Άρθρα

«Χριστόδουλος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού 1974 – 1998» του Αρχιμ. Επιφανίου Οικονόμου

Του Γιάννη Δ. Πατρίκου

Κυκλοφορήθηκε πρόσφατα στη Λευκωσία κι εδώ ως έκδοση του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Ι. Μονής Κύκκου, η Διπλωματική εργασία μετά την περάτωση των μεταπτυχιακών σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας και Πολιτισμού Λευκωσίας του πολυτάλαντου συμπολίτη μας Αρχιμ. π. Επιφάνιου Σ. Οικονόμου, εμβριθούς Θεολόγου και πολυγράφου συγγραφέως με τίτλο «Χριστόδουλος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού 1974 – 1998» σχ. 14Χ21,5 εκ. και σελ. 216.
Στην πρόσοψη του εξωφύλλου κάτω από τον τίτλο εικονίζεται με έγχρωμο φωτογραφία ο μακαριστός και αλησμόνητος σεπτός Μητροπολίτης μας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος. Επόπτης αυτής της Διπλωματικής εργασίας ήταν ο συμπολίτης μας επίτιμος Καθηγητής Ιστορίας του Ελληνισμού του ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και νυν Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Αθανάσιος Ευθ. Καραθανάσης. Αυτό το επιστημονικό του πόνημα ο π. Επιφάνιος αφιερώνει: «Στους αδελφούς Κληρικούς που έλαβαν την χάρη της Ιερωσύνης δια χειρών του αειμνήστου πνευματικού μας πατρός Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου του από Δημητριάδος».

Προλογίζει τη συγγραφή ο Σεπτός Ποιμενάρχης μας κ.κ. Ιγνάτιος αναφέροντας καρδιακά μεταξύ άλλων: «Πολλά έχουν γραφτεί για τον αείμνηστο Πρωθιεράρχη και Προκάτοχό μας. Ωστόσο, άλλη αξία έχει μια ιστορική αφήγηση του πολυκύμαντου βίου του από ένα πρόσωπο που τον έζησε από κοντά, όσο λίγοι. Ο π. Επιφάνιος υπήρξε στενό – από τα στενότερα, πνευματικά του τέκνα, αλλά και συνεργάτης του. Ιδιαίτερα δε κατά τη δεκαετή περίοδο της Αρχιεπισκοπικής διακονίας, βρισκόταν αδιάκοπα στο πλευρό του μέχρι και την ημέρα της εκδημίας του… Με τη χάρη του Θεού μάς έδωσε μια ολοκληρωμένη εικόνα του αειμνήστου Πρωθιεράρχου έως και τη χρονική στιγμή της αναδείξεώς του σε Αρχιεπίσκοπο, διατηρώντας τη γραφίδα του αντικειμενική, λιτή, νηφάλια, προσεκτική».
Ο συγγραφέας π. Επιφάνιος στο «Προλογικό σημείωμα» με συγκίνηση διατυπώνει: «Με αξίωσε η Χάρις του Θεού να γράψω και να καταθέσω την ιστορική και βιωματική μου εμπειρία για το πρόσωπο εκείνο που σημάδεψε καθοριστικά τη ζωή μου ήδη από τα παιδικά μου χρόνια, την ορίζει και ως φαίνεται θα την ορίζει έως το τέλος του βίου μου… Στην παρούσα μελέτη καταθέτω προσωπικές εμπειρίες και μαρτυρίες ιστορικές για το ποιος ήταν ο Μακαριστός Χριστόδουλος ως Ποιμενάρχης Δημητριάδος. Ασφαλώς, περισσότερα για την προσωπικότητα και το έργο του θα πει η ιστορία… Ταπεινός μου πόθος είναι η παρούσα μελέτη να βοηθήσει τους ερευνητές του μέλλοντος να μελετήσουν εγκύρως τη σύγχρονη Εκκλησιαστική ιστορία της οποίας ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος υπήρξε βασικός πρωταγωνιστής για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Κατατίθεται δε ως ελάχιστος φόρος τιμής και ευγνωμοσύνης στην αγέραστη μνήμη του».

