Θ Plus

Οι Κραβαρίτες και η φήμη τους – Οι «μπολιαραίοι» της ορεινής Ναυπακτίας

του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Δεύτερο μέρος
Tο δεύτερο μέρος του αφιερώματος για τα Κράβαρα, αναφέρεται στους συγγραφείς και περιηγητές που ύμνησαν τον τόπο, αλλά και σε αυτούς που τον δυσφήμησαν καθιερώνοντας την υβριστική λέξη «Κραβαρίτης», ίσως όχι άδικα, αλλά μάλλον αδέξια, κατά την προσωπική μας εκτίμηση και γνώμη.
Μιλήσαμε για την ορεινή περιοχή της Ναυπακτίας την οποία κατοίκησαν οι Αποδοτοί, οι Οφιονείς και οι Οζόλοι Λοκροί. Στο σαντζάκι του Έπαχτου (Ναυπάκτου) ανήκαν οι καζάδες (επαρχίες) Βενέτικου και Κραβάρων.
Για τους Κραβαρίτες λίγα μπορεί να ειπωθούν κι αυτά με επιφύλαξη.
*
O Kαρκαβίτσας φρονώ ότι αδίκησε τον τόπο. Αλλά όχι ηθελημένα. Με τον «Ζητιάνο» του κατέγραψε μια ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του Κραβαρίτη. Τη ζητιανιά που ο Κραβαρίτης την είχε ανεβάσει σε επιστημονικό επίπεδο. Όμως αυτό πέρασε στον κόσμο ως χλεύη και μιζέρια. Ωστόσο στο «Οδοιπορικό στα Κράβαρα» σημειώνει έξοχες παρατηρήσεις για τον τόπο.
Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ («Ρούμελη») έμεινε κάμποσο διάστημα στα Κράβαρα κι έδωσε ένα πιστότερο και πιο αληθινό προσωπείο τόσο του ξενιτεμένου κραβαρίτη, όσο και αυτού που έμεινε στον τόπο του. Τον φιλοξένησαν, κι εκείνος δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να ζωγραφίσει με αδρές και υπέροχες πινελιές τον χαρακτήρα τους.
Δε συζητώ για τον Γ. Αθάνα (τον επιλεγόμενο «Γαργάλατα»), μια και τα γλυκανάλατα ποιηματάκια του για τα χωριά των Κραβάρων, είναι μόνο για επιτόπια θρησκευτική και πανηγυρική κατανάλωση…
Αλλά ας δούμε από πιο κοντά τι έγραψαν οι περιηγητές και συγγραφείς για τα Κράβαρα και τους Κραβαρίτες.
Το αφιέρωμα δεν διεκδικεί την αυθεντία του δοκιμίου ούτε την εξαντλητική αναφορά και καταγραφή των κειμένων για τους Κραβαρίτες. Είναι – και θέλει να είναι – ένα είδος εισαγωγής για όσους επιθυμούν να ασχοληθούν διεξοδικά με το θέμα.

