Θ Plus

Στον παράδεισο του Αλατά

του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Η κυρά Διασεμή (με Δέλτα κεφαλαίο), με σπασμένο ποδάρι, αλλ’ αδάμαστο κουράγιο και πίστη για ζωή, διανύει το ογδοηκοστό έβδομο έτος της πλούσιας ηλικίας της ζώντας ολομόναχη στον μικρό κι ατέρμονο παράδεισο του Αλατά. Μπροστά της τύφλα νάχουν όλες οι άλλες ηλικίες, θέλω να πω των καθημερινών ανθρώπων, όλων εμάς δηλαδή που ζούμε μιαν «αξιοπρεπή» κι εξασφαλισμένη ζωή, κάτω από μια σίγουρη στέγη με θέρμανση, κλιματισμό κι ανέσεις, με εξοχικό και καταθέσεις, εν γένει καλό εισόδημα, γυναίκα, παιδιά κι αγγόνια, με σπιτικό φαΐ, καφενείο, περίπατο, φίλους, με, με, με…
Η κυρά Διασεμή δεν είναι εξασφαλισμένη, η στέγη της στάζει από τις τρύπες της γκλαβανής, τα κεραμίδια είναι σαθρά, ζεσταίνεται από ένα παμπάλαιο τζάκι, δόξα τω Θεώ αερίζεται από τα χάσματα των ντουβαριών, συντηρεί όμως το καμαράκι της σαν είδος εξοχικού, στο ετοιμόρροπο μοναστήρι των Αγίων Σαράντα, δεν έχει βιβλιάριο ούτε εισόδημα, της φέρνουν κάποιοι καλοί ανθρώποι μερικά αυγά, λίγο ψωμί, τυρί και κάποια χρειαζούμενα από τη Μηλίνα, κι όλο τα καταφέρνει να περνά τη ζωή της – ζωή χαρισάμενη, όπως τη λέει – δίχως να προγκά τη μοίρα της, να βαρυγκομεί ή να στεναχίζει…
Η κυρά Διασεμή έχει κάμει πολλά στην άπλετη ζωή της. Και νιώθει έτοιμη να κάμει άλλα τόσα. Ζει μέσα σε μια στενή πολυτέλεια, στενή και ταπεινή, με πλούσια όμως τα ελέη και τα αγαθά. Αγαθά με κεφαλαίο Άλφα.
Έχει και βαρκάκι η κυρά Διασεμή. Έχει και παιδιά στα ξένα, έχει φίλους που τη συντρέχουν. Έχει όμως και εχθρούς. Που την κατατρέχουν. Και λένε το ένα και το άλλο. Δεν τους κρατάει κακία. Μήτε σε κεινούς κρατάει έχθρα, που της έσπασαν το ποδάρι μια μέρα που πήγανε να κλέψουν ελιές από το μοναστήρι και τους έκραξε. Ευτυχώς που τους είδε ένας ψαράς απ’ τη Μηλίνα και τους πήρε φαλάγγι.
Ημεδαποί ήταν, αλλοδαποί, ποιος ξέρει. Όλοι το ίδιο είμαστε. Σα δούμε μονάχο κι αδύναμο ερημίτη.
Έκτοτε η κυρα -Διασεμή κοιμάται μ’ ένα τουφέκι αγκαλιά. Ποιος να της πει ότι οπλοφορεί παράνομα;
*
Δεν ήτανε αγώγιμες οι πληροφορίες που είχαμε για την κυρά του Αλατά. Αφιλόξενη μας την είπαν, δύστροπη, ακατάδεχτη και στριμμένη. Ποιοι, δεν έχει σημασία…
Ο καπτα-Νίκος μάς πήγε με το ζόρι. Η καλή του η καρδιά, φοβισμένη, έκανε πίσω, αλλά μας τράβηξε ομπρός.
Μισό μίλι απ’ τον Αγιαντρέα ίσαμε τον μόλο του Αλατά. Μια σανιδένια βάθρα για μουράγιο, ένα σάλτο στα τσουμπλέκια του γιαλού κι ένα βλέμμα ικεσίας για την άγνωστη κυρά και περίσσιας λαχτάρας για το γαληνό τοπίο που άνοιξε την οθόνη του απλόχωρα γύρα μας. Αλλά και μέσα μας.
Ψυχή στον μόλο. Μοναχά εν’ αεράκι που στροβίλιζε τα φύλλα, χλόη γεννησάρα, μυρωμένη, κάνα δυο κατσίκες που τριπόδιζαν τρυγώντας φρέσκο απριλιάτικο χορτάρι. Ανάμικτο με τσουκνίδες, λαδανιές και λιόφυλλα.
Η Διασεμή απούσα. Παρόντες όμως όλοι οι θιασώτες του νησιού. Μέλισσες, αγριοτούμπανοι, τσαλαπετεινοί. Κάνα δυο μαρτύροι, όσοι επέζησαν από τους Τεσσαράκοντα, είχαν μετοικήσει στις άγιες κρύπτες των λειμώνων, πλάι στις μοσχάτα περιβόλια, τα πατηκωμένα μαργαρίτες κι αγριοκρέμμυδα και κάμποσο πιο πέρα, στις γιαλόπετρες και τα γλυμμένα βράχια που σοδιάζουν άρμη κι ιώδια μύρα.
Ένα κάτι στον χαμηλό ζυγό και να το περίτεχνο αλώνι, μισοκατεστραμμένο, με πέτρες φαρδουλές, ψιλόχορτο και μυρωδιά από προαιώνια αλωνίσματα, χοροστάσια και στροφές, μοναχικές και σπάνιες, όλο καημό και πάθια…

