Άρθρα

«Το δίλημμα της Κυριακής»

της Κατερίνας Παπανάτσιου*

Αυτή την Κυριακή οι Έλληνες πολίτες θα αποφασίσουν τι θα γίνει την πρώτη τετραετία μετά την κρίση, τι θα γίνει τώρα που τελείωσε ο κύκλος των μνημονίων και της εξωτερικής παρέμβασης. Από τη μια μεριά βρίσκεται η δική μας πρόταση, το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ένα σχέδιο δίκαιο για τους πολλούς, είναι ένα πρόγραμμα ρεαλιστικό και αποτελεσματικό, είναι ένα πρόγραμμα που διασφαλίζει ότι δεν θα ξαναγυρίσουμε στις συνθήκες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεωκοπία και την κηδεμονία.
Από την άλλη πλευρά, βρίσκεται το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας. Της Νέας Δημοκρατίας που, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, κακοδιαχειρίστηκαν τη χώρα για δεκαετίες, την υπερχρέωσαν για να στηρίξουν τα προνομιούχα στρώματα και τα ισχυρά συμφέροντα, και στη συνέχεια έβαλαν να πληρώσουν άλλοι το μάρμαρο με το αισχρό και ψεύτικο επιχείρημα ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε». Είναι το πρόγραμμα των λίγων και ισχυρών.

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται στους πολλούς με στόχο τη δίκαιη ανάπτυξη της χώρας μας. Έχουμε φέρει την οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 2% κι έχουμε μειώσει την ανεργία σημαντικά. Θέλουμε να βελτιώσουμε τις επιδόσεις αυτές ακόμη περισσότερο και να τις βελτιώσουμε με βιώσιμο τρόπο. Όχι με τρόπο που να μας ξαναφέρει στα ίδια και χειρότερα. Τιμούμε κάθε ευρώ που εισπράττουμε με τη φορολογία και θέλουμε να επιστρέφει στον πολίτη με τη μορφή των ποιοτικών και αποτελεσματικών δημοσίων υπηρεσιών. Θέλουμε να νιώθει ο πολίτης ασφάλεια στη ζωή του, να έχει πρόσβαση σε καλή δημόσια υγεία, να έχει σωστή δημόσια παιδεία, να έχει καλές μεταφορές, να ξέρει ότι δεν χρειάζεται να πληρώσει τις βασικές υπηρεσίες πανάκριβα στον ιδιωτικό τομέα.

Πετύχαμε πρωτογενή πλεονάσματα εστιάζοντας στον περιορισμό της σπατάλης και της φοροδιαφυγής. Στη φορολογική πολιτική, που είναι και το αντικείμενό μου, προχωρούμε αναζητώντας την ισορροπία σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι η κοινωνική δικαιοσύνη. Δίνουμε προτεραιότητα στα χαμηλότερα εισοδήματα, που χτυπήθηκαν πολύ βαριά από την κρίση, και κυνηγούμε τη φοροδιαφυγή. Η δεύτερη κατεύθυνση είναι η σταδιακή μείωση της φορολογίας σε όλους και όσο το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές επιδόσεις. Για παράδειγμα, η πολιτική μας για την ενίσχυση της χρήσης του ηλεκτρονικού χρήματος βελτίωσε τη συμμόρφωση στην είσπραξη του ΦΠΑ κατά περισσότερο από 20%. Έτσι το ΦΠΑ που πλήρωνε ο καταναλωτής κατά τη συναλλαγή φτάνει σήμερα στα δημόσια ταμεία αντί να το υφαρπάζει στη διαδρομή ο φοροφυγάς. Αυτό μας επέτρεψε ήδη να μειώσουμε τον ΦΠΑ σε ορισμένες κατηγορίες, όπως στην ενέργεια και την εστίαση. Και σε αυτή τη λογική συνεχίζουμε, μειώνουμε .
Αντίθετα, το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας συνοψίζεται σε μια μαγική λύση, «μείωση της φορολογίας» χωρίς καμία κοστολόγηση των μέτρων. Καμία άλλη ιδέα, καμία άλλη πρόταση. Αλλά και αυτή τη μαγική λύση, ο κ. Μητσοτάκης άρχισε να την παίρνει πίσω. Ξαφνικά άρχισε να λέει ότι η μείωση των φόρων δεν θα γίνει αμέσως, όπως έλεγε στην αρχή, θα την αφήσει πιο πίσω. Και πού οδηγεί αυτό; Σε αυτό που ξέρουν καλύτερα να κάνουν στη Νέα Δημοκρατία: μείωση για τους λίγους και αύξηση των φόρων για τους πολλούς, όπως έκαναν πάντα όσο κυβερνούσαν. Και προσπαθεί τώρα η Νέα Δημοκρατία να βρει δικαιολογίες.

