Άρθρα

Θρησκεία και ανεξιθρησκία

του Δημήτρη Σιάτρα

εισαγωγικά
Το ζήτημα της θρησκείας είναι συνδεδεμένο με το ανθρώπινο φέρεσθαι πάνω στη γη και ενσωματώνει δύο βασικές επιδιώξεις: Πρώτη επιδίωξη είναι η τελειοποίηση της ατομικής ανθρώπινης οντότητας, με βάση τις ηθικο-πνευματικές αρχές της οικείας θρησκευτικής διδασκαλίας. Στην ίδια επιδίωξη ανήκει και η μέριμνα του ατόμου για την ψυχική του σωτηρία. Το τελευταίο αυτό συνδέεται με την πίστη στην ύπαρξη ενός υπέρτατου Όντος και στην πνευματική σχέση του ανθρώπου προς αυτό. Δεύτερη επιδίωξη είναι ο εξαγνισμός της ανθρώπινης ζωής πάνω στη γη. Η επιδίωξη αυτή συνδέεται με την πίστη ότι η τήρηση των θρησκευτικών αρχών, που είναι εξ ορισμού ηθικές, θα σώσει την κοινωνική ζωή από τις ποικίλες νοσηρότητες που τη διαστρέφουν. Ειδικότερα, η δεύτερη επιδίωξη συνίσταται στην προσπάθεια του ανθρώπου να τεθεί υπό την καθοδήγηση μιας αγαθής αρχής απέναντι στις εκφάνσεις του κακού, οι οποίες προέρχονται τόσο από την ίδια τη φύση του όσο και από τα αρνητικά πρότυπα που δημιουργεί σ’ αυτόν η συνύπαρξή του με τους άλλους ανθρώπους (ανήθικες απολαύσεις, αθέμιτοι τρόποι κτήσης οικονομικών αγαθών κ.λπ.). Ως προς το τελευταίο αυτό, ο I. Kant παρατήρησε ότι: «Οι άνθρωποι διαφθείρουν αμοιβαίως την ηθική καταβολή ο ένας του άλλου».1

Θρησκεία
Χρέος του ανθρώπου, έναντι της προς αυτόν φυσικής δωρεάς, είναι να ανυψωθεί ο ίδιος προς ένα ηθικο-πνευματικό ιδεώδες, ώστε να προαγάγει την ατομική του ύπαρξη και, κατ’ επέκταση, το γενικό επίπεδο της ανθρώπινης ζωής.
Στη ζωή των ανθρώπων, τα θεωρούμενα και διεκδικούμενα ως αγαθά είναι, κατά τις υποκειμενικές ανάγκες, εκτιμήσεις και προαιρέσεις των ατόμων, πολλά και διάφορα. Εντούτοις, για τη συλλογική ζωή των ανθρώπων, κοινό αγαθό είναι η σύσταση μεταξύ τους μιας ηθικής κοινότητας. Τρόπος σχηματισμού μιας τέτοιας κοινότητας είναι και η θρησκεία, η οποία, προκειμένου να αποκτήσει τον καθολικό και δημόσιο χαρακτήρα της κοινότητας, λαμβάνει τη μορφή της εκκλησίας.2
Η θρησκεία και η ορατή έκφανσή της, η εκκλησία, είναι ένα σύστημα παραδοχών σχετικά με την ύπαρξη και το θέλημα ενός υπέρτατου όντος, εκφράζεται δε με μια σειρά λειτουργικών εκδηλώσεων. Η υπόσταση και η λειτουργική έκφραση του συστήματος αυτού, σε κοσμικό επίπεδο, προϋποθέτει την τήρηση ορισμένων κανόνων.
Οι άνθρωποι που εντάσσονται σε μια θρησκευτική κοινότητα αποδέχονται τη δημόσια θρησκευτική λατρεία και μετέχουν σ’ αυτή, οπότε υπόκεινται στην ίδια διαπαιδαγώγηση σχετικά με τη συγκεκριμένη θρησκευτική αλήθεια και τον οικείο τύπο λατρείας.3
Ιδιαίτερη θρησκευτική μορφή συνιστά η περίπτωση της θεοκρατίας (Ιουδαϊσμός, Ισλάμ), στην οποία το θέλημα του Θεού, που είναι διατυπωμένο σε οικεία θέσφατα (δέκα εντολές, Κοράνιο), πρέπει να αποτελεί και την κυρίαρχη πολιτική (κρατική) θέληση, με την έννοια ότι αυτό που ορίζει ο Θεός είναι και νόμος της πολιτείας. Λ.χ. στο ισλαμικό αρχέτυπο, η πολιτεία ταυτίζεται με την κοινωνία των πιστών (umma). Επομένως, το Ισλάμ συγκροτεί θεωρητικά έναν θρησκευτικο-πολιτικό οργανισμό. Αυτή την ενότητα αποδίδει χαρακτηριστικά η εμβληματική ρήση «al Islam din wa dawla» (=το Ισλάμ είναι θρησκεία και Κράτος). Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι και στα μη θεοκρατικά πολιτεύματα που δέχονται τη θρησκεία ως ουσιώδες στοιχείο της εθνικής και κοινωνικής ζωής, επιδιώκεται μια λειτουργική συνύπαρξη της θείας εντολής (fas, όσιο) και του τεθειμένου – για την πρακτική ζωή των ανθρώπων – δικαίου (jus).4
Απόλυτη απαξίωση του θρησκευτικού φαινομένου και άρνηση των οικείων πνευματικών παραδοχών εκφράζει ο υλιστικός αθεϊσμός. Εξάλλου, δομική κριτική στο θρησκευτικό φαινόμενο άσκησε και ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη μιας «εξ αποκαλύψεως αλήθειας» και εμπιστεύτηκε την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού στην ανθρώπινη νόηση. Σχετική υπήρξε η ιδέα του Διαφωτισμού περί «φυσικής θρησκείας» (Theologia naturalis, Deismus). Από τις απόψεις των νεοελλήνων διαφωτιστών, ξεχωρίζουν οι εξής: «…δοξάζουν ένα ον έξω του κόσμου τούτου … εκ μόνου του νοός εγνωσμένον…» (Ευγένιος Βούλγαρης) και «…έχει να αποδείξει με το φυσικόν φως του νου μας την ύπαρξιν του Θεού» (Δ. Καταρτζής.5
Στην ιστορία της ανθρωπότητας, η επιστημονική προσπάθεια για διεύρυνση της γνώσης και η θρησκευτική πίστη σε οντότητες και αξίες ευρισκόμενες πέραν του χώρου του αισθητού συνυπήρξαν πάντοτε, με την έννοια ότι η θρησκευτική πίστη ουδέποτε ανέκοψε την πρόοδο της επιστήμης, και η επιστήμη ουδέποτε επέφερε εξάλειψη της θρησκευτικής πίστης.