Το όλο περιεχόμενο της συγγραφής κατανέμεται ευμέθοδα σε τρία (Α’, Β’, Γ’) μέρη. Στο Α’ Μέρος (1922 – 1974) εξιστορούνται τα της καταγωγής των γονέων του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνου και Βασιλικής Παρασκευαΐδη από την Ανδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης που μετά την ολέθρια Μικρασιατική καταστροφή (1922) έφθασαν πρόσφυγες κι εγκαταστάθησαν στην Ξάνθη, όπου γέννησαν τα δύο τέκνα τους, Ιωάννη (1926) και Χρήστο (17-1-1939) τον μετέπειτα Χριστόδουλο και το 1941 κατήλθαν στην Αθήνα εγκατασταθέντες αρχικά στο Χαλάνδρι και τελικά στην ενορία Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη Αθηνών, τα παιδικά, τα γυμνασιακά χρόνια στη Λεόντειο Σχολή, τα φοιτητικά στη Νομική Αθηνών, η γνωριμία με τον Γέροντα Καλλίνικο Καρούσο, η ίδρυση της Αδελφότητος «Χρυσοπηγή» και η ένταξή του σ’ αυτή και στην Εκκλησία του Χριστού ως άγαμος κληρικός και γενικότερα η ιερατική του ζωή στα Μετέωρα και στην Αθήνα (Παναγίτσα Παλ. Φαλήρου), μέχρι την πανάξια εκλογή του ως Μητροπολίτου Δημητριάδος (13 Ιούλ. 1974) κατόπιν προτάσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ, ο οποίος πληροφορήθηκε και βίωσε εκ του σύνεγγυς τη δαψίλεια των διοικητικών, μορφωτικών, χαρισμάτων του αρχιγραμματεύοντος τότε της Ι. Συνόδου Αρχιμ. Χριστοδούλου.

Στο Β’ Μέρος (1974 – 1984) ο συγγραφέας με πειστικό γλαφυρό λόγο εκτυλίσσει τα της επιλογής του μακαριστού Χριστοδούλου ως Μητροπολίτου Δημητριάδος, παρεμβάλλοντας μια σύντομο ιστορική επισκόπηση αυτής, τα της αφίξεως στον Βόλο κι ενθρονίσεως του νέου ποιμενάρχου Δημητριάδος (4 Αυγ. 1974), το πολύπτυχο έργο του κατά την α’ δεκαετία (1974 – 1984) στη διοίκηση, ποιμαντική μέριμνα για επιμόρφωση και ανανέωση του ι. κλήρου, πνευματική καλλιέργεια του λαού, καλλιέργεια της Λειτουργικής ζωής και της ιεροκηρυτικής διακονίας, ποιμαντική Γάμου και Οικογένειας, ποιμαντική των νέων προσέγγιση, τολμηρό άνοιγμα στις Επιστημονικές ομάδες της Μαγνησίας, το πολύπλευρο κοινωνικό του έργο στον Βόλο και στην ευρύτερη περιοχή της Μητροπόλεως Δημητριάδος.
Μετά την παρεμβολή φωτογραφικών ενθυμημάτων εκφαινόντων σταθμούς της ζωή του αοιδίμου Πρωθιεράρχου έπεται το Γ’ Μέρος (1984 – 1998) στο οποίο παρουσιάζονται οι κληρικοί συνεργάτες του, οι νέες ποιμαντικές πρωτοβουλίες για τη νεότητα, την οικογένεια, τους φυλακισμένους, η ίδρυση Εκκλησιαστικών Μέσων Επικοινωνίας: Ραδιοφωνικός Σταθμός «Ορθόδοξη Μαρτυρία», ιστοσελίδα Ι. Μ. Δημητριάδος, λειτουργία Ελευθέρου Πανεπιστημίου με σκοπό την ανακάλυψη της ιδιοπροσωπίας του Ορθοδόξου Ελληνικού μας λαού και την αντιμετώπιση της πολιτιστικής και πνευματικής κρίσεως που διήρχετο αυτός. Λειτούργησαν τρεις Κύκλοι Σπουδών: Α’ (Φεβρ – Απριλ. 1997) με θέμα: «Ο νέος Ελληνισμός και η Δύση», ο Β’ (Οκτ. – Δεκ. 1997) με θέμα: «Η Ελληνορθόδοξη ζωή και παράδοση και η ιστορική πρόκληση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», ο Γ’ Κύκλος (Ιαν. – Απριλ. 1998) με θέμα: «Τομές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα». Κλήθηκαν κι ανέπτυξαν σχετικά με τους Κύκλους θέματα διαπρεπείς λαϊκοί και κληρικοί καθηγητές ΑΕΙ και άλλες εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες.

