Πολιτισμός

Σύνθια Μπατσή: Η Βολιώτισσα ηθοποιός προσεγγίζει έννοιες και αξίες με τις «Αθάνατες»

Γεννημένη και μεγαλωμένη στον Βόλο, σπουδαγμένη στη Θεσσαλονίκη στη Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος αλλά στη Φιλοσοφική Σχολή, έδειξε από πολύ νωρίς ότι οι λέξεις και οι σκέψεις δεν αφορούν μόνον φίλους και παρέες, αλλά και άλλους, κοινό, θεατές… Άλλωστε, από παιδί συμμετείχε σε παραστάσεις άλλοτε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Βόλου και άλλοτε στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου τότε ως ένα παιδί που ονειρευόταν και στη συνέχεια ως ηθοποιός που βιώνει ως όνειρο την πραγματικότητα. Σε παραστάσεις σε κεντρικές αθηναϊκές σκηνές, αλλά και στον Βόλο και αλλού, η Σύνθια Μπατσή, κόρη του δικηγορικού ζεύγους Μπατσή – Μπαξεβανίδου, έδειξε ενεργά και θαρρετά ότι ο πολιτισμός που η οικογένειά της στήριζε ως πράξη και συμπεριφορά, ως καθημερινότητα όφειλε να βρει διέξοδο με τον δικό της δρόμο. Με παρουσία στη σκηνή και τη ζωή που επιβάλλεται και με διάθεση να μη σταματήσει να βιώνει ό,τι αξιώθηκε να υπηρετήσει η όμορφη και ταλαντούχα ηθοποιός, αυτό το καλοκαίρι ζει μέσα από την παράσταση «Αθάνατες» μια διαφορετική εκδοχή της Ελληνικής Επανάστασης… Κι όλα τα αισθήματα και τις αισθήσεις που ενεργοποιούνται από την παράσταση αυτή, τα μεταφέρει, όπως και τα σχέδια και τα όνειρά της, μιλώντας με ανεπιτήδευτη άνεση και ευγένεια και με το χαμόγελό της που φωτίζει το πρόσωπό της και τις ζωές μας…

Παράσταση στο πλαίσιο του επετειακού χαρακτήρα και ηρωίδες που μας μαθαίνουν ιστορία… Πώς αισθάνεστε που συμμετέχετε ενεργά στη διάσωση της ιστορικής μνήμης;
Οι «Αθάνατες» είναι μία παράσταση με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, σε κείμενο της Τάνιας Χαροκόπου και σκηνοθεσία του Λεωνίδα Λοϊζίδη. Οι ηθοποιοί, με τους οποίους συνεργάζομαι, είναι η Μαίρη Βιδάλη, ο Κωνσταντίνος Ζαμπάρας, ο Βασίλης Μπατσακούτσας και η Ρούλα Αντωνοπούλου. Το έργο πραγματεύεται τη ζωή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και της Μαντώς Μαυρογένους. Μέσα από τη διαδικασία της προετοιμασίας αυτής της παράστασης γνώρισα τόσο καλά την ιστορία αυτών των δύο γυναικών και ειδικότερα τη Μαντώ Μαυρογένους που είναι και ο ρόλος που υποδύομαι. Είναι ευτύχημα το θέατρο να συμβάλει στη διάσωση της ιστορικής μνήμης. Το κοινό γνωρίζοντας ή ξαναγνωρίζοντας το παρελθόν μέσα από μια παράσταση, συμμετέχει στη δημόσια ιστορία και γίνεται κατά κάποιον τρόπο μέρος της ή έστω παράγοντας της συνέχειάς της. Με χαροποιεί ιδιαίτερα να ξέρω πως κάπως επηρεάζω αυτή τη συλλογική προσπάθεια.

