Θ Plus

Στα φαράγγια του Αγίου Λουκά και της Φόνισσας

Tου Kυριάκου Παπαγεωργίου

Ολόκληρο το βόρειο μέτωπο του Μοριά χαράζεται από ένα πολλαπλό και βαθύ ρήγμα τομών που συνιστούν βαθιές χαράδρες και χαοτικά φαράγγια.
Αν κάποιος σκύψει με προσοχή στο μέτωπο αυτό ή αν θελήσει να καταγράψει τις τομές που σχηματίζουν οι βαθιές προσχώσεις των νερών από τα ορεινά του βόρειου Μοριά, θα παρατηρήσει ότι σχηματίζονται κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής εννιά βαθύτατες τέτοιες τομές.
Αυτές οι εννιά ιστορικές τομές – χαράδρες – ποταμοί της βόρειας Πελοποννήσου είναι οι παρακάτω, με τη σειρά που αναπτύσσονται, από την Πάτρα ως το Κιάτo:
Ο Φοίνικας, ο Σελινούντας, ο Βουραϊκός, ο Κερυνίτης, ο Κράθις, ο Κριός, η Φόνισσα, ο Σύθης και ο Ασωπός.
Τα περισσότερα από αυτά τα ποτάμια – φαράγγια είναι δεμένα με τους σημαντικότερους μύθους της αρχαιότητας.
*
Πριν από τρεις εβδομάδες έγινε γνωστό ένα θανατηφόρο ατύχημα με τρεις νεκρούς, μέσα σε ένα άγνωστο φαράγγι της βόρειας Πελοποννήσου, που ωστόσο δεν συγκαταλέγεται στα πιο πάνω λίγο ως πολύ γνωστά ποτάμια – χαράδρες της περιοχής.
Το φαράγγι με το ποτάμι αυτό στους χάρτες εμφανίζεται ως Σκουπαίϊκο ρέμα, αλλά οι ντόπιοι το αποκαλούν φαράγγι του Αγίου Λουκά, όνομα που πήρε από ένα εξωκλήσι που βρίσκεται κοντά στο φαράγγι.
Στο ατύχημα εκείνο μια ομάδα τεσσάρων αλλοδαπών με οδηγό έναν έμπειρο διασχίστη – καταρριχητή φαραγγιών παρασύρθηκε από τις ορμητικές καταπτώσεις των νερών του ποταμού, με αποτέλεσμα οι τρεις από την ομάδα να τσακιστούν μέσα στις στενωπούς των βράχων και να βρεθούν ύστερα από ώρες εναγώνιας αναζήτησης νεκροί, και με έναν επί πλέον βαρύτατα τραυματισμένο.

Μια εβδομάδα αργότερα αποφάσισα να επισκεφτώ την περιοχή και να αναζητήσω τρόπους γνωριμίας με αυτό το φονικό φαράγγι που ως τότε δεν το είχα ξανακούσει.
Η περιοχή για να πούμε δυο λόγια για το φυσικό ανάγλυφο, είναι πανέμορφη, εντυπωσιακή και απόκρημνη. Κοντά στη θάλασσα δυστυχώς έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις ανθρώπινες επεμβάσεις, αλλά όσο ανηφορίζει κανείς διαπιστώνει πως βρίσκεται μπροστά σε μια πολυσχιδή γλώσσα βουνών, η οποία διατηρεί έναν ιδιάζοντα και ανόθευτο θύλακα μοναδικής βιοδασικής ποικιλίας και ομορφιάς. Πρόκειται για μια περιοχή αδιατάρακτη, με εξαιρετική ανομοιομορφία και θαυμαστό πλούτο φυσικών ενδιαφερόντων. Το συγκρότημα των βουνών της βόρειας Πελοποννήσου διαθέτει εκτεταμένα δάση, πολλά από τα οποία είναι ανεξερεύνητα. Είναι ευτύχημα που ο πολυμορφικός αυτός θύλακας δεν έχει εντοπισθεί από τον τεχνικό πολιτισμό, παρέμεινε αλώβητος και παρθένος σε πολλά σημεία και αθέατες γωνιές, έτσι ώστε και σήμερα ακόμη να αποκαλύπτει στον τολμητία εξερευνητή απίθανου κάλλους ριψοκίνδυνες βαθουλώσεις.

