Πολιτισμός

Ενα εργαστήρι δερμάτων μεταφέρεται στη Βενετία

Η Μαρία Παπαδημητρίου εκπροσωπεί τη χώρα μας φέτος στη Μπιενάλε της Βενετίας. Η καταξιωμένη 58χρονη εικαστικός, ζει τα τελευταία 14 χρόνια στον Βόλο, όπου διδάσκει τέχνη στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Η Μαρία Παπαδημητρίου εκπροσωπεί τη χώρα μας φέτος στη Μπιενάλε της Βενετίας. Η καταξιωμένη 58χρονη εικαστικός, ζει τα τελευταία 14 χρόνια στον Βόλο, όπου διδάσκει τέχνη στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Στην περιοχή «Παλιά» του Βόλου, εκεί όπου είναι συγκεντρωμένα τα τσιπουράδικα, υπάρχει ένα κατάστημα με την παράξενη επιγραφή «Αγριμικά, Δέρμα/Μαλλιά». Μέσα κάθεται ένας ηλικιωμένος άντρας. Τον λένε Δημήτρη Ζιώγα και είναι 81 ετών. Αγοράζει δέρματα ζώων από τα σφαγεία και τα μεταπωλεί σε εμπόρους. Είναι ειδικός των δερμάτων. Σήμερα, το μαγαζί του είναι σχεδόν άδειο – διαθέτει μόνο τα στοιχειώδη από επίπλωση και διακόσμηση. Πριν από ένα μήνα, η εικόνα ήταν τελείως διαφορετική. Στους τοίχους υπήρχαν ταριχευμένα ζώα, τομάρια, ποδήλατα, αποκόμματα από εφημερίδες, διαφημίσεις τσιγάρων, οικογενειακές φωτογραφίες, εικόνες του Βιετναμέζου πολιτικού Χο Τσι Μιν, καλάθια, σκόρδα. Ενα κολάζ από ετερόκλητα αντικείμενα, που όλα μαζί έδιναν την εντύπωση μιας σύγχρονης γλυπτικής εγκατάστασης.

Το εργαστήριο δερμάτων έχει μεταφερθεί αυτούσιο στην 56η Μπιενάλε της Βενετίας, που κάνει εγκαίνια σε λίγες ημέρες, αφού το μαγαζάκι αλλά και ο ίδιος ο τεχνίτης δερμάτων αποτελούν το έργο της Μαρίας Παπαδημητρίου, της καλλιτέχνιδας που εκπροσωπεί τη χώρα μας φέτος στη διεθνή εικαστική διοργάνωση (9 Μαΐου – 22 Νοεμβρίου).

Η καταξιωμένη 58χρονη εικαστικός, που ζει τα τελευταία 14 χρόνια στον Βόλο, όπου διδάσκει τέχνη στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ανακάλυψε τον χώρο αυτό πέρυσι τον Μάρτιο μαζί με τον συνάδελφό της, τον αναπληρωτή καθηγητή αρχιτεκτονικής Γιώργο Τζιρτζιλάκη (το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψαν σε αντικείμενο μαθήματος στο πανεπιστήμιο). «Περνούσα συχνά απέξω. Δεν καταλάβαινα όμως αν πουλούσε κάτι: είχε θολά τζάμια και αυτήν την παράξενη ταμπέλα. Από περιέργεια κόλλησα το πρόσωπό μου στη βιτρίνα για να δω τι υπάρχει μέσα. Εντυπωσιάστηκα. Ανοιξα την πόρτα και είδα δύο ηλικιωμένους κύριους να πίνουν καφέ. Ζήτησα να μάθω τι κάνουν. Ο ιδιοκτήτης μου απάντησε: “Τι να σου πω παιδάκι μου. Εχει μια δραστηριότητα αλλά έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα είναι ελαττωμένη. Γενικώς είμαι εδώ με τους φίλους μου και λέμε ιστορίες”». Συνάντησα τη Μαρία μερικές εβδομάδες προτού αποχωρήσει για την Ιταλία.

Το έργο της, που φέρει τον τίτλο «Why look at animals? Αγριμικά» είναι μια μικρογραφία της ελληνικής ιστορίας. «Αν δεν υπήρχε ο κύριος Ζιώγας, δεν θα υπήρχε το έργο. Του έχω κάνει πολύωρες συνεντεύξεις οι οποίες ενσωματώνονται στην έκθεση με τη μορφή βίντεο, καθώς και στο συνοδευτικό βιβλίο. Αυτός ο άνθρωπος μιλάει σαν λογοτέχνης! Είναι ο οδηγός μου στο να ξετυλίξω την Ιστορία, από σήμερα προς τα πίσω, μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θέλω ο θεατής που θα δει την έκθεση να μπει σε έναν προβληματισμό: την αναμέτρηση του ανθρώπου με τον φόβο. Οταν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με ένα άγριο ζώο, αλλάζουν οι σχέσεις του ως προς την πραγματικότητα. Καταλαβαίνει ότι δεν είναι πια ισχυρός. Ο φόβος μας αναγκάζει να μπούμε στην ουσία των πραγμάτων· χάρη σ’ αυτόν αλλάζουν οι αξίες της ζωής».