Ο καθρέφτης του Αλατά

*
Παράγιαλο απ’ τον νοτιά κι έπιασα τ’ αραξοβόλια. Γυρογιάλια, λεκάνες με αλαταριές, αλίσφακα, μυρτιές και ξυλάρμενα μαδέρια, σωσίβια από πλάνες και κακοκαιριές, που άφησαν πίσω τους αγύρτες άνεμοι και ξεροβόρια.
Σε μια στροφή – ολοστροφή, περ’ απ’ το μοναστήρι, νάσου εκειό το γλαρονήσι, τρεις οργιές όλες κι όλες, μ’ ένα μοναχικό ελιόδεντρο απάνω του που αστράφτει στην ασημιά λεκάνη του ακύμαντου νερού. Μαγνάδι από κοβάλτιο και πετροκύμβαλο. Γλαρονήσι το λένε κι είναι τω όντι γλαρόπουλα γεμάτο. Όνομα και πράμα.
Κοντοστάθηκα και θυμήθηκα τις κάθετες εφορμήσεις των γλάρων στην Πρασούδα. Μην και μου ριχτούνε πάλι; Μην τους προξενέψω όχληση, για τα γεννητούρια τους ή μπας και φρονούνε πως λιγουρεύτηκα το βιος τους;
Ένα βαρκάκι απ’ τη Μηλίνα ήρθε κι αμόλησε τα δίχτυα του στο παραπλάι. Οι γλάροι αμέριμνοι. Δεν το συνερίστηκαν. Εμένα συνερίστηκαν κι εμένανε προγκούσαν. Γιατί από μένανε δεν περίμεναν φαΐ, ενώ απ’ τον ψαρά όλο και κάτι θα τσιμπούσαν.
Αργάτες και οι δυο. Ψαράδες και γλαρόπουλα. Βουτηχτάδες στα μεσόνερα και στους αφρούς. Καμιά μέλονα ή κάνα σαβρίδι δε θα τους χαλούσε το κέφι…
*
Έστριψα κατά σοφράν. Άφησα πίσω μου στεριές και θάλασσες, κάβους και γιαλούς, μυρτιές και παπαρούνες και λύγισα το κορμί ανάμεσα στα λιόδεντρα και στα πουρνάρια. Ναι, πέρασα κι από δυο τρία αλσύλλια νιόβγαλτων πρίνων. Δασωμένα όλα τα τεύχη του νησιού, με μπόλικα φυλίκια, αγριελιές και βαγιόδεντρα.
Όλη η καμπύλη του νησιού χορτομάνισε πια κι όπου νάναι θα σκάσουνε μύτη ερπετά και σαύρες. Δίχως μονοπάτι βαδίζω, αλλά με πολλές πολλές, σφήνες και παρακλάδια, απ’ τα ριζώματα και τους θαλλούς που με στροβίλιζαν ανάμεσα απ’ τους πρίνους και τα λιόδεντρα, τα νοτισμένα απ’ την ψιχάλα και τη δρόσο. Είναι πράγματι ένας βαθύσχοινος τόπος ο πυκνόλογγος αυτός