Πολιτισμός

Συγγραφείς και έγκλημα: Μιλώντας για το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα με 3 εκπροσώπους του είδους

Συγγραφείς που υποκλίνονται στο έγκλημα με τη γραφή τους, που αποτυπώνουν χνάρια εποχής και ιδεών, που εγείρουν το ενδιαφέρον, που ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία, έρχονται και μιλούν για τα βιβλία και τους ήρωές τους, αλλά και για τους αναγνώστες τους. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης «Εγκλήματα στο Σπίρερ», που πραγματοποιείται σήμερα, στις 7.30 μ.μ., στο προαύλιο του κτιρίου Σπίρερ, οι τρεις συγγραφείς που θα μετάσχουν έδωσαν τη δική τους θέση και άποψη για το σύγχρονο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για την Ευτυχία Γιαννάκη, τον Βαγγέλη Γιαννίση και τον Κώστα Καλφόπουλο.

Η Ευτυχία Γιαννάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική τεχνολογία και επικοινωνία. Γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα, παιδικά βιβλία και θεατρικά έργα. Εργάστηκε για χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση και ως σύμβουλος έργων πληροφορικής. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει δημιουργική γραφή.

Πώς νιώθετε ανάμεσα σε ζοφερούς ήρωες, σε αιμοσταγείς δράστες και δράσεις. Πώς νιώθει ο δημιουργός χαρακτήρων που ασκούν ή δέχονται τη βία;
Η βία και η τελετουργία της δεν αποτελεί αυτοσκοπό στα βιβλία μου. Χρησιμοποιώ μια ακραία συνθήκη, όπως είναι το έγκλημα, προκειμένου να αναδείξω την κοινωνική συνθήκη που το γεννά και να επιτρέψω στον αναγνώστη να δοκιμάσει τον τρόπο σκέψης του και να σκύψει με τρυφερότητα ακόμη και σε αυτό που του είναι ξένο, ανοίκειο όχι μόνο γύρω του, αλλά και μέσα του. Η ηδονοβλεπτική ματιά στη βία και ο εύκολος εκβιασμός του συναισθήματος δεν αποτελούν στόχο των ιστοριών μου. Αντιθέτως είναι τα λεπτά όρια που χωρίζουν θύτες και θύματα και η ευκολία με την οποία μπορεί να βρεθεί κανείς στη μία ή την άλλη θέση που με ενδιαφέρουν.

Σας επηρεάζει η επικαιρότητα, αντλείτε στοιχεία από όσα συμβαίνουν;
Οι ιστορίες μου είναι καθρέφτης της εποχής και του τόπου μας, των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, τόσο στην «Τριλογία της Αθήνας», όσο και στη νέα «Τριλογία του βυθού». Βέβαια αν κοιτάξει κανείς βαθύτερα τη γέννηση, την αιτία, τη ρίζα κάθε φαινομένου θα διαπιστώσει ότι είναι ο ανθρώπινος ψυχισμός και η ανθρώπινη κατάσταση που με αφορά κυρίως γράφοντας μια ιστορία. Είναι ο προσωπικός βυθός μας, το φως και το σκοτάδι μας, ένα μεγάλο κοινωνικό ψυχογράφημα τελικά το ζητούμενό μου.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει το δικό του κοινό που διευρύνεται συνεχώς
…διάφορες «σχολές» διαμορφώνουν ένα ξεχωριστό τοπίο… Υποστηρίζετε κάποια από αυτές ως συγγραφέας ή ως αναγνώστης…
Οι σχολές και τα ρεύματα απασχολούν κυρίως τους ακαδημαϊκούς και τους κριτικούς της λογοτεχνίας που έχουν τα κατάλληλα εργαλεία να τα αναλύσουν. Οι ομοιότητες, τα μοτίβα που μπορεί κανείς να βρει αναλύοντας τα λογοτεχνικά έργα είναι ίσως ένα ζητούμενο, αλλά ως δημιουργός συνήθως εστιάζω στην ιδιαιτερότητα που διαφοροποιεί κάθε δημιουργό και όχι τόσο σε αυτό που είναι κοινό με τους άλλους. Στην τέχνη μάς ενδιαφέρει αυτό που χαράσσει έναν νέο δρόμο πέρα από τον κανόνα. Γενικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την πολυφωνία του μεσογειακού νουάρ, της αστυνομικής λογοτεχνίας που παράγεται στον νότο της Ευρώπης.

