Τοπικά

Στο εδώλιο για ανθρωποκτονία 66χρονος επιχειρηματίας χωρίς να βρεθεί πτώμα…

Για «ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση» παραπέμπεται ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (ΜΟΔ) Λάρισας 66χρονος επιχειρηματίας από τη Μαγνησία, σε μια δίκη σπάνια για τα ελληνικά δικαστικά χρονικά, καθώς στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υφίσταται πτώμα…

Η δίκη επρόκειτο να διεξαχθεί στις 16 Ιουνίου στο Κακουργιοδικείο Λάρισας, ωστόσο αναβλήθηκε λόγω των μέτρων προστασίας κατά της πανδημίας του κορωνοϊού. Ο 66χρονος κατηγορείται για τον φόνο της μπαλαρίνας και ιδιοκτήτριας σχολής χορού, Ιωάννας Μαρίας Εριέττας (Μαριέττα) Κοντούλη, η οποία το 2002 και σε ηλικία 70 ετών εξαφανίστηκε από την Αμαλιάπολη Αλμυρού Μαγνησίας και σήμερα, 19 χρόνια μετά, η τύχη της αγνοείται… Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, με βούλευμά του παραπέμπει ενώπιον του ακροατηρίου του ΜΟΔ Λάρισας, τον κατηγορούμενο επιχειρηματία «για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην ευρύτερη περιοχή της Αμαλιάπολης Αλμυρού Μαγνησίας, σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Οκτωβρίου 2002 και εφεξής, ενεργώντας με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε άλλον.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ενεργώντας με άμεσο δόλο και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσε την Ιωάννα-Μαρία-Εριέττα Κοντούλη και ακολούθως απέκρυψε επιμελώς το πτώμα της, σε άγνωστο σημείο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να συγκαλύψει την εγκληματική πράξη του». Στο βούλευμά του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου θεωρεί πως «καταφανώς και αναμφίβολα προκύπτει» ότι ο 66χρονος κατηγορούμενος «είναι το φυσικό εκείνο πρόσωπο, που σκότωσε» την Κοντούλη «κατά την τελευταία εβδομάδα του μηνός Σεπτεμβρίου, του έτους 2002 στην Αμαλιάπολη Ν. Μαγνησίας, και στη συνέχεια επιμελώς εξαφάνισε το πτώμα της». Προσθέτει επίσης πως «το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει διαπιστωθεί ο τρόπος και το μέσο με το οποίο τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας από τον κατηγορούμενο», σε βάρος της μπαλαρίνας, «καθώς και ότι μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η σορός της, ουδεμία αμφιβολία γεννούν ως προς το ότι πρόκειται για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βάρος της και ως προς την ταυτότητα του δράστη αυτής». Στο βούλευμα αναφέρεται ακόμη ότι «υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές για να στηρίξει δημόσια την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου», για ανθρωποκτονία και μάλιστα με πρόθεση. Στο πολυσέλιδο Βούλευμα γίνεται εκτενής αναφορά στα γεγονότα, όπως και στην πρόσφατη δίκη, στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας όπου – μεταξύ άλλων – είχε παραπεμφθεί ως κατηγορούμενος και ο 66χρονος επιχειρηματίας, με αφορμή την υπόθεση εκποίησης μέρους της περιουσίας της μπαλαρίνας.

