλλήλων, όμως γι’ αυτά υπάρχει το αντίστοιχο θεσμικό – νομικό πλαίσιο, με το οποίο μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν.
Εμείς θεωρούμε ότι ο δημόσιος υπάλληλος πρέπει να είναι σωστός και αποδοτικός στη δουλειά του. Όμως, άλλο πράγμα είναι αυτό και άλλο η απόδοση αυτή να συνδέεται με την αξιολόγηση, με την περικοπή μισθού και τις απολύσεις. Άλλο πράγμα είναι αυτό και άλλο ο αποκλεισμός δικαστικού και δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ, από το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση, για να κριθεί σε επιτελικές θέσεις. Πρώτοι απ’ όλους εμείς επιβραβεύουμε όλους εκείνους τους συναδέλφους, οι οποίοι με μόχθο και οικονομικό κόστος συνεχίζουν την απόκτηση γνώσεων με τη φοίτησή τους στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, την απόκτηση μεταπτυχιακών και διδακτορικών.
Ειδικότερα δε στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων μας η ιδιαιτερότητα της εργασίας του δικαστικού υπαλλήλου δεν συνάδει με αποκλεισμούς κατηγοριών με βάση τον τίτλο σπουδών. Τέτοιου είδους αποκλεισμοί αποτελούν μέρος της γενικότερης αντιλαϊκής πολιτικής, όπως είναι και η «αξιολόγηση» που ισχύει για το υπόλοιπο Δημόσιο. Συνεπώς, η απάντηση των εργαζομένων πρέπει να είναι ενιαία και να αντιπαλεύει το σύνολο της αντιλαϊκής πολιτικής.
Το κυριότερο είναι ότι δεν δίνεται η δυνατότητα μετά και την κατάταξή μας στο νέο ενιαίο βαθμολόγιο, να αξιολογηθούν τα προσόντα, ακόμη και των κατά το υπουργείο εχόντων τα τυπικά προσόντα υποψηφίων και τα οποία σχετίζονται με το κριτήριο της συμβολής στην εργασία τους, της προσωπικότητας και της γενικής συγκρότησής τους. Αυτό και μόνο θα προσκρούσει στην αρχή της ισότητας εχόντων τα προσόντα κρινομένων, αλλά και θα οδηγήσει όλους ανεξαιρέτως τους συναδέλφους στη διά της δικαστικής οδού δικαίωσή τους, όπως έγινε πρόσφατα με την προσφυγή κατά του τρόπου επιλογής προϊσταμένων σχολικών μονάδων και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα, να μη γίνουν τελικά οι κρίσεις και να καθυστερήσει η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων.
Στη βάση αυτή με βρίσκει σύμφωνη η αποχή από την αξιολόγηση που ψηφίστηκε με το νομοσχέδιο Βερναρδάκη και ειδικότερα σε ό,τι αφορά στην επιλογή προϊσταμένων στους κλάδους, όπου αποκλείονται a priori υπάλληλοι με πολλά έτη προϋπηρεσίας, με κριτήριο μόνο τον τίτλο σπουδών, προτείνω την αποχή των εκλεγμένων στα υπηρεσιακά συμβούλια από την κρίση αιτήσεων, που θα υποβληθούν μετά τις προσκλήσεις των αρμοδίων υπουργείων, γιατί μόνο έτσι θα διαφυλαχθεί η ενότητα των εργαζομένων, η οποία είναι και η δύναμή τους».

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το