Δώστε μας τους τίτλους βιβλίων που θεωρείτε ότι αξίζει να διαβαστούν.
Η αναγνωστική διαδρομή καθενός είναι ομοίως μοναδική και από μόνη της συνιστά μια ξεχωριστή περιπέτεια, ένα μεγάλο προσωπικό αφήγημα που τον διαμορφώνει. Τελικά καθένας θα διαβάσει αυτό που εκφράζει την ανάγκη, την οπτική και το συναίσθημά του σε συγκεκριμένες συνθήκες, οπότε αποφεύγω να υποδεικνύω αναγνωστικά μονοπάτια. Σαν μια γενική σύσταση θα έλεγα να αναζητήσει κανείς το κλαδί από τη ρίζα του, βλέποντας ορισμένους κλασικούς για να καταλήξει στο σύγχρονο που τον εκφράζει και να αποφύγει τις μόδες. Να ξεφυλλίσει βιβλία μόνος του και ιστορίες που μπορεί να τον ενδιαφέρουν, να πάρει μια γεύση από τη γλώσσα κάθε δημιουργού και να πλοηγηθεί στο αχαρτογράφητο που είναι η περιπέτεια της ανάγνωσης. Και ίσως να αποφύγει τη μόδα. Η τέχνη δεν είναι ρούχο που κάθεται εύκολα πάνω σου για έναν χρόνο και μετά το πετάς, είναι συναίσθημα, περιπέτεια ζωής και διαρκής αναζήτηση.

Βαγγέλης Γιαννίσης
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης μπήκε το 2014 στις βιβλιοθήκες των Ελλήνων αναγνωστών με το πρώτο του μυθιστόρημα, Το Μίσος, με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Ακολούθησαν άλλα πέντε βιβλία (Ο Χορός των Νεκρών, Το Κάστρο, Η Σκιά, Η Γυναίκα του Ίσνταλ, Αμαρόκ), τα τέσσερα με πρωταγωνιστή τον Ελληνοσουηδό επιθεωρητή. Ο Βαγγέλης αρθρογραφεί τακτικά για το true crime στο blog του.

 

Tο αστυνομικό μυθιστόρημα κρατάει κατά τη γνώμη σας θέση στον χρόνο, αντέχει όταν ξεπερνιούνται κοινωνικά και ιστορικά δεδομένα;
Αδιαμφισβήτητα ναι. Ένα τρανό παράδειγμα είναι τα έργα του σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Η Βικτωριανή Εποχή, κατά την οποία άρχισαν να γράφονται οι ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Σέρλοκ Χολμς, ελάχιστα μοιάζει με τη δική μας. Παρόλα αυτά εξακολουθούν να διαβάζονται μέχρι σήμερα.

Ποιο ήταν το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα που διαβάσατε και ποιο το τελευταίο, δηλαδή το πιο πρόσφατο;
Μυήθηκα στην αστυνομική λογοτεχνία μέσα από τα παιδικά/εφηβικά βιβλία της Enid Blyton με πρωταγωνιστές τα Πέντε Λαγωνικά. Αν δεν κάνω λάθος το πρώτο-πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν το Μυστήριο του Μυστικού Δωματίου. Αν… δεν πιάνεται ως αστυνομική λογοτεχνία και πάμε σε κάτι πιο ενήλικο, τότε (αν δεν με απατά η μνήμη μου) ξεκίνησα με το Έγκλημα στον Νείλο της Άγκαθα Κρίστι. Το πιο πρόσφατο ήταν το Pop 1280 του Τζιμ Τόμπσον, ένα εξαιρετικό αστυνομικό γουέστερν με μπόλικη δόση χιούμορ και pulp αλητεία.

Πώς βιώνετε τη συγγραφή των βιβλίων σας, παίρνετε θέση στη ζωή και τη δράση των ηρώων σας;
Όχι, όχι, είμαι αρκετά ουδέτερος. Εξάλλου, οι γονείς – έστω και οι λογοτεχνικοί – πρέπει να δίνουν χώρο στα παιδιά τους.

Προτείνετέ μας αστυνομικά βιβλία που αξίζει να διαβαστούν.
Δύσκολο εγχείρημα, γιατί αναγκαστικά θα μείνουν έξω βιβλία που μου κράτησαν καλή παρέα και αξίζουν να διαβαστούν. Αλλά αν πρέπει να διαλέξω με το μαχαίρι στην καρωτίδα: Η τράτα των παιδιών, του Roberto Saviano, Φάκελος Καταρίνα, του Jørn Lier Horst, Το βασίλειο, του Jo Nesbø, Ο τουρίστας, του Olen Steinhauer.

Κώστας Καλφόπουλος
Ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1956. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Αμβούργου. Διετέλεσε συνεργάτης της «Καθημερινής» (πολιτιστικό) και αρθρογραφεί στο The Books’ Journal. Έχει εκδώσει 3 αστυνομικές νουβέλες (η μία, μαζί με τον Ανδρέα Αποστολίδη) στις εκδόσεις Άγρα, και, πρόσφατα, το δοκίμιο «Μικρό εγκώμιο
του Αστυνομικού» (Νεφέλη).