Οι ρόλοι αυτοί συχνά στιγματίζουν τους ηθοποιούς, τους δένουν ισχυρά χάρη στη δύναμή τους. Έχετε αισθανθεί αυτή τη νοερή σχέση; Οι παραστάσεις που στηρίζονται στα ιστορικά γεγονότα, επιδέχονται προσωπική προσέγγιση ή οι ρόλοι πρέπει να θεωρούνται δεδομένοι;
Νομίζω ότι με όλους τους ρόλους που είχα την τύχη να καταπιαστώ, δημιουργείται ένα ιδιαίτερο δέσιμο. Το ότι η Μαντώ Μαυρογένους είναι ένα ιστορικό υπαρκτό πρόσωπο αφενός μου δημιουργεί ένα αίσθημα μεγαλύτερης ευθύνης, αφετέρου με κάνει να έχω πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών για την κατασκευή του ρόλου μου. Μπορεί για χάρη της πλοκής ή της δομής ενός χαρακτήρα να γίνεται μια πιο ελεύθερη ανάγνωση της επίσημης ιστορίας, πάντα όμως με σεβασμό προς τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, ιδίως όταν αυτά φορτίζονται από το βάρος της παράδοσης και της κοινής μνήμης. Κανένας ρόλος δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος. Ο ηθοποιός κατασκευάζει τους ρόλους του, όπως ένας επιπλοποιός κατασκευάζει έπιπλα. Βασικά εργαλεία είναι το κείμενο, οι πληροφορίες που βρίσκει ή δημιουργεί για τον εκάστοτε ρόλο, τα εκφραστικά του μέσα και φυσικά η σκηνοθετική γραμμή. Γι’ αυτό και στο ίδιο έργο, στην ίδια σκηνοθεσία, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε την ίδια ερμηνεία από δύο διαφορετικούς ηθοποιούς.

Μιλήστε μας για την έως τώρα υποδοχή του κοινού στην παράστασή σας… Πού έχετε παίξει και πού θα παίξετε;
Μέχρι στιγμής η υποδοχή του κοινού είναι ιδιαίτερα θερμή. Οι θεατές έρχονται και μας μιλάνε μετά την παράσταση συγκινημένοι. Προς το παρόν έχουμε παίξει στις Σπέτσες στην αυλή του σπιτιού της Μπουμπουλίνας – εκεί η παράσταση βρέθηκε σε έναν από τους αυθεντικούς της χώρους και πήρε άλλες διαστάσεις και για μας τους ηθοποιούς και για το κοινό – στο Δημαρχείο της Κηφισιάς και στο θέατρο Σάρας Μαρκοπούλου. Στις 28, 29 και 30 Ιουλίου θα είμαστε στην Κρήτη, τον Αύγουστο θα παίξουμε στις Κυκλάδες και τη Βόρεια Ελλάδα, και τον Σεπτέμβρη θα είμαστε στη Νέα Σμύρνη, 3/9 στο Βεάκειο στον Πειραιά, στο Χαϊδάρι, και σε άλλα θέατρα της Αθήνας.

Πιστεύετε ότι μια παράσταση, ένας ρόλος, μια Ηρωίδα μπορούν να σταθούν αφορμή για περαιτέρω αναζήτηση δεδομένων και εξελίξεων;
Ναι, το πιστεύω και το θεωρώ μεγάλο κέρδος. Η μυθοπλασία και η δραματουργία, ακόμα και όταν βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την επιστημονική ιστοριογραφία, αλλά συχνά λειτουργούν υποστηρικτικά ή και συμπληρωματικά προς αυτήν. Η παράσταση αυτή φωτίζει κάποιες προσωπικότητες και στιγμές της επανάστασης. Έστω και ένας θεατής να γυρίσει στο σπίτι του και να θελήσει να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες, για μένα είναι σημαντικό. Και αν κρίνω από τις μέχρι τώρα αντιδράσεις του κοινού, νομίζω πως η συγκεκριμένη παράσταση το πετυχαίνει αυτό.

Εν μέσω πανδημίας και μετά από δύο δύσκολες θεατρικές περιόδους πώς αισθάνεστε με το κοινό;
Ένιωσα τεράστιο ενθουσιασμό όταν πήγα να παρακολουθήσω την πρώτη παράσταση, μετά από τόσο καιρό, φέτος το καλοκαίρι. Από την πλευρά του κοινού δηλαδή. Λίγο αργότερα, όταν εγώ βρέθηκα επί σκηνής, ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Γενικά αντιλαμβάνομαι ότι έχω την ανάγκη να αφήσω πίσω μου όλον αυτόν τον εγκλεισμό και τον αποκλεισμό που ζήσαμε, αν οι συνθήκες το επιτρέπουν φυσικά.

