Τοπικά

Σβήνει η χειροποίητη κατασκευή κεριών – Ο τελευταίος κηροπλάστης στον Βόλο αναπολεί τις παλιές εποχές 

Έμαθε την τέχνη του κηροπλάστη από τον πατέρα του. Και κάθε χρόνο τη Λαμπρή, έφτιανε χιλιάδες πασχαλινές λαμπάδες χρησιμοποιώντας παραδοσιακές τεχνικές. Επρόκειτο για μία δουλειά δύσκολη, που απαιτούσε μεγάλη δεξιοσύνη από τον μάστορα, ο οποίος κατασκεύαζε κεριά με το χέρι. Ο Γιώργος Τακανάκης, 45 ετών σήμερα, αναπολεί τις παλιές, καλές εποχές που γνώρισε η βολιώτικη κηροπλαστική, προτού βιομηχανοποιηθεί και εμφανιστούν στο προσκήνιο τα μηχανικά μέσα.

Ο Βολιώτης τεχνίτης μυήθηκε στα μυστικά του επαγγέλματος από τον πατέρα του, Δημήτρη Τανακάκη. «Από εκείνον έμαθα τη δουλειά. Κράτησα την τέχνη του και από το 1996, όταν άνοιξα τη δική μου επιχείρηση κηροπλαστικής, προσπάθησα να την εξελίξω, να μείνω «καθαρός» και να μην κοροϊδεύω τον κόσμο. Από παιδί θυμάμαι που επισκεπτόμουν το εργαστήριο του πατέρα μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το άναμμα του καζανιού, όπου λιώναμε το κερί. Κι εκείνος έμαθε από μικρός, δουλεύοντας σ’ ένα κηροπλαστείο στο κέντρο του Βόλου. Από το 1960. Παρέμεινε πάνω από 50 χρόνια στη δουλειά. Είχε τέτοια αγάπη για την κηροπλαστική που δούλευε μέχρι την τελευταία ώρα κι ας ταλαιπωρήθηκε κοντά μία δεκαετία από σοβαρό πρόβλημα υγείας», εξομολογήθηκε ο 45χρονος κηροπλάστης, που σήμερα διατηρεί κηροπωλείο στη Νέα Ιωνία.
Η διαδικασία κατασκευής κεριών με το χέρι δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο κ. Τανακάκης εξηγεί τις δυσκολίες του επαγγέλματος: «Είναι μία τέχνη που δεν μπορεί να την κάνει ο καθένας. Όλη η δουλειά έβγαινε με τα χέρια. Η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική, πέρα ότι χρειαζόταν να προσέχεις και την παραμικρή λεπτομέρεια, ώστε να έβγαζες μία σωστή λαμπάδα. Επίσης, ανά πάσα στιγμή κινδυνεύαμε με εγκαύματα από το λιωμένο κερί, πέρα από τις οσμές που εισπνέαμε. Τόσο από την παραφίνη, που είναι υποκατάστατο του πετρελαίου, όσο και τα διάφορα βερνίκια που περνούσαμε τις λαμπάδες. Όλες αυτές είναι «βαριές» μυρωδιές».
Ο Γιώργος Τανακάκης την εποχή που ασκούσε το επάγγελμα, δεν χρησιμοποιούσε καλούπια και μήτρες. Έφτιαχνε τις λαμπάδες με την τεχνική της εμβάπτισης, ξεκινώντας ουσιαστικά από το μηδέν κάθε φορά: «Αρχικά καταπιανόμουν με το φυτίλι. Το περνούσα από ένα ξύλο με σκαρμό, έπαιρνα τα μέτρα και μετά το έκοβα. Έπειτα το έστριβα, βρέχοντας το χέρι μου μ’ ένα σφουγγάρι. Στη συνέχεια κέρωνα τα φιτίλια και τα έβαζα σε ξύλινες βέργες και ακολουθούσε η εμβάπτισή τους σε ντεπόζιτα με βραστό κερί, μέχρι που δίναμε το μέγεθος που θέλαμε. Για κάθε μία παρτίδα με 50 περίπου λαμπάδες, ήθελα σχεδόν μία ώρα μέχρι να τις βγάλω από τα τελάρα, να τις κόψω πάνω-κάτω και να δώσω την τελική μορφή τους. Όχι όπως σήμερα που με τα μηχανήματα και τους μύλους βγάζεις ενάμιση τόνο τη μέρα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως ο πατέρας μου είχε ένα τσιμπίδι, με το οποίο έκανε σκαλιστές λαμπάδες και το είχε πάρει από έναν μάστορα που είχε έρθει εδώ από τη Σμύρνη. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στην εποχή μας».
Η δουλειά κορυφωνόταν κάθε Πάσχα. «Ξεκινούσαμε τουλάχιστον ένα τετράμηνο πριν τη Λαμπρή. Έβγαζα περίπου οκτώ τόνους λαμπάδες. Δεν μιλάμε για τα κεριά που διαθέταμε με το κιλό. Αυτό ήταν το βασικό μας αντικείμενο: Οι πασχαλινές λαμπάδες. Δίναμε χοντρική σε όλη τη Θεσσαλία, μέχρι και στην Αθήνα».
H χειροποίητη κηροπλαστική «σβήνει» με το πέρασμα του χρόνου. «Παλιότερα υπήρχαν περισσότερα κηροπλαστεία στην περιοχή μας. Στις μέρες μας η τέχνη τείνει να χαθεί. Στον Βόλο είμαι ο τελευταίος. Δεν υπάρχει άλλος που ασχολείται με την παραδοσιακή κηροπλαστική», έσπευσε να ξεκαθαρίσει. Όσο για το τι έμεινε στον ίδιο, μέσα από την ενασχόλησή του του με την κηροπλαστική; «Κρατώ την αγάπη μου για τη δουλειά. Μακάρι να αλλάξουν κάποτε τα πράγματα, να ξανανοίξω το εργαστήριο και γιατί όχι, να δω να μπαίνει και τρίτη γενιά από την οικογένειά μας στο επάγγελμα. Να μάθω την κηροπλαστική στα παιδιά μου», κατέληξε με νόημα.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το