ανεξιθρησκία
Η ανεξιθρησκία συνίσταται στην αναγνώριση του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να διατηρεί και να εκφράζει ελεύθερα τις δικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ως νομική αναγνώριση και ως κοινωνική πρακτική, η ανεξιθρησκία έχει νόημα, όταν σε μια κοινωνία γίνεται πρακτικά και επίσημα δεκτό, από την πλειονότητα των ανθρώπων και από την πολιτική τους εξουσία, ένα ορισμένο θρήσκευμα. Σ’ αυτό το πλαίσιο δοκιμάζεται η κοινωνικο-πολιτική ανοχή απέναντι στις εκδηλώσεις των θρησκευτικών πεποιθήσεων που διαφέρουν από το επικρατούν θρήσκευμα.
Η ανεξιθρησκία, ως νομικός και συνειδησιακός όρος στη ζωή ενός λαού, προϋποθέτει την πολιτειακή αναγνώριση και την κοινωνική αποδοχή της ελευθερίας κάθε θρησκευτικής συνείδησης. Οι πνευματικές και αγωνιστικές προσπάθειες για την αναγνώριση της ελευθερίας αυτής, ως προστατευόμενου δικαιώματος του ανθρώπου, άρχισαν πριν από αιώνες. Στη μεγάλη αυτή ιστορική διαδρομή, σταθμούς αποτέλεσαν:
– η «Συμφωνία του Λαού» του Ol. Cromwell (1647),
– η αμερικανική «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» (1776) μαζί με τις 10 Τροποποιήσεις του αμερικανικού Συντάγματος (1791),
– η γαλλική «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» (1789),
– ο «Λόγος των τεσσάρων ελευθεριών» του F. Roosevelt (1941),
– η «Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών» (1942),
– ο «Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ» (1945),
– η «Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» (1948),
– η «Σύμβαση προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» (1950).
Στην εννοιολογία της ανεξιθρησκίας δεσπόζουν δύο στοιχεία, το πνευματικό και το πολιτειακό (σε γενική έννοια):
Το πνευματικό στοιχείο συνδέεται με την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και με την μέριμνα του ανθρώπου για την ψυχική του σωτηρία. Ως εκ τούτου, ο περιορισμός της ελευθερίας του θρησκεύεσθαι ή η αναγκαστική, έστω και έμμεσα, ένταξη σ’ ένα πολιτειακά αναγνωρισμένο (επίσημο) θρήσκευμα αντιβαίνει προς την πνευματική ελευθερία και προς το δικαίωμα της θρησκευτικής επιλογής του ανθρώπου. Σ’ ό,τι αφορά δε την αναγκαστική ένταξη του ατόμου σε ορισμένο θρήσκευμα, ο J. Locke χαρακτήρισε την ένταξη αυτή ως «ματαιοπονία, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί πνευματικά με τη βία».6
Στο πλαίσιο μιας πολιτείας μη θεοκρατικής εκτιμάται ιδιαίτερα η αξία της θρησκευτικής κοινότητας. Σε μια κοσμική πολιτεία, η θρησκευτική ομοιογένεια του έμψυχου στοιχείου της (λαού) θεωρείται επιθυμητό στοιχείο, από την άποψη ότι η συνθήκη αυτή: α. ανήκει στα συστατικά ή ενισχυτικά στοιχεία της εθνικής συνείδησης (κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία, κοινές φυλετικές και ιστορικές παραδόσεις), και β. αποκλείει την περίπτωση δημιουργίας θρησκευτικών συγκρούσεων, των οποίων ο τραγικός χαρακτήρας και η καταστροφική αποτελεσματικότητα έχουν αδιαμφισβήτητη ιστορική πιστοποίηση (νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου του 1572, τριακονταετής πόλεμος της περιόδου 1618-1648, συγκρούσεις στο Ισλάμ μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών).
Σε μια δημοκρατικά οργανωμένη πολιτεία συμφύονται δύο διακριτά αιτούμενα: α. η ανεξιθρησκία, ως έκφραση και εφαρμογή ενός πνευματικού και κοινωνικο-πολιτικού ιδεώδους, τουτέστιν της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, και β. η θρησκευτική ομοιογένεια, ως ενωτικό στοιχείο της έμψυχης συνιστώσας της πολιτείας, δηλαδή του λαού. Σαφώς, επιθυμητή είναι η σύζευξη (συνύπαρξη) των προαναφερθέντων διακριτών στοιχείων, την οποία επιδιώκουν τα συντάγματα των περισσότερων – μη θεοκρατικών – πολιτειών, προστατεύοντας την τυχόν επικρατούσα (πλειοψηφικά) θρησκεία στη χώρα, με παράλληλη όμως προστασία και της ελεύθερης λατρευτικής έκφρασης κάθε άλλης θρησκευτικής συνείδησης ατόμων ή ομάδων, εφόσον βέβαια η τελευταία δεν παραβιάζει την ισχύουσα στη χώρα νομική τάξη.