Δώστε μας στοιχεία για τα σχέδιά σας, υπάρχει προγραμματισμός για τη χειμερινή περίοδο;
Εδώ να αναφέρω ότι φέτος είμαι και βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση «Το νησί των σκλάβων» του Μαριβώ, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη. Είναι μια κωμική παράσταση, που επίσης περιοδεύει αυτό το καλοκαίρι. Τον χειμώνα, από 24 Οκτώβρη, θα βρίσκομαι τα Δευτερότριτα στο θέατρο Βαφείο, στην παράσταση «Ονόριο», σε κείμενο Στέφανου Παπατρέχα και σκηνοθεσία Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα. Είναι ένα έργο που μιλάει για την εξαπάτηση και για το πόσες διαφορετικές πτυχές μπορεί να έχει μια ιστορία ανάλογα με το ποιος τη διηγείται κάθε φορά. Από Φεβρουάριο θα είμαι στο θέατρο Άβατον με δύο μονολόγους, τη «Φροσύνη», που έχει να κάνει με την ιστορία της κυρά Φροσύνης, και την «Πασού», που είναι το αντίπαλο δέος της Φροσύνης, και πάλι σε κείμενο Στέφανου Παπατρέχα και σκηνοθεσία Λάζαρου Βαρτάνη και Στέφανου Παπατρέχα.

Ο Βόλος, η πόλη σας, είναι όπως έχετε δηλώσει εφαλτήριο και λιμάνι για εσάς… Έχει τη δύναμη να κρατήσει ενεργό θεατρικό μέλλον για έναν ηθοποιό;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Βόλο. Αν και έζησα αρκετά χρόνια στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, ο Βόλος είναι πάντα η αγαπημένη μου πόλη. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιούμε συχνά και στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου εκτός από τις αθηναϊκές σκηνές. Επίσης, προ καραντίνας φρόντιζα να έρχονται κάποιες παραστάσεις από Αθήνα στο Lab Art στον πολυχώρο Τσαλαπάτα. Νομίζω ότι ο Βόλος έχει ένα κοινό που διψάει για θέατρο. Επίσης, ο Γρηγόρης Γαλάτης κάνει πάρα πολύ αξιόλογη δουλειά ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Δεν θα έλεγα όμως ότι είναι εύκολο ένας ηθοποιός να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνιμα στον Βόλο.

Εάν κλείσετε τα μάτια και ανοίξετε την καρδιά σας τι θα μπορούσατε να μας πείτε για τα όνειρα που κάνετε, τι είναι αυτό που προσδοκάτε;
Με απόλυτη ειλικρίνεια, ανοιχτή καρδιά και κλειστά μάτια, θα ήθελα να είμαι υγιής, ευτυχισμένη, πλούσια και να χτυπάει το τηλέφωνό μου για να μου προτείνουν υπέροχους ρόλους.

Η καλύτερη έως τώρα στιγμή στην καλλιτεχνική σας πορεία ποια ήταν;
Οι μονόλογοι «Φροσύνη» και «Πασού», που δυστυχώς διακόπηκαν πέρσι λόγω καραντίνας. Είναι δύο κείμενα που όταν τα πρωτοδιάβασα εκστασιάστηκα τόσο, που αποφάσισα να αναμετρηθώ με τον μονόλογο – κάτι που μέχρι τότε δήλωνα ότι δεν θα τολμήσω ποτέ. Επίσης η συνεργασία μου σε αυτές τις δύο παραστάσεις με τον Λάζαρο και τον Στέφανο ήταν ό,τι πιο δημιουργικό μου έχει τύχει. Όλες οι παραστάσεις, στις οποίες έχω βρεθεί, αποτελούν δώρα. Αυτοί οι δύο μονόλογοι ήταν τα μεγαλύτερα.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το