Άποψη της Άνω Χώρας και της Τσεκούρας

*
Πώς βγήκε η ονoμασία Κράβαρα; Από τα «Κράκουρα», απαντάει ο Καρκαβίτσας (1), που πάει να πει τόπος καταραμένος…
Γράφει συγκεκριμένα ο Καρκαβίτσας:
«Ο Θεός ηθέλησε να πλάσει τον κόσμο. Επήρε ένα κόσκινο μεγάλο και το εκρέμασε σαν σύγνεφο στην άβυσσο. Έπειτα παίρνοντας χώμα με το χέρι, έριχνε στο κόσκινο, κουνώντας επάνω – κάτω. Το χώμα, φυσικά, το καλό και το γόνιμο έπεσε κάτω κ’ εγέμισε την άβυσσο κ’ έξαφνα εφάνηκε η Γη, πολύκαρπη και πανώρια. Έμειναν τέλος στο κόσκινο μόνο οι πέτρες και τα χάλαρα. Και, ωργισμένος ο Δημιουργός, γιατί δεν εσυλλογίσθηκεν από πριν να μοιράσει κ’ εκείνα δίκαια, εκλώτσησε το κόσκινο κ’ εχύθηκαν τ’ απομεινάρια, όλα μαζί σ’ έναν τόπο. Και ωνόμασε ο Θεός τον τόπον εκείνον Κράκουρα, που θα ειπή καταραμένον σαν τη μήτρα της Σάρρας».
Καθόσον αφορά στη ζητιανιά και την …εκπαίδευσή της, ο Καρκαβίτσας γράφει για την «εξακουσμένη ζητιανοφωλιά της Ρούμελης»:
«…στη Ρούμελη… οι εβδομηντάρηδες εσυνήθιζαν να συνάζουν τα παιδιά στο χοροστάσι και να τα γυμνάζουν στης ζητιανιάς τα καμώματα… Τα παιδιά, κρατώντας κι από ένα μπαστούνι εγύριζαν χεροπιαστά κ’ επροσποιούνταν από μια σωματική βλάβη. Ένα έκανε τον κουτσό… άλλο έκανε τον θεότυφλο… τρίτο έκανε τον παράλυτο… άλλο νεραϊδοπαρμένο… άλλο έκανε το μονοπόδαρο… κι άλλα δέκα – είκοσι έκαναν άλλες δέκα – είκοσι αρρώστιες σωματικές, πολλές υπαρκτές και πολλές ανύπαρκτες ακόμα στον κόσμο».
Όλα εξεκίνησαν από το Μεσολόγγι, όπως διατείνεται ο Καρκαβίτσας, οποίος μάλιστα μιλάει και για την ενοικίαση των ζητιανόπουλων από τα Κράβαρα.
«Δίχως να το γυμνάση καθόλου στο ψυχολόγι, το ενοικίασε στον Αγριόγατον κ’ εκείνος το έσερνε στους δρόμους του Μεσολογγιού, τυλιγμένο σε μιαν αντρομίδα, καλοδεμένο επάνω σε ένα γαϊδουράκι, και το έδειχνε παίρνοντας από μια πεντάρα σε κάθε θεατή»…
Στον «Ζητιάνο» του επιλέγει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας:
«-Να τον πας στη Λάρισα, θα πληρωθής καλά» (από τότε οι Λαρισαίοι εφημίζονταν για τον πλούτο τους), «…εστρέβλωσε τα πόδια του εμπρός, εγύρισε το ένα χέρι επάνω στο κεφάλι του, άπλωσε το άλλο με γουβωτή παλάμη: -Nα ο νεραϊδοπαρμένος… να τον είχε κανείς Κραβαρίτης, τι παρά θα μάζωνε… Κι εγέλασαν όλοι με την εξυπνάδα του ζητιάνου»…
*
Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, από την άλλη, ο Άγγλος φιλέλληνας και μέγιστος ταξιδιωτικός συγγραφέας, είχε διαβάσει τον Καρκαβίτσα κι είχε περιέργεια να γνωρίσει τους Κραβαρίτες.
Περιηγήθηκε λοιπόν τα Κράβαρα ψάχνοντας να μάθει τι είναι οι μπολιαραίοι (2) και η μπολιάρικη γλώσσα.
Έγραψε μάλιστα χαρακτηριστικά: «Έχω ψύχωση με τα Κράβαρα»…
Περπάτησε με τα πόδια από τον Πλάτανο της ορεινής Ναυπακτίας ώς την Περίστα και τη Δοβριτσά, θέλοντας να ανακαλύψει τους ανθρώπους που κρατούσαν ακόμη άσβεστη τη φλόγα των μπολιαραίων, των γνήσιων δηλαδή Κραβαριτών και απόγονων των περίφημων και πιο περιζήτητων ζητιάνων της υφηλίου.
Ήταν τη δεκαετία του ’50, όταν ο Άγγλος περιηγητής τρύπωσε στα κακοτράχαλα μέρη των Κραβάρων, κι έμεινε εκεί αρκετές μέρες, φιλοξενούμενος των ντόπιων, κάνοντας χρήση της γνωριμίας του με τον φοιτητή (τότε) της Νομικής και αργότερα δικαστή Θανάση Παπαθανασόπουλο, που κατάγονταν από την Περίστα.(3)

