Πολιτισμός

Συνεχίζοντας την παράδοση του ιστορικού μυθιστορήματος

Του Σπύρου Κουτρούλη*

Το βιβλίο της Σοφίας Κανταράκη «Η προφητεία του αίματος» (Εναλλακτικές Εκδόσεις) συνεχίζει την παράδοση του ιστορικού μυθιστορήματος που διαμόρφωσαν συγγραφείς όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με τους «Έμπορους των Εθνών», ο Άγγελος Τερζάκης με την «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος με το «Γεννήθηκα το 1402».
Η περίοδος που αναφέρεται είναι το Βυζάντιο κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός και είχε ξεκινήσει να δέχεται τις ανεξέλεγκτες καταρχάς και στη συνέχεια πιο οργανωμένες επιθέσεις από τη Δύση.

Η συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο μας περιγράφει την ατμόσφαιρα της εποχής, τα ήθη και τις συνήθειες, τον καθημερινό τρόπο ζωής που επικρατούσαν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (όπως και είναι η ακριβής ονομασία του Βυζαντίου) σε σχέση με ό,τι επικρατούσε στον τότε δυτικό κόσμο. Είναι προφανής η εξοικείωσή της με την εποχή.
Το πρόσωπο-κλειδί, το οποίο διηγείται τα γεγονότα που εξιστορούνται, είναι η υπηρέτρια της Άννας Κομνηνής.
Η περιγραφική ικανότητα της Σοφίας Κανταράκη παρασέρνει τον αναγνώστη να ζήσει άμεσα τα γεγονότα που εξιστορούνται. Να παρακολουθήσει τις προσπάθειες που έκανε ο κόσμος του Βυζαντίου να αντιμετωπίσει τις πολυποίκιλες απειλές. Την αναμφισβήτητη ωριμότητα που διέθετε ο πολιτισμός και τον διέκρινε από κάθε άλλο, προκαλώντας όμως σε πολλές περιπτώσεις όχι τόσο τον θαυμασμό, αλλά τον φθόνο.

Στο σημείο που αναφέρονται τα πνευματικά ενδιαφέροντα της Άννας Κομνηνής, μας δίνεται όλο το εύρος των πνευματικών δραστηριοτήτων του βυζαντινού κόσμου, που περιλάμβανε το διόλου ευκαταφρόνητο έργο της διάσωσης των αρχαιοελληνικών και ελληνιστικών κειμένων, αλλά και του γόνιμου προβληματισμού πάνω σε αυτά. Γράφει λοιπόν: «Άλλωστε, η περισυλλογή και η μελέτη χειρογράφων στα μοναστήρια της Πόλης λειτουργούσε για την Άννα συμπληρωματικά στη μόρφωσή της και φαινόταν ειλικρινά να τη συνεπαίρνει η διαδικασία. Είχε διαβάσει για τον Λέοντα τον Μαθηματικό, τον Σοφό, όπως είθισται να τον αποκαλούν, ο οποίος είχε ταξιδέψει σε διάφορα μέρη της Αυτοκρατορίας, μελετώντας στις βιβλιοθήκες και στα αρχεία μοναστηριών σπάνια χειρόγραφα μαθηματικών, αλλά και αστρονομίας, τα οποία δεν είχαν μελετηθεί από κανένα και περίμεναν τον σωτήρα τους, για να τα φέρει επιτέλους στο φως. Αν και ο Λέων είχε διασώσει μέσα στο ημίφως των μοναστηριακών εργαστηρίων, στα περίφημα καλλιγραφεία, τα ειδικά εργαστήρια αντιγραφής, χειρόγραφα μεγάλων Ελλήνων επιστημόνων όπως του Απολλωνίου, του Περγαίου, του Θεωνά του Αλεξανδρέως, δυστυχώς στην Πόλη δεν συζητούν πια για το μεγάλο συγγραφικό του έργο, εκτός από κάποια σχόλια του μεγάλου Ευκλείδη. Η Άννα γνώριζε, επίσης, και για το χειρόγραφο που είχε χαρίσει ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς στον Μοναχό Αθανάσιο τον Αθωνίτη, τη Βοτανική του Διοσκουρίδη. Αυτό βρισκόταν στη βιβλιοθήκη της Λαύρας του κυρού Αθανασίου στο Άγιο Όρος, με πληθώρα πληροφοριών ιατρικής και φαρμακολογίας, με πολυάριθμες μικρογραφίες, ολοσέλιδες εικονογραφήσεις φυτών με αλφαβητική σειρά, καθώς και εικόνες φιδιών, εντόμων, ζώων και πτηνών. Χάρη στη φιλοπονία, τον ζήλο και τη φροντίδα που έδειξαν τέτοιοι θιασώτες των γραμμάτων, πολλά χειρόγραφα των αγαπημένων της αρχαίων φιλοσόφων, αφού αντιγράφτηκαν, συνοδεύτηκαν από φιλοσοφικά, ερμηνευτικά και φιλολογικά σχόλια, βρήκαν επιτέλους τη θέση που τους αξίζει στις βασιλικές βιβλιοθήκες. Το πνεύμα του Ομήρου, του Δημοσθένους, του Αριστοτέλους, του Πλάτωνος, και πολλών άλλων φώτιζε την Πόλη» (σελ. 62).

Στο ίδιο πνεύμα η συγγραφέας επανέρχεται στην πνευματική καλλιέργεια της Άννας. Αναφέρει ότι κατά το παράδειγμα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου «χανόταν, όπως και εκείνος, κυριολεκτικά στα έργα του Σκυλίτζη και του Ατταλειάτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ευκλείδη», ενώ «χαιρόταν το γέλιο του Δημόκριτου και θαύμαζε το δάκρυ του Ηράκλειτου» (σελ. 66). Σε ένα άλλο σημείο γράφει: «Η μελέτη κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά και των επών του Ομήρου δεν έλειπε εδώ και χρόνια από το σπουδαστήριο στο Παλάτι, ως καθημερινή και απαραίτητη ενασχόληση για την τροφή της ψυχής, αλλά και τη σωστή συγκρότηση της προσωπικότητας» (σελ. 187).
Η συγγραφέας κατόρθωσε με τρόπο γλαφυρό να αποδώσει την ατμόσφαιρα μιας σημαντικής εποχής του κόσμου του Βυζαντίου, την αδιάκοπη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τις συνεχείς απειλές, το πνευματικό μέγεθος που τον διέκρινε όπου η ορθόδοξη πίστη συνδυάστηκε με τη διάσωση και τη μελέτη της κλασσικής σκέψης. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες φαίνονται να παίζουν έναν σημαντικό ρόλο, αλλά τελικά να κάμπτονται από τη δυναμική των γεγονότων, δηλαδή τελικά της ίδιας της ιστορίας που τους ξεπερνά.

* Ο Σπύρος Κουτρούλης είναι συγγραφέας, αρθρογράφος, κριτικός. Συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Νέα Κοινωνιολογία, όπου δημοσίευσε πλήθος μελετών και έλαβε συνεντεύξεις από τον Μιχάλη Ράπτη και τον Παναγιώτη Κονδύλη. Μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Άρδην, Νέος Λόγιος Ερμής, Νέα Πολιτική και της εφημερίδας Ρήξη. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Σύναξη, Κοράλλι και στις εφημερίδες Καθημερινή και Μακεδονία.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το