δρυμώνας. Πυκνός κι αδιαπέραστος που πρέπει να χορεύω μπάλο, για να τον προσπερνώ, με βήματα διονυσιακά, τέτοια που σέρνουν αναμνήσεις από δύσβατα ορεινά τοπία. Και γύρω μου αμάλαγη άνοιξη, με δάκρυα πολλά πάνω στα φύλλα, στις θηλές των μίσχων, στις τραχιές απολήξεις κλώνων και βλαστών.
Το πολυδαίδαλο μυστικό του Αλατά ήταν από ατόφιο φυτικό χρυσάφι. Μυρωδιές εντελώς γήινες κι αγέρας φορτωμένος ιώδιο και οξυγόνο με πήγαιναν ώς πέρα από το όριο. Που μ’ έφτασε ώς το ακρωτήρι; Το λευκόχρυσο μουσούδι της ακρώρειας.
Καπρί, τ’ όνομά του. Σα μουσούδι κάπρου. Ξασπρισμένο από τις πλάκες.
Εδώ τέλειωνε το νησί. Απέναντι η κυρα-Μηλίνα, πιο πέρα το μικρούλι Χόρτο κι από πάνω ο αφέντης ο κυρ-Λαύκος. Α, και παρακεί, λίγο ψηλωμένο, σε δικό του κρεμαστάρι, το Μετόχι.
Κι έπειτα αναστροφή. Ξανά από τα ίδια; Αμ δε! Γιατί ο πηγαιμός δεν άφηνε νήμα επιστροφής. Και ο δακτύλιος ερχόταν ν’ αποκλείσει το γυρισμό με πλήθος παρακάμψεις, και διολισθήματα. Για τούτο και χαθήκαμε με τον Δημήτρη, τον συνοδίτη…
Τα δέντρα φούντωσαν ξαφνικά και γίνανε ανάγωγα. Δε μ’ έπαιρναν με το καλό. Ρίξαμε κλήρο στα κλαδιά. Κι εκείνα μας έσκισαν κνήμες και ιμάτια. Τραύμα σώματος, ίαμα ψυχής…
Στο μοναστήρι έφτασα όταν τα γδαρσίματα και οι σκισιές είχανε κάνει κατοχή στις γάμπες και τα μπράτσα.
Κατηφορίζοντας για τον γιαλό πέτυχα τον Δημήτρη πούχε φτάσει πριν από μένα, να κάθεται στο ακρομόλιο και να κουβεντιάζει με τη Διασεμή. Ολόγυρά τους σαπιόξυλα, νημάτινες κλωστές, συρμένα δίχτυα, ένα λαμαρινόσπιτο, πλαστικές κουλούρες των ψαράδων, μεσινέζες, παράμαλα, σκουριασμένες άγκυρες, λογιώ τσαμασφύρια, μα και λιανόπετρες σωρό, όλα εξαγορασμένα από τη φύτρα ενός παράδεισου που μπορεί να χωλαίνει, αλλά στέκεται όρθιος σε τούτο το ερημικό βραχονήσι του Αλατά…
Σε λίγο μπορεί και να μην είναι παράδεισος…