Η πλατεία του Πλάτανου, το κεφαλοχώρι των Κραβάρων

Γράφει ο Φέρμορ τόσο για τη ζητιανιά, που διψούσε να αποκαλύψει, όσο και για τη γνωριμία του με τον Παπαθανασόπουλο, όταν ο τελευταίος ήταν ακόμη μαθητής γυμνασίου στη Ναύπακτο:
«Ορισμένα χωριά ήταν τα στρατηγεία των ειδικών που γύμναζαν τους φερέλπιδες νεαρούς σε όλες τις τέχνες που θα χρειάζονταν για την καριέρα τους. Όταν δεν τους έμενε τίποτ’ άλλο να μάθουν, ξεκινούσαν για τις περιοδείες και πλήρωναν αναδρομικά τα δίδακτρα από τα κέρδη των παρθενικών τους ταξιδιών». Και συνεχίζει ο Φέρμορ:
«Ήξερα γι’ αυτά τα πραγματικά ή φανταστικά σχολειά… και περίμενα να ρωτήσω αν υπήρχε μέσα σε όλα αυτά κάποια αλήθεια. Είναι κι ένας παραπλήσιος θόρυβος που έχει πλατιά διαδοθεί και που μνημονεύεται στο μυθιστόρημα του Καρκαβίτσα, για τον οποίο λαχταρούσα, αλλά δεν τολμούσα να ρωτήσω. Στο τέλος τα κατάφερα. Είχε καμιά βάση η φήμη, ότι τον παλιό κακό καιρό, οι γονείς – ή άλλοι – στρέβλωναν τα μέλη των παιδιών, όταν ήταν πολύ μικρά, για να τα βοηθήσουν στη σταδιοδρομία που προοριζόταν; Έγινε σιωπή. Όλοι το είχαν ακουστά, αλλά δεν είχε βάση αυτή η φήμη… Ένας γέρος με ρώτησε πού τα είχα ακούσει τέτοια παραμύθια. «Στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», του είπα. «Σε ποια λέξη» με ρώτησε ένα παιδί. Όλη την ώρα άκουγε την κουβέντα, και πότε πότε έπαιρνε μέρος. «Στα Κράβαρα», είπα… Τότε το παιδί πήγε σ’ ένα ντουλάπι κι εκεί προς μεγάλη μου έκπληξη… ήταν οι πελώριοι τόμοι της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας. Έβγαλε τον αντίστοιχο τόμο και τον έσυρε ώς το τραπέζι του.
«Εδώ είμαστε», είπε. «Στα Κράβαρα». Και διάβασε την παράγραφο δυνατά:
«Τινές των κατοίκων αυτών», διάβασε, «κατά παλαιάν συνήθειαν εστρέβλωνον από νεαράς ηλικίας τας χείρας και τους πόδας αυτών ή υπεκρίνοντο τους τυφλούς, δια να επαιτώσι περιερχόμενοι τας πόλεις της Ελλάδος, συχνά δε και του εξωτερικού… Κραβαρίτης: ονειδιστική προσηγορία ανθρώπου ψευδολόγου, υποκριτού, αγύρτου, αλήτου. Επαίτης, ζητιάνος»… Έκλεισε το βιβλίο (ο νεαρός ήταν ο Παπαθανασόπουλος) με τη λέξη: «Οι κερατάδες. Δεν έπρεπε να γράψουν τέτοιο πράγμα» «Εκείνη τη στιγμή δεν θα ήθελα να είχα φέρει το θέμα στην επιφάνεια»…
«Αυτή η ιστορία είχε μια πολύ ευχάριστη συνέχεια», υποσημειώνει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ: «Πολλά χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε αγγλικά η «Ρούμελη», πήρα ένα γράμμα από τον κύριο Θανάση Παπαθανασόπουλο… που άρχιζε: «Είμαι το παιδί με την εγκυκλοπαίδεια στην Περίστα»… Μου έδωσε κάποιες πολύ χρήσιμες συμβουλές σχετικά με τα όσα είχα γράψει και μου υπέδειξε κάποια σημεία στα οποία είχα κάνει λάθη»…