– Τι σημαίνει η λέξη «αγριμικά»; Την έψαχνα στο λεξικό αλλά δεν τη βρήκα.

– Ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας έδωσε την εξής ερμηνεία: «Η ετυμολογική προέλευση βρίσκεται στη λέξη της αρχαίας άγρα = κυνήγι ή και ψάρεμα. Τα αγριμικά (τοπική λαϊκή ιδιωματική) αναφέρονται συνήθως στα ζώα που θηρεύονται, αλλά διασταλτικά υπονοούνται επίσης τα σχετικά με το κυνήγι: παγίδες, εφόδια κ.τ.λ.

– Θα παρομοίαζες έναν καλλιτέχνη με ένα άγριο ζώο; Ως ένα πλάσμα το οποίο δεν τιθασεύεται, δεν ακολουθεί τα «πρέπει» της κοινωνίας…

– Ο Καραβάτζιο είναι αγριμικό. Ο Γκόγια επίσης. Αν είσαι άγριος ή όχι αυτό είναι θέμα χαρακτήρα. Εγώ, ας πούμε, είμαι σαν πρόβατο, αλλά δουλεύω με τα αγριμικά γιατί συνεχώς αναμετριέμαι με αυτό τον φόβο.

– Οταν ανέφερες στον κ. Ζιώγα ότι θέλεις να μεταφέρεις το εργαστήριό του στην Μπιενάλε της Βενετίας, πώς αντέδρασε;

– Μου είπε ότι «θα γίνουμε ρεζίλι. Αυτά τα πράγματα είναι άνευ αξίας – αφορούν μόνο εμένα. Γιατί να ενδιαφερθούν άλλοι γι’ αυτά;». Κι εγώ τότε μπήκα στη διαδικασία να του εξηγήσω πώς δουλεύει η τέχνη, ότι λειτουργεί με αλληγορίες και μεταφορές. Και νομίζω ότι κατάλαβε.

– Συχνά συναντάμε «συνθέσεις» κατασκευασμένες τυχαία από απλούς ανθρώπους, που ωστόσο μοιάζουν με καλλιτεχνήματα. Οπως το μαγαζί του κυρίου Δημήτρη. Πώς εξηγείται;

– Οι άνθρωποι «χτίζουν» πράγματα από ανάγκη. Ο,τι είναι αληθινό έχει υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Η αλήθεια ίσον αισθητική. Το ίδιο ισχύει με την καλλιτεχνική παραγωγή. Μπορεί ο κ. Δημήτρης να μην τοποθέτησε τα αντικείμενα με τις αρχές της σύνθεσης, όπως θα έκανε ένας καλλιτέχνης, αλλά το έπραξε από την ανάγκη του να διαφυλάξει την ιστορία του. Αυτός ο άνθρωπος είναι άριστος στη δουλειά του επομένως ό,τι κάνει είναι άριστο.
– Είναι το όνειρο κάθε καλλιτέχνη να εκπροσωπήσει τη χώρα του στην Μπιενάλε της Βενετίας;

– Δεν είχα όνειρο να πάω στην Μπιενάλε. Ετυχε. Φιλοδοξία μου είναι να κάνω τα έργα μου. Βέβαια, ύστερα από 25 χρόνια δουλειάς είναι μεγάλη τιμή που μια επιτροπή του υπουργείου Πολιτισμού πιστεύει σε μένα.

– Πώς μπορεί μια μικρή χώρα σαν τη δική μας να ανταγωνιστεί τα μεγαθήρια του εικαστικού κόσμου;

– Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Μέσα στην ατυχία μας, είμαστε τυχεροί. Ο άνθρωποι της τέχνης ενδιαφέρονται να δουν τι παράγει καλλιτεχνικά η χώρα μας αυτή τη στιγμή. Δεν είναι τυχαίο που έχω ήδη δώσει τέσσερις συνεντεύξεις σε ξένα μέσα.