Υπενθυμίζεται πως πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο στην επιχείρηση του οποίου σχετικά πρόσφατα και στο πλαίσιο έρευνας για τον εντοπισμό της σορού έσκαψαν στο πάτωμα ναϊδρίου εντός του περιβάλλοντα χώρου της επιχείρησης, έρευνα που δεν επιβεβαίωσε τη φημολογία. Επίσης γίνεται αναλυτική αναφορά στα γεγονότα από το ραντεβού με τη δικηγόρο, στο οποίο δεν πήγε ποτέ η Κοντούλη, έχοντας ανακαλύψει τις μεταβολές, στην περιουσία της, στα όσα κατήγγειλε η ετεροθαλής αδελφή της, την εισαγγελική παρέμβαση που απέδειξαν στη συνέχεια τα όσα αναφέρθηκαν ή δηλώθηκαν σε βάρος της μπαλαρίνας, προκειμένου να πειστούν οι διωκτικές αρχές ότι βρίσκεται εν ζωή και πως οικειοθελώς έφυγε από την Αμαλιάπολη. Επίσης αναφέρεται στο ότι την εμφάνισαν να αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, πως έφυγε στο εξωτερικό μισθώνοντας διαμέρισμα στο Λονδίνο, πως νοσηλεύθηκε στην Αθήνα κ.λπ. «Πρόκειται, για ένα οργανωμένο εγκληματικό σχέδιο του κατηγορουμένου», υπογραμμίζεται στο βούλευμα, «το οποίο είχε θέσει ο ίδιος σε εφαρμογή».

«Δεν έχει διαπιστωθεί μέχρι σήμερα ο τρόπος και το μέσο τέλεσης»

Στο βούλευμα αναφέρεται ακόμη ότι «το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει διαπιστωθεί ο τρόπος και το μέσο με το οποίο τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας από τον κατηγορούμενο» σε βάρος της μπαλαρίνας, «καθώς και ότι μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η σορός της, ουδεμία αμφιβολία γεννούν ως προς το ότι πρόκειται για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βάρος της και ως προς την ταυτότητα του δράστη αυτής, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι αφενός η εξαφάνισή της δηλώθηκε περί τους 10 μήνες μετά τον θάνατό της, αφετέρου θεωρήθηκε από τις δικαστικές Αρχές, ότι σκοπίμως κρύβεται εκουσίως η ίδια, καθώς εκκρεμούσε σε βάρος της ένταλμα σύλληψης του ανακριτή για κακούργημα του νόμου περί προστασίας των δασών, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος και κρίσιμος χρόνος, υπερβαίνων την πενταετία, ώστε να αρχίσουν οι διωκτικές Αρχές να ερευνούν και πάλι τον θάνατό της, και ως εκ τούτου να απωλεσθούν σημαντικά στοιχεία. Αντιθέτως, μετά βεβαιότητας εδράζεται η δικανική πεποίθηση ότι ισχυρότατο κίνητρο για να αφαιρέσει τη ζωή της με πρόθεση και μάλιστα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είχε αποκλειστικά ο κατηγορούμενος», «ειδικά από τη στιγμή που, όπως προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας, διαπίστωσε ότι η μπαλαρίνα «είχε πλέον καταλάβει τα σχέδιά του να σφετεριστεί την περιουσία της, αφού η ίδια σε μεταξύ τους φιλονικίες, ακόμη και δημοσίως, τον μεμφόταν για αυτή του τη συμπεριφορά και δράση, και επιπλέον, από τη στιγμή που πληροφορήθηκε ότι η Κοντούλη είχε καταστήσει» φίλους της «κοινωνούς του προβλήματός της».

Ακόμη υπογραμμίζεται η «εξαιρετική επιμέλεια με την οποία» (σ.σ. ο κατηγορούμενος) «απέκρυψε και «εξαφάνισε» το πτώμα της θανατωθείσας Κοντούλη, αφετέρου με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων ότι δήθεν είχε μεταβεί στο εξωτερικό για την αντιμετώπιση θεμάτων υγείας που είχε, αλλά και με τη μεθοδευμένη κατασκευή και χρήση σωρείας πλαστών εγγράφων, τόσο δημόσιων συμβολαιογραφικών εγγράφων, όσο και ιδιωτικών επιστολών, που δήθεν η θανατωθείσα Κοντούλη απέστειλε στον ίδιο, ακόμη και για χρόνια μετά, αποσκοπώντας να παραπλανήσει τις διοικητικές Αρχές (Φορολογική Αρχή και Ασφαλιστικό Συνταξιοδοτικό Φορέα) και τις δικαστικές Αρχές, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη και μάλιστα σε απόλυτα ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ψυχραιμία και μεθοδικότητα». «Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω υπάρχουν κατά την κρίση του Συμβουλίου επαρκείς ενδείξεις, ικανές για να στηριχθεί δημόσια κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση», καταλήγει το βούλευμα, διατηρώντας μάλιστα Διάταξη του Ανακριτή, με την οποία επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο, μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ΜΟΔ Λάρισας.