επιλεγόμενα
Καθήκον μιας πολιτειακής οντότητας είναι η εξασφάλιση των απαραίτητων για τη ζωή του λαού υλικών και πνευματικών αγαθών. Στα πνευματικά αγαθά ανήκει ασφαλώς και η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Η ελευθερία αυτή, που αποτελεί αναγνωρισμένο ανθρώπινο δικαίωμα, εκτιμάται σε δύο επίπεδα: το ατομικό και το πολιτειακό. Στο πρώτο επίπεδο είναι κυρίαρχο το πνευματικό στοιχείο της πίστης, που είναι ανεπίδεκτο οποιασδήποτε εξωτερικής παρέμβασης και κατοχυρώνεται από τα καταστατικά κείμενα των ανθρώπινων ελευθεριών. Στο δεύτερο επίπεδο αξιολογείται το θρήσκευμα ως σημαίνον στοιχείο της ψυχοπνευματικής στάσης ενός λαού, στην πλειονότητά του. Η στάση αυτή είναι το έδαφος πάνω στο οποίο εκβλαστάνουν ηθικά, κοινωνικά και πολιτιστικά οράματα ζωής.
Οι πολιτικές αντιλήψεις, που εκτιμούν ανάλογα τη δύναμη και τις επιδράσεις της θρησκευτικής ιδέας στην κοινωνική ζωή, πρέπει να εγγυώνται την ύπαρξη και τις εκδηλώσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, μέσα στα πλαίσια μιας πολιτειακής τάξης.

Σημειώσεις
1. I. Kant, Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνον, μτφ. Κ. Ανδρουλιδάκης, Αθήναι 2007, σελ. 174, 180.
2. Πρβλ. I. Kant, όπ.π., σελ. 277-278.
3. Βλ. J. Locke, Επιστολή για την ανεξιθρησκία, μτφ. Γ. Πλάγγεσης, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 167.
4. Βλ. Δ. Σιάτρα, Κοινωνία και Δίκαιο, Αθήνα 2016, σελ. 94, 104, 106.
5. Βλ. Π. Κονδύλη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1998, σελ. 18-19, 140.
6. Βλ. J. Locke, όπ.π., σελ. 167.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το