Κροκαλοπαγή και σερπεντίτες

Τέτοιες προκλήσεις οδήγησαν τους ξένους καταρριχητές στη ριψοκίνδυνη εκείνη διάσχιση, σε μιαν εποχή όμως που το νερό του φαραγγιού είναι πλούσιο και ορμητικό.
Γεωτροπικά σχήματα με κυρίαρχα τα κροκαλοπαγή πετρώματα, ψαμμίτες και γύψους, αλλά και αρκετούς σερπεντίνες, ορθωμένα σε τείχη, με βαθύτατες λάκες, ποτάμια που διατηρούν το νερό όλο το χρόνο, δασωμένες κοιλάδες και απότομα στενώματα καθώς και χαώδεις γκρεμοί συνθέτουν τη μοναδική γεωφυσική ποικιλία ολόκληρου του βόρειου «τείχους» της Πελοποννήσου.
Το φαράγγι του Αγίου Λουκά ή Σκουπαίικο ρέμα όπως το αποκαλούν οι ορειβατικοί χάρτες είναι μια πολύ δύσκολη και δυσπροσέγγιστη χαραδρώδης στενωσιά, μεγάλου μήκους, η οποία παραμένει άγνωστη, ακόμη και στους ψαγμένους καταρριχητές. Θέλει μεγάλο σθένος, ικανότητες και εμπειρία για να τη διασχίσει ο άνθρωπος. Φυσικά μόνο οι ειδικοί μπορούν να διεισδύσουν στο βάθος της χαράδρας, εκεί όπου αποκαλύπτονται πανέμορφες βάθρες, ορμητικοί χείμαρροι, λεκάνες με καταπράσινα νερά, ένα τοπίο που δύσκολα περιγράφεται και ακόμη δυσκολότερα προσεγγίζεται.
Αυτό αποδείχτηκε το Σάββατο εκείνο που τέσσερις καταρριχητές επιχείρησαν να το διασχίσουν, εξοπλισμένοι και με τη βοήθεια οδηγού και βοηθού, με μοιραία ωστόσο κατάληξη.
*
«Στήη επ’ ωκυρόω ποταμώ άλαδε προρέοντι/ αφρώ μορμύροντα ιδών, ανά τ’ έδραμε οπίσσω» (*) γράφει ο Ομηρος στην Ιλιάδα για ένα ορμητικό ποτάμι, με πολλά νερά, που έκαμε πίσω εκείνον που επιθυμούσε να το περάσει…
Δεν έκαμα πίσω παίρνοντας το δρόμο για το φαράγγι. Από το επίνειο της Λυκοποριάς, δέκα χιλιόμετρα περίπου μετά το Ξυλόκαστρο, ανηφόρισα προς το βουνό.
Μέσα από τη Λυκοποριά φεύγει ο δρόμος, που οδηγεί στα ορεινά χωριά Ελληνικό και Άνω Καλλιθέα. Ανηφορίζοντας το τοπίο γίνεται εξωπραγματικό διασχίζοντας από τη μια αμπελώνες και ελαιοπερίβολα, κι από την άλλη καταπληκτικούς γεωμορφικούς πύργους, βαθιές λεκάνες και εντυπωσιακές χωμάτινες ακροπόλεις, μοναδικό φαινόμενο στην Ελλάδα.
Με απότομες στροφές σε ένα πραγματικά επικίνδυνο οδικό δίκτυο κέρδιζα υψόμετρο και ανέβαινα τις σκάλες του βουνού. Ποιου βουνού; Τα βουνά που έβλεπα να ορθώνονται, πάνω ακριβώς από το δρόμο που χρησιμοποιούσα, ήταν η Κυλλήνη (Ζήρεια) από νότια και τα Αροάνια (Χελμός) από δυτικά. Ωστόσο πριν από τις μεγάλες κορυφές των βουνών αυτών παρεμβάλλονταν δυο άλλα χαμηλοβούνια, το Μαύρον Όρος και το Σαραντάπηχο.
Από τις κορυφές του Μαύρου Όρους (1.756 μ.) πηγάζει το ρέμα του Αγίου Λουκά, το οποίο μαζεύει νερά από όλες τις παρακείμενες όχθες, πηγές και ρέματα για να πολλαπλασιάσει και εντέλει να τιθασέψει τη ροή τους στο στένωμα που δημιουργεί η φύση κάτω από το εξωκλήσι του Αγίου Λουκά, πάνω από το χωριό Άνω Καλλιθέα (παλιά ονομασία Σκούπα) και κοντά στη θέση Κρυσταλλοπηγή.