Πανοραμική άποψη των ναυπακτιακών βουνών

*
Κραβαρίτης όμως δε σημαίνει κατ’ ανάγκην άνθρωπος απελέκητος και αγροίκος ή αν θέλετε μπαγαπόντης και απατεώνας, όπως θέλησαν να τον παραστήσουν λίγοι ευτυχώς συγγραφείς.
Κραβαρίτες ήταν και άνθρωποι με Άλφα κεφαλαίο, όπως εκείνος ο γιατρός από τα Κρυονέρια, γιατρός χωρίς σύνορα, που έτρεχε νυχτιάτικα από το ένα χωριό στο άλλο, διασχίζοντας τα πιο ανώμαλα εδάφη στην ορεινή ενδοχώρα (4), όπως έχει διασώσει τη φήμη του ο Κ. Παπαδημητρίου (Διαδρομές στα Κράβαρα).
Η ακόμη εκείνη η άγια μορφή του ανθρωπιστή γέροντα, μοναχού Δανιήλ που έχτισε ευκτήριο οίκο στο πιο κρίσιμο πέρασμα των Κραβάρων κι έσωσε κόσμο και κοσμάκη στην Κατοχή και του έμελλε να πάει χαμένος από αδέσποτο βλήμα κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών του Εμφύλιου.
*
Αντίθετα με τον Καρκαβίτσα ευμενή σχόλια για τους Κραβαρίτες έκαμε ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ, που πέρασε από τον καζά των Κραβάρων το 1815 και κατέγραψε λεπτομέρειες και συνήθειες για τον πληθυσμό και τον χαρακτήρα των ανθρώπων που κατοικούσαν τα 23 χωριά της περιοχής.
Ο Ναυπάκτιος Γιάννης Βλαχογιάννης κάνει εκτενείς αναφορές στα Κράβαρα, αλλά δεν υπεισέρχεται στον χαρακτήρα των Κραβαριτών.
Ο Νικόλαος Κασομούλης (Στρατιωτικά Ενθυμήματα) έχει διασώσει μιαν επιστολή του Ντερβέναγα Κραβάρων Αχμέτ Ντεμπρεβίστανη, με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1828 που απευθύνεται στον Κίτσο Τζαβέλα και του λέει, εμείς εδώ στα Κράβαρα μιλάμε και στοχαζόμαστε σωστά. «Τα εδικά σου τα Ελληνοκορομπλίσματα να τα ειπείς εκεί όπου περνάνε»…
Aυτό δείχνει πως και οι Τούρκοι των Κραβάρων ήταν έντιμοι άνθρωποι, σε αντίθεση με τους Αρβανίτες και λοιπούς δυτικοελλαδίτες…
Τέλος ο Γιάννης Ρουσόπουλος που έχει κάνει μια θαυμάσια δουλειά (Ναυπακτία, 2006) για την περιοχή, αναφέρει σχετικά πως από τον Πλάτανο, το αρχοντοχώρι των Κραβάρων, κατάγονταν ο περίφημος γιατρός και καθηγητής Ν. Παπανικολάου και ο σπουδαίος αν όχι o κορυφαίος θεατράνθρωπος του 20ού αιώνα Δημήτρης Ροντήρης.

(1) Ο Καρκαβίτσας διέσχισε τα Κράβαρα το 1890.
(2) μπολιαρεύω ίσον τυλίγω τα κορόιδα, κερδίζω με τη ζητιανιά.
(3) Ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος έγκριτος νομικός, έξοχος δικαστής (θυμάμαι ακόμη την επιείκειά του), άνθρωπος των γραμμάτων και της ποίησης, υπηρέτησε στον Βόλο ως πρόεδρος Πρωτοδικών, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, αλλά είναι γνωστότερος από τη γνωριμία με τους ανθρώπους των γραμμάτων της πόλης, αφού διατήρησε σχέση μαζί τους – και τη διατηρεί ακόμη – γράφοντας σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες. Τελευταία του συνεργασία περιέχεται στο περιοδικό του Κώστα Λιάπη BIΓΛΑ – ΠΛΩΡΗ.
(4) Κ. Παπαδημητρίου, Διαδρομές στα Κράβαρα.

Μάης του ’18

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το