– Το ελληνικό περίπτερο όμως βρίσκεται στο τέλος του Τζιαρντίνι (των κήπων της Βενετίας). Ο κόσμος έρχεται κουρασμένος και για λίγο. Πώς μπορείτε να τον κρατήσετε;

– Ολα τα περίπτερα έχουν catering και προσφέρουν αναμνηστικό δώρο. Το catering κοστίζει γύρω στις 12 χιλιάδες ευρώ. Επειδή δεν έχουμε κανένα λόγο να μπούμε σε τέτοια έξοδα, και επειδή είναι κάτι που σιχαίνομαι ούτως ή άλλως, σκεφτήκαμε να προσφέρουμε στους επισκέπτες αυτά που έχει ο κύριος Δημήτρης στο μαγαζί του. Ο κύριος Δημήτρης  τρώει ελιές, παξιμάδια, τυρί και πίνει τσίπουρο (αυτά μας τα έχουν  προσφέρει εταιρείες). Και θα  χαρίσουμε  ένα  δώρο-έκπληξη.

Εχει πάντα στραμμένο το βλέμμα της στην κοινωνία

– Συνήθως, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν είναι εύκολοι στις αλλαγές. Πώς αισθάνθηκε που του «σήκωσες» όλο το μαγαζί;

– Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν μήπως καταρρεύσει που του παίρναμε όλες του τις μνήμες. Γι’ αυτό στη μετακόμιση πήγα και εγώ. Ωστόσο είδα με μεγάλη ικανοποίηση ότι αισθάνθηκε απαλλαγμένος. Είχε ιντριγκαριστεί να διακοσμήσει το μαγαζί του με ένα άλλο τρόπο. Ηδη έχει αρχίσει να βάζει ξανά πράγματα στους τοίχους. Οπως ένας καλλιτέχνης έχει τη χαρά του καινούργιου καμβά, δηλαδή της νέας σκέψης, της νέας ιδέας.

– Θα έρθει στα εγκαίνια ο ιδιοκτήτης;

– Εννοείται ότι θα ήθελα να έρθει, αλλά ο παππούλης είναι δύσκολος στις μετακινήσεις.

Ο δημόσιος χώρος

Η Μαρία Παπαδημητρίου είναι κόρη ξενοδόχων. Σε ηλικία 24 ετών σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού (ENSBA). To 1989 κάνει την πρώτη της ατομική έκθεση στην γκαλερί της Ελένης Κορωναίου. Μέσω της γκαλερίστριας γνωρίζει τον διάσημο Γερμανό εικαστικό Μάρτιν Κιπενμπέργκερ, του οποίου υπήρξε βοηθός για ένα διάστημα («Μου δίδαξε να εργάζομαι με μέθοδο»). Από την αρχή της καριέρας της είχε πάντα στραμμένο το βλέμμα της στην κοινωνία. «Εβλεπα κάτι μου με εντυπωσίαζε και μετά έκανα βαθιά έρευνα πάνω σ’ αυτό» αποκαλύπτει. Ενα δείγμα γραφής της στάσης της στην τέχνη είναι το ΤΑΜΑ (Τemporary Autonomous Museum for All), που ίδρυσε το 1998. Εντυπωσιασμένη από τους καταυλισμούς των τσιγγάνων στην Αυλίζα, καθώς όσα έβλεπε εκεί της θύμιζαν έργα τέχνης, επινόησε ένα φανταστικό μουσείο στο οποίο καλούσε το κοινό να προσέλθει (το συγκεκριμένο έργο παρουσιάστηκε στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 2002). Στην προσπάθειά της να ειρωνευτεί την απουσία μουσείου σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, ανέπτυξε δεσμούς με την κοινότητα των Ρομά. «Ηρθα αντιμέτωπη με μια ομάδα ανθρώπων που ζει στα όρια της πόλης, οι οποίοι είναι παραβατικοί γιατί το κράτος τους έχει κάνει να είναι. Γιατί η κοινωνία χρειάζεται ένα σκουπιδότοπο για να ρίχνει τα περιττά. Ομως αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να προστατευτούν διότι έχουν μια φοβερή κουλτούρα». Από τους τσιγγάνους εμπνεύστηκε στη συνέχεια και άλλες δημιουργίες της, όπως το Ντάτσουν «Luv car» στην Outlook (2003), την κολεξιόν με τσιγγάνικα ρούχα στην έκθεση του DESTE Fashion Collection στο Μπενάκη. Το 2006 παρουσιάζει το «Plug Inn» στο νησί Λανζαρότε στο πλαίσιο της πρώτης Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής και Τέχνης των Καναρίων Νήσων. Το έργο μιλούσε για το πρόβλημα των μεταναστών, και συγκεκριμένα για τους Αφρικανούς που πεθαίνουν στη θάλασσα στην προσπάθειά τους να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη (σας θυμίζει κάτι αυτό;). «Εμείς οι καλλιτέχνες ουσιαστικά καδράρουμε την κοινωνία. Υπάρχουν κάποιοι που δουλεύουν στον δημόσιο χώρο. Εγώ είμαι μία από αυτούς· ο δημόσιος χώρος είναι ο καμβάς μου» καταλήγει.

πηγή www.kathimerini.gr

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το