Καταρράκτης και βάθρα στο φαράγγι του Αγίου Λουκά

Από εκεί και κάτω η φύση δημιουργεί ένα μοναδικό τοπίο, γεμάτο αυτοσχέδιες βάθρες, μικρούς καταρράχτες, στενά περάσματα, σιφόνια και λεκάνες απορροής, βράχια γλυπτά και πλήθος εξακτινωμένα «πολυβόλα» νεροκρουστήρων.
Ελάχιστα από αυτά κατάφερα να προσεγγίσω, καθώς η κατάβαση στο φαράγγι απαιτεί ειδικές γνώσεις και εξοπλισμό που διαθέτουν λίγοι και λίγοι είναι αυτοί που μερίζονται την ευδαιμονία του υπερθεάματος αυτού του φαραγγιού. Εγώ έφτασα ως την είσοδο και φυσικά ανέκρουσα πρύμνα.
Είχα βαδίσει σε χωματόδρομο για χίλια πεντακόσια μέτρα προσπέρασα τον Άγιο Λουκά κι έκαμα οχτακόσια ακόμη μέτρα δύσβατου δρομίσκου, μέχρι να φτάσω στο Μύλο Νικολακόπουλου και στην επικίνδυνη Χούνη.
Κοντά στον Άγιο Λουκά κι ύστερα από περπάτημα μισής ώρας συνάντησα έναν ντόπιο, από το χωριό Καλλιθέα, ο οποίος με ενημέρωσε για τις συνθήκες του ατυχήματος, την επικινδυνότητα του φαραγγιού, την ομορφιά του και τις αλλεπάλληλες δυναμικές και πτωτικές ροές του ποταμιού, εξ αιτίας των οποίων κυρίως προκαλούνται τα ατυχήματα μέσα στο φαράγγι.
«Πρέπει να πάψουν ν’ αποκαλούν της Φόνισσας το διπλανό φαράγγι και να βαφτίσουν έτσι το δικό μας, ετούτο δω και μού ’δειξε αόριστα το χείλος και τη βαθιά κρύπτη της μαύρης χαράδρας, της επονομαζόμενης του Αγίου Λουκά.
*
Τα μάζεψα και γύρισα πίσω. Τώρα μου μπήκε η ιδέα της Φόνισσας. Είχα χρόνο για να πραγματοποιήσω ένα δεύτερο μπάσιμο στα σπλάχνα της Ζήρειας, από τα ανατολικά, όχι πολύ μακριά από το φαράγγι του Αγίου Λουκά, για το πιο ονομαστό κι επικίνδυνο φαράγγι της βόρειας Πελοποννήσου.
Ξαναβγήκα στην παραλιακή (παλιά Κορίνθου – Πατρών) και στο χωριό Κάτω Λουτρό έστριψα για το βουνό, ακολουθώντας την πινακίδα προς Άνω Λουτρό, Κορφιώτισα και Βρυσούλες. Και πάλι δυνατό ανήφορο και πάλι νέες κροκαλοπαγείς συστάσεις, αλλά πιο καθαρή και δυναμικότερη θέα στον Κορινθιακό, κυρίως στην πόλη του Ξυλοκάστρου.
Η ανάβαση αυτή μου προσέφερε τρεις δυνατότητες πρόσβασης και εισόδου στο φαράγγι της Φόνισσας, εξίσου συναρπαστικές και υπέροχες ως προς την ταυτότητα και τη δυναμική του φαραγγιού.
Ελάχιστα πάνω από τα τελευταία σπίτια του Άνω Λουτρού υπάρχει αριστερά χωματόδρομος που οδηγεί στα χείλη της χαράδρας. Από εκεί κατηφορίζει κανείς στον πάτο της και μπορεί να περπατήσει δίχως προβλήματα ίσαμε τη θάλασσα. Αυτή είναι η πρώτη διάβαση του φαραγγιού και η πιο εύκολη.
Η δεύτερη γίνεται από πιο ψηλά, από όπου φεύγει πάλι αριστερά άλλος χωματόδρομος επικοινωνίας με το φαράγγι σε ψηλότερο σημείο, ώστε να προσεγγίσει όποιος επιθυμεί τον πυθμένα του φαραγγιού, σε πολύ στενότερο πλαίσιο, αλλά και αρκετά πιο επικίνδυνο.
Το τρίτο σημείο επικοινωνίας του περιπατητή με το φαράγγι γίνεται λίγο πριν την απόλυτη στένωση των τοιχωμάτων όπου βρίσκεται και το πιο δύσκολο τμήμα του λόγω των διαδοχικών μεταπτώσεων του πυθμένα, των πολλών υδάτων που συσσωρεύονται στο στενό τμήμα του φαραγγιού, αλλά και της μεγάλης ολισθηρότητας που δημιουργεί η υγρασία και το νερό.
Προσεγγίσαμε τη Φόνισσα από τα τρία αυτά σημεία έχοντας την καλύτερη θέα έξω και μέσα από το φαράγγι. Δεν διασχίσαμε ολόκληρο το φαράγγι, γιατί αφενός ήταν απαγορευτικό για τα μέτρα μας κάτι τέτοιο και αφετέρου γιατί τέτοια εποχή κατέβαζε πολύ νερό