Πολιτισμός

Μικρές μικρές πατρίδες, ταξίδια κάτω από το ελληνικό φως – Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Μου ζητήθηκε να πω δυο λόγια για το βιβλίο. Τι περιέχει τέλος πάντων… Θα μου επιτρέψετε να απαντήσω σιβυλλικά…

Όταν βγαίνω στο ύπαιθρο – και ως τέτοιο εννοώ κάθε ανοιχτό χώρο που δεν τον περιορίζει ή τον απομειώνει η ανθρώπινη δόμηση – μου τραβάει το βλέμμα, όχι όπως ασφαλώς θα πιστέψατε, ένα εντυπωσιακό δέντρο, μια λουσάτη σκυλίτσα, μια λιμουζίνα ή μια βιτρίνα, αλλά η επιτομή του ταπεινού και μικρού αντικειμένου ή κάποιου γεννήματος που αντανακλά την υπέρτατη καθολική αξία στην εσωτερική μου όραση και περιπέτεια του νου και περνιέται για υπερούσιο δώρο χαρίζοντάς μου την απόλυτη και παρατεταμένη απόλαυση της στιγμής του χρόνου, για τον οποίο έμαθα επιτέλους να ζω, ύστερα από χιλιάδες βλέμματα, σύμφωνα με τις απλές, ήρεμες, πλην ανατρεπτικές αρχές της επικούρειας διδασκαλίας…

Μιλώ για τις ρώγες των χαμοκέρασων και των βατόμουρων που σκάνε μαβί κεφαλάκι ανάμεσα στους θάμνους των παρόχθιων κρασπέδων.
Μιλώ για τις κουτσουλιές στο δάπεδο της αυλής μου και τα περιττώματα που είτε φρέσκα είτε ημερών με αναστατώνουν με τη στιλπνότητά τους.
Μιλώ για τα μυρμήγκια που σουλατσάρουν στο χώμα κουβαλώντας ψιχαλάκια, σποράκια, κληματσίδες ή ακόμη και ψόφια ζούμπερα άλλων ζωών.
Μιλώ για το φως που εκπέμπει μια ολόλαμπρη ή σκοτεινή μέρα, αλλά και για το ημίφως μιλώ που έτσι κι αλλιώς είναι παραλλαγή ή διαβάθμιση του ενός και μόνου αληθινού φωτός.
Μιλώ για την ευλογία των απλών βημάτων που καταπίνουν ατέλειωτες εκτάσεις ξανακερδίζοντας την εμπιστοσύνη των μυών και της υγείας των κλειδώσεων.
Μιλώ για τις πευκοβελόνες του όχτου κι όχι για τις ρεβεράντζες των χτιστών καλντεριμιών, μιλώ για τις σταγόνες του ρυακιού σε ξεραμένη κοίτη κι όχι για την ομορφιά ή τη δύναμη του καταρράχτη, μιλώ για το φρστ της σαύρας κι όχι για τον κλωγμό του σπίνου.
Μιλώ για την ποίηση των μικρών πραγμάτων κι όχι για την υψηλή ραπτική των μεγάλων ιδεών και κατακτήσεων.
Μιλώ για τις ξεχωμένες από αιώνες έρημες πέτρες που κείτονται αναμαλλιασμένες κάτω από σχίνα και βατιές κι όχι για τ’ αετώματα, τους κίονες και τα περίπτερα των αρχαίων ναών.
Μιλώ για όσα έμαθα να βλέπω στις περιπλανήσεις μου και δεν βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, ίσως γιατί δεν είναι εξασκημένοι να παρατηρούν το ασήμαντο, το τιποτένιο, το καταχρηστικό.

Ζητώ λοιπόν να διαλευκάνω το Ασήμαντο, δηλαδή το κάθε μικρό σκουπιδάκι που διαλάθει της προσοχής των «νοικοκυραίων», ακριβώς γιατί είναι μικρό, άχρηστο και διαβλητό στη συνείδηση των πρακτικών ανθρώπων που αναζητούν το ωραίο, το χρηστικό και το ωφέλιμο, λες κι είναι φορτίο τριαξονικού μεταφορέα πολυδύναμου πλούτου.