Παράλληλα καταγράφεται η συμβολή του Χριστοδούλου στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στην αντιμετώπιση μεγάλων εκκλησιαστικών ζητημάτων, όπως του Πολιτικού Γάμου, της Εκκλησιαστικής περιουσίας, της αποκαταστάσεως των Ιερωνυμικών Μητροπολιτών, η υπεύθυνος στάση του έναντι των εθνικών θεμάτων: Κυπριακού, Βορειοηπειρωτικού, Μακεδονικού, των αναφυόμενων από τους Τούρκους προβλημάτων στη Δ. Θράκη, καθώς και η άγρυπνη έγνοια του για την Ελληνική Παιδεία, τη γλώσσα, αλλά και η νηφάλια οικουμενική στάση του έναντι της προοπτικής για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. «Δεν μπορούσε ο Χριστόδουλος, γράφει με περισσή συγκίνηση ο π. Επιφάνιος, να κλείσει τα μάτια του στην έκπτωση των αξιών, στην φτωχοποίηση του ήθους, στη διάλυση της οικογένειας, στην καρκινοβατούσα Παιδεία. Δεν μπορούσε να αγνοήσει τα προκλητικά παραδείγματα των ηγετών του τόπου που κατέστρεφαν τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής… Δεν άντεχε να βλέπει την εισβολή της αθεΐας στα σχολεία, την αλλοτρίωση της γλώσσας, τον εκτροχιασμό των Μ.Μ.Ε., τον θρίαμβο της αναξιοκρατίας και του νεποτισμού…».

Στη συνέχεια γίνεται λόγος για το συγγραφικό έργο του Χριστοδούλου και στο «Επίμετρον» για τα σχετικά με την κατά πάντα άξια εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος (28 Απρ. 1998) και το ιστορικό αυτό πόνημα επιστέφεται με το «Παράρτημα» όπου καταχωρίζονται: Α’ Κατάλογος συγγραμμάτων του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου που συνέγραψε: Ως Διάκονος και Πρεσβύτερος (25), ως Μητροπολίτης Δημητριάδος (187), ως Αρχιεπίσκοπος (14), μεταφράσεις (3) κι εκδόσεις έργων του μετά θάνατον (14), Β’ Ιστορικά κείμενα: 1) Ενθρονιστήριος Λόγος Μητροπολίτου Δημητριάδος Χριστοδούλου, 2) Λόγος Επιβατήριος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, 3) Ιδιόχειρο σχεδίασμα κηρύγματος «Η Τριλογία του Γολγοθά» Μ. Παρασκευή 1979 (εις Παραλία) και πλούσια βιβλιογραφία.
Εξαίρετο, βιωματικό, συγκινητικό, ιστορικό πόνημα γραμμένο με περισσή μεθοδικότητα το βιβλίο τούτο του Θεοχαρίτατου Αρχιμ. π. Επιφανίου Σ. Οικονόμου για τον πνευματικό του πατέρα αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο τον από Δημητριάδος, του οποίου υπήρξε πολύ στενός συνεργάτης και στον Βόλο και στην Αθήνα, αφετηρία για τον ιστορικό του παρόντος και του μέλλοντος που θα θελήσει να καταπιαστεί και μελετήσει εμβριθώς την πολυσύνθετο φωτεινή προσωπικότητα του αλησμόνητου Ποιμενάρχου μας Χριστόδουλου. Γι’ αυτό εκθύμως συγχαίρομε τον σεβαστό συγγραφέα ευχόμενοι ολοψύχως να έχει υγείαν κατ’ άμφω και τον άνωθεν φωτισμό να μας προσφέρει κι άλλους εύχυμους του ανύστακτου γόνιμου πνεύματός του καρπούς.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το