Όμως, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αφήνει καμένη γη στα δημόσια οικονομικά. Αυτή τη στιγμή έχουμε δημοσιονομικό απόθεμα 34 δισ. ευρώ. Θα ξεκινήσουμε την καινούργια μας τετραετία με την ευελιξία που μας δίνει αυτό το απόθεμα. Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία άφησε το 2009 δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 35 δισ. ευρώ, ίσο με το 15,9% του ΑΕΠ. Αυτή ήταν η διαχείριση της Νέας Δημοκρατίας που προκάλεσε την κρίση και θυμόμαστε πολύ καλά τι έκανε μετά η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, πόσο άδικα μοίρασε τα βάρη και πώς οι πολιτικές της οδήγησαν στη φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και την καταστροφή της μεσαίας τάξης.
Κι ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τη μεσαία τάξη. Η Νέα Δημοκρατία και τα φιλικά της μέσα ενημέρωσης έχουν δημιουργήσει το αφήγημα της υπερφορολόγησης για να πετάξουν τις ευθύνες τους για την κατάσταση της μεσαίας τάξης. Μεσαία τάξη είναι οι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, μεσαία τάξη είναι και οι μισθωτοί, που πάντα τους ξεχνάει η Νέα Δημοκρατία. Όλοι αυτοί ξέρουν ότι καταστράφηκαν από την ύφεση της οικονομίας που προκάλεσαν οι πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ μέχρι το 2014. Μια ύφεση που έφτασε το 25-30% και προκάλεσε 300.000 λουκέτα σε επιχειρήσεις. Οι μισθωτοί είδαν τους μισθούς τους να μειώνονται, έχασαν τη δουλειά τους, δεν πήραν τις αποζημιώσεις τους, έμειναν χωρίς υγεία και περίθαλψη. Η εκτίναξη της ανεργίας άφησε τους πελάτες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων χωρίς εισόδημα σε έναν κύκλο που οδηγούσε σε νέα λουκέτα και δεν είχε τελειωμό μέχρι που άλλαξε το παιχνίδι η δική μας κυβέρνηση.

Ακόμη και στην καλή εποχή, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις γονάτιζαν από τον ανταγωνισμό των μεγάλων και μπορούσαν να ανταποκριθούν μόνο με τον υπερδανεισμό και με την υποθήκευση των σπιτιών τους και της περιουσίας τους. Στην κρίση εκτοπίστηκαν από τις πολυεθνικές και τους κολοσσούς που έχουν δύναμη να επιβάλλουν τους όρους τους στην αγορά, που έχουν πρόσβαση στον δανεισμό στην καλή και την κακή εποχή, που μπορούν να διαπραγματευτούν τα χρέη τους με την τράπεζα από ισχυρή θέση στα δύσκολα. Γιατί ο νεοφιλελευθερισμός αντιμετώπισε την κρίση ως ευκαιρία, ευκαιρία για να εφαρμόσει τις αντιλαϊκές πολιτικές του και να κάνει τους ισχυρούς ισχυρότερους εις βάρος των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης.
Η μεσαία τάξη ξέρει ποιος ευθύνεται για το παρελθόν και ξέρει τι πρέπει να γίνει για το μέλλον, ότι ο δρόμος είναι μια μεγάλη συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα που θα οδηγήσει όλη την κοινωνία ψηλότερα. Και για αυτό πιστεύω ότι η απόφαση του ελληνικού λαού θα αντιστρέψει το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και θα ανανεώσει την εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

*υποψήφιας βουλευτή Μαγνησίας με τον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία,
υφυπουργού Οικονομικών

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το