Όταν επομένως θα μιλάτε για μικρά και μεγάλα πράγματα να παίρνετε μαζί σας μια παλιά ζυγαριά (δε χρειάζεται να είναι ακριβείας) και πάνω στις δυο πλάστιγγες να τοποθετείτε από τη μια τα μικρά κι από την άλλη τα μεγάλα βαρίδια της ζωής σας.
Αν η ζυγαριά γείρει από τα μεγάλα με γειά σας, μα αν γείρει από τα μικρά, να ξέρετε πως ο δρόμος σας μπορεί να είναι σπαρμένος με αγκάθια, τσουκνίδες και τρόχαλα που κάνουν τη ζωή πικρότερη μεν, αλλά πολύ πιο αληθινή κι ενδιαφέρουσα…

Μερικά αποσπάσματα

Η φύση, η παράδοση κι η ιστορία αποτελούν για τους Έλληνες τα κυριαρχικά διαθέσιμα κεφάλαια, θέλω να πω τις εθνικές πηγές διαθέσιμου πλούτου.
Τους Έλληνες, γράφει εξάλλου ο Οδυσσέας Ελύτης, τους διέπει μια «ειδική αισθαντικότητα» που χαρακτηρίζει τον ελληνικό λαό και απορρέει από τις αυτόχθονες ιδιότητες της Ελλάδας…
Το φως, το ύπαιθρο κι η θέρμη του ήλιου υποβοηθούν το ξύπνημα των αισθήσεων.
Η Ελλάδα είναι μια ειδική και μοναδική αίσθηση, ένας τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και να την εκφράζεις έτσι που να μη μοιάζει με κανένα άλλον…
Η αίσθηση αυτή πηγάζει από τη φυσική πραγματικότητα, το ήθος των ανθρώπων και τα μνημεία, τόσο του λόγου, όσο και της τέχνης που έχει γεννήσει…

Γράμμα στον Ηρόδοτο
Πριν ξεκινήσω αυτή την πορεία πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση:
Ο Ηρόδοτος μου έμαθε να «βλέπω». Να βλέπω το «ταξίδι». Mούμαθε να διακρίνω και να «παρατηρώ» κι εντέλει να ξεχωρίζω, ναούς, τοπία και θέατρα στο σχήμα τ’ ουρανού…
Υπήρξε φάρος και πλοηγός, στ’ αμέτρητα ταξίδια μου ανά την Ελλάδα…

Tα νησιά
Ταξίδεψα σε νησιά και σε πέλαγα. Είδα βράχους, γιαλούς και ξέρες. Πάγκους, ύφαλους, ποσειδωνίες. Δαρμένα όλα από ανεμοσούρια μα κι από λιοστρόφια.
Κολύμπησα σε θάλασσες μοναχικές που τις σφράγιζε μια ο ρούφουλας και μια η αύρα. «Πνίγηκα» σε φουρτούνες και μπουγάζια.
Περπάτησα βουνά από θάλασσες και βγήκα σε όρμους, σπηλιές και γιαλούδια. Είδα νησιώτικες κορφές που ξεπερνούσαν σε ρέμβη και μαγεία πολλές ανάδελφες των μεγάλων βουνών.
Τα νησιά που περπάτησα όμως γεννούσαν κι άλλα νησιά. Και σαν την Ύδρα του αρχαίου μύθου όλο και αυγάταιναν μέσα από το άπειρο και βαθύ μαστάρι του πέλαγου.
Και να, κάθε τόσο, καινούργιες νησίδες, μονόπετρα βράχια και σχιστόλιθοι, που ξεφύτρωναν στη μέση του πουθενά.
Και νά ετούτοι οι «καλόγεροι», νά οι θεόρατοι βράχοι, οι σκυθρωποί ερημίτες του πέλαγου.
Νά και τα νησιά που κουβαλούσαν κάτι ονόματα μακρινά και απρόσιτα. Σύρνα, λέει, κι Αγιονήσι, Πιπέρι, Κίναρος, μα και Δοκός, Γυαλί και Κανδελούσα.
Νησιά με ράσο το σχίνο και τη φείδα και φελόνι από σκέτη πέτρα. Πλωτά νησιά με φορεμένη κατάσαρκα την ποθητή αρμύρα. Με ή δίχως πετραχήλι και άμφια σκοτεινά, όπως ταιριάζει σ’ ένα τέτοιο ξαφνικό κι ολομόναχο του πέλαγου πετράδι.