Προηγήθηκε η σχέση του αναγνώστη με το αστυνομικό μυθιστόρημα από τη σχέση που έχετε ως συγγραφέας ή το αντίστροφο;
Είναι πολλοί οι δρόμοι και ουκ ολίγα τα μονοπάτια που οδηγούν στην επικράτεια του αστυνομικού μυθιστορήματος, άλλοτε συμπτωματικά κι άλλοτε διαισθητικά. Βρισκόμαστε σε αυτή συχνά από διαφορετικές αφετηρίες, ανάλογα και με την εποχή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, προηγείται ο αναγνώστης του συγγραφέα, όπως και η συμβατική, θεμελιώδης όμως, υποχρέωση να έχεις πρώτα διαβάσει πριν καταφύγεις στη γραφή. Κανείς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν γεννιέται συγγραφέας, πόσω μάλλον «αστυνομικός συγγραφέας». Στη δική μου περίπτωση, τα πρώτα ραδιοφωνικά ακούσματα και, κυρίως, τα λαϊκά και οικογενειακά περιοδικά, που δημοσίευαν τότε κατά κόρον αστυνομικά διηγήματα και μυθιστορήματα σε συνέχειες, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, όπως και η τηλεόραση της δεκαετίας ’60-’70, με τις αστυνομικές σειρές, και με την ενηλικίωση, φυσικά ο κινηματογράφος. Η σχέση που αναπτύσσουμε με το είδος είναι περίπλοκη και καμιά φορά αμφίθυμη. Οι εμβληματικοί συγγραφείς (Χάμμετ, Κρίστυ, Γκρην, Άμπλερ, Σιμενόν, Χάισμιθ, Μανσέττ κ.ά.) φυσικά παίζουν κυρίαρχο ρόλο, όμως ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι λεγόμενοι ελάσσονες συγγραφείς του είδους. Ανάλογο, εξίσου σημαντικό ρόλο, παίζει και ο κινηματογράφος, που έχει μεταφέρει με επιτυχία στη μεγάλη οθόνη, σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά έργα της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως φυσικά και τα νουάρ της δεκαετίας 40-50.

Γιατί διαβάζουμε αστυνομικά μυθιστορήματα, τι είναι εκείνο που εγείρει το ενδιαφέρον για ένα θέμα τόσο σκοτεινό όπως είναι το έγκλημα;
Όσο σκοτεινό είναι το έγκλημα, ως προς τα κίνητρα και τους πρωταγωνιστές του, τόσο «φωτεινή» μπορεί ή θα θέλαμε να είναι η εξιχνίασή του. Ουσιαστικά, μπαίνουμε σε ένα τούνελ που δεν ξέρουμε πού και πότε τελειώνει και πού θα μας βγάλει. Το πρώτο «κίνητρο» είναι η περιέργεια: Τι ακριβώς έγινε, πώς έγινε, γιατί έγινε ένα έγκλημα και ποιος το έκανε; Αυτό το έδειξε με τον καλύτερο τρόπο ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, στα τρία «ιδρυτικά» του αφηγήματα και το συνέχισε μια σειρά μεγάλων και σημαντικών συγγραφέων. Από το πρώτο βιβλικό έγκλημα μέχρι τον ντετέκτιβ/ επιθεωρητή και τους σίριαλ κίλλερ μάς κυνηγάει η ενοχή και απονομή δικαιοσύνης. Ουσιαστικά, αναζητούμε τον λαβύρινθο και το «ξέφωτο» της ανθρώπινης ψυχής, θέλουμε την εξιχνίαση ως λύτρωση και την «αποκατάσταση» μιας τάξης πραγμάτων. Το καλό «αστυνομικό» είναι διαφυγή και καταφύγιο συνάμα, ακολουθώντας τους ήρωες και τη μοίρα τους. Το «αστυνομικό» συναρπάζει, αλλά και (πρέπει να) ψυχαγωγεί, ό,τι αποκαλεί ο Ερνέστ Μαντέλ «ωραίο
φόνο». «Αίμα χαμένο και κερδισμένο», για να θυμηθούμε και τον Καραγάτση.

Τι μένει από την ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, η αποτύπωση εποχής και ανθρώπων ή τελικά η ζωή προχωρά και παράλληλα και η συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων;
Ήδη στο ερώτημα κρύβεται και ένα μέρος της απάντησης, χωρίς να είναι ρητορικό. Αυτό που μένει από την ανάγνωση ενός – καλού – αστυνομικού μυθιστορήματος, που δεν χρειάζεται να είναι ένα «τούβλο 500 σελίδων», συχνά είναι μια «στυφή γεύση». Η αποτύπωση της εποχής και των ανθρώπων της, είτε ως θύτες είτε ως θύματα, αποτελεί καίριο και κύριο συστατικό του καλού αναγνώσματος. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τον «Τρίτο άνθρωπο» από το σκοτεινό, ερειπιώδες, τρομακτικό σχεδόν, περιβάλλον της κατεστραμμένης Βιέννης ούτε και τον Μαιγκρέ από το Παρίσι (του), ακόμα και τον Μπέκα και τον Χαρίτο από την Αθήνα. Η ζωή προχωρά, και στο μυθιστόρημα, αλλά και στον προσωπικό μας βίο. Μπήκαμε, μαζί με τον συγγραφέα, σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, μας άναψε το φως, βρήκαμε ένα πτώμα και αναζητούμε την έξοδο από αυτό, άλλοτε πανικόβλητοι κι άλλοτε με την προσδοκία ότι θα «λυθεί» το μυστήριο. Το μέλημά μας είναι να γράφουμε καλή αστυνομική λογοτεχνία, ένα δύσκολο στοίχημα σε κάθε περίπτωση.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το