Το μοναστήρι των Αγίων Σαράντα, όπως είναι σήμερα

Όμως όλα σήμερα μυρίζουν φυτικό πλούτο από σωρευμένη ερημιά. Έναν πλούτο γομωμένο με θαλασσάχνη και θυμιατό χλωρίδας. Μα και μπαρούτι από ιώδιο και άρμη, μυρωδιές από γλυπτά κορμόξυλα, στρείδια και γυαλιστερές, κενταύρια και ανεμώνες, γλυσίνες, μυρώνια, καυκαλήθρες και τσουκνίδες. Μπαρούτι οπωσδήποτε…
Και όλα αυτά τα ταπεινά ποιήματα της γης, συρμένα από τα σαλόνια της κι από της θάλασσας τα βάθη, αναβαπτισμένα στην αλήθεια και το χρέος του αυθεντικού. Με την πιστοποίηση του γνήσιου και του εκκωφαντικού. Ενός εκκωφαντικού που ξεφωνίζει από όλες τις πάντες, καθώς γέρνει ο ήλιος από τη μεριά της Όθρυς κι η Διασεμή αποβάλλει αργά και με νάζι το σάλι της «κυράς» και ντύνεται με την εσθήτα της αρχοντιάς. Μιας αρχοντιάς λαϊκής, πάναγνης και παγανής, με καταγωγή από το Μαυροβούνι, εκεί όπου είδε το πρώτο φως και μεγάλωσε μέσα στις ποντοπόρες οξιές του Αιγαίου.
Η Διασεμή δεν έχει κάτι να μας κεράσει και ζητάει συγνώμη. Μπορεί να μην έχει κότες, αλλά μόλις της έχουν φέρει μια ντουζίνα αυγά. Και πρόλαβε να μολοήσει τον τρυφερό καημό της:
«Μ’ αγαπάνε, δεν μπορώ να πω και με φροντίζουν»…
Μας προσφέρει λοιπόν όλα τ’ αυγά που της έφεραν πεσκέσι. Δεν τα παίρνουμε, αλλά εκείνη επιμένει, έτοιμη να βάλει τις φωνές με παρακάλια μπερδεμένες. Της αφιερώνουμε ένα κάτι ακόμα απ’ τον χρόνο μας, μέχρι να «σφυρίξουμε» του καπτα-Νίκου, για νάρθει να μας πάρει πίσω. Σε ένα «πίσω» άβολο, ξενικό κι ανυπόφερτο. Κι εκείνη δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να συγκατανεύει στη αγωνία μας, καθώς σοβαρευόμαστε, μια και πρέπει να ξεκολλήσουμε απ’ τον παράδεισό της, τραβώντας μια ευθεία πλεύση που έχει στόχο την τύρβη της καθημερινής τρέλας…
Στο γιαλούδι που καθόμαστε, λίγο πριν το τελευταίο φως, και μολογάμε καημούς και πάθια της λιανοζωής, εισβάλλει ξαφνικά ένας χολιασμένος γρεγολεβάντης, που ορτσάρει με τη φρέσκια μπουκαδούρα του καταπάνω στο τσαρδάκι της Διασεμής και μας ξεσηκώνει απ’ την λάτρα των αναμνήσεων ξεδιπλώνοντας τις κουβέντες και ξετυλίγοντας όσα από τ’ ανομολόγητα αμαρτήματα δεν προκάναμε να ξομολοηθούμε στην πολύσοφη κυρά του Αλατά.
Που ξανάγινε «κυρά» στα μάτια μας και στην ψυχή μας…

10-4-2019

Ήταν ένα «ταξίδι» στην ειρηνική φύση του Αλατά πριν από τη «Δεύτερη Παρουσία» του…

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το