Τo Λενιώ της Βίνιανης
Το Λενιώ, η Μαντή. Της Βίνιανης ο αειφόρος κρίνος. Χρυσό μετάλλιο. Στην άρση πολλαπλών βαρών. Και στην κατηγορία των ηρώων.
Το Λενιώ, η Μαντή. Νύφη στα είκοσι δύο. Μάνα στα είκοσι τρία. Χήρα στα είκοσι τέσσερα.
Το Λενιώ, η Μαντή. Δεν πρόλαβε να χαρεί. Τον άντρα – τη δροσιά – τον έρωτα. Τον άντρα τονε πήρε η ξενητειά. Που την είπαν, λέει, Βιρτζίνια. Της τον έστειλε ο Χάρος πίσω.
Το Λενιώ, η Μαντή, έκανε όρκο στο χωριό. Πως δεν θα φύγει. Εκεί θε’ να ριζώσει. Ορκίστηκε.
Ώσπου ήρθε ο Εγκέλαδος. Τρίτο Κακό. Κι ισοπέδωσε το χωριό. Βούλιαξαν οι μνήμες. Βγήκε η φρίκη στον αφρό. Κι έφυγαν ούλοι οι χωριανοί.
Το Λενιώ, η Μαντή, χήρα με δύο κόρες, εκεί. Στις μονιές των σαρκοβόρων ερειπίων. Ξορκίζει το Κακό. Ζώντας μέσα στα ερείπια.
Το Λενιώ, η Μαντή. Πάντρεψε τις κόρες. Kι έμεινε το Λενιώ, η Μαντή. Μονάχη να τριγυρνά μες στα ερείπια. Σκιά μες στις σκιές.

Όποιος σκιαχτεί, μη φοβηθεί. Θάν’ το Λενιώ, ο αρχάγγελος. Που λειτουργεί τη μνήμη του χωριού. Και την πανηγυρίζει λιβανίζοντας αράχνες. Σαύρες, σιωπές, ερείπια. Που αυγαταίνουν μέρα τη μέρα.
Το Λενιώ, η Μαντή, μ’ άσπρα μαλλιά τώρα. Άσπρα απ’ τα είκοσι τέσσερα. Πλούσια ν’ ανεμίζουν. Στο θρόισμα των καρυδιών. Και μ’ ένα δέρμα τσιτωμένο. Σαν εικοσάχρονης κόρης. Που δε ζάρωσε μ’ όλες τις πίκρες.

-«Φύγαν όλοι», μου λέει…
Ύστερα κενό… κενό μνήμης;
-«Έμεινα εγώ, να τους θυμάμαι…»
Ψάχνω όλη τη Βίνιανη. Πουθενά ζωή. Όσοι περνούν, ρωτούν για το χωριό. Κι όλοι τούς δείχνουν τον Νέο Οικισμό. Ποιος να κονέψει στον Παλιό…
-«Άντε νά, πάρε τα καρύδια που μάζεψα»…
Πάω να της αφήσω «κάτι».
Αρνιέται με τρόμο, πισωπατεί.
-«Σε είδα που πορευόσουνα, τί τάχα να γύρευες;
Ερείπια και σιωπή μονάχα θάβρεις…»
«Νά, τώρα θα πάω στους Δώδεκα Απόστολους…»
Μου δείχνει ένα ξωκλήσι πιο ψηλά…
«…ν’ ανάψω το κερί τους, να τους φιλέψω».
«…μονάχοι κι έρμοι μείναν οι φτωχοί…»
Το Λενιώ, η Μαντή. Ο δέκατος τρίτος Απόστολος. Της ρημαγμένης Βίνιανης.
Το Λενιώ, η Μαντή… Θηλυκός Κατσαντώνης. Αλλά και Κοσμάς Αιτωλός. Με σκισμένο ράσο.
Μα κι ένας Πύρρος Δήμας. Που κανείς δεν ξέρει. Αν ζει ή αν πέθανε. Με το χρυσό μετάλλιο στα χέρια.

 

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το