Σημειώνεται ότι η εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου είχε προτείνει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, την παραπομπή για ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, του 66χρονου επιχειρηματία. Από την πλευρά του ο 66χρονος φέρεται να αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στην εξαφάνιση της Κοντούλη, ενώ υποστηρίζει ότι μέχρι και το 2013 είχε επικοινωνία μαζί της, καθώς αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, ενώ τώρα δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Σημειώνεται ότι η Μαριάννα-Εριέττα Κοντούλη θεωρείται νεκρή, αλλά το σώμα της δεν έχει βρεθεί, ενώ πέρυσι είχαν διενεργηθεί ανασκαφές σε χώρο ιδιοκτησίας του επιχειρηματία, όπου θεωρούνταν ότι ίσως βρίσκονταν θαμμένη η εξαφανισμένη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επίσης στις 7 Ιουλίου 2020 το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας είχε κρίνει ένοχους τον επιχειρηματία και δύο ακόμη άτομα, έναν γιατρό και έναν ακόμη επιχειρηματία, για την κατηγορία της πλαστογραφίας, ενώ είχε παύσει την εναντίον τους δίωξη για απάτη. Η υπόθεση αφορούσε στη μεταβίβαση έξι ακινήτων, ιδιοκτησίας της Κοντούλη, συνολικής έκτασης 100 στρεμμάτων, τη χρονική περίοδο 2004-2007 στην περιοχή του Αλμυρού. Σύμφωνα με την απόφαση του Πενταμελούς, ο 66χρονος επιχειρηματίας που κατηγορούνταν για πλαστογραφία και απάτη, κρίθηκε ένοχος μόνον για πλαστογραφία και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 5 ετών, μετατρέψιμη σε χρηματική ποινή. Στον γιατρό από την Αττική, 71 χρόνων, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3,5 χρόνων.

Στον 71χρονο επίσης επιχειρηματία, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Σύμφωνα με όσα κατηγορούνταν, σπίτια, οικόπεδα και κτήματα άρχισαν να «μοιράζονται» από άγνωστη γυναίκα, που φέρεται να είχε πάρει τη θέση της εξαφανισμένης. Η σύνταξή της φέρεται να συνέχιζε να έμπαινε σε λογαριασμούς τραπεζών, ενώ φέρεται να προέκυψαν δεκάδες πλαστογραφημένες υπογραφές και πολλά ερωτήματα, που παραμένουν αναπάντητα. Τα ίχνη της 70χρονης τότε καθηγήτριας μπαλέτου χάθηκαν το καλοκαίρι του 2002 από την Αμαλιάπολη. Ήταν μπαλαρίνα και καθηγήτρια μπαλέτου. Διατηρούσε σχολή χορού στην Κηφισιά, όπου και έμενε μόνη της. Πριν χαθεί, είχε απομονωθεί από συγγενείς και φίλους και είχε μετακομίσει στην Αμαλιάπολη Αλμυρού, στο εξοχικό της. Μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση της Μαριάννας Κοντούλη, αποκαλύφθηκαν πληρεξούσια έγγραφα, που φαίνεται να είχε κάνει σε διάφορα άτομα, τα οποία φέρεται να ήταν πλαστά. Με αυτά τα πληρεξούσια, τα άτομα που φέρεται να την είχαν πλαισιώσει, φέρεται να έκαναν διάφορες αγοραπωλησίες στο όνομά της, παρά το γεγονός ότι η εξαφάνισή της είχε δηλωθεί από το 2002. Για την εξαφάνιση – μυστήριο, τις μεταβιβάσεις, ενώ η τύχη της αγνοούνταν, είχε αρχίσει εισαγγελική έρευνα το 2008, όταν η ετεροθαλής αδερφή της Μαριάννας Κοντούλη κατέθεσε την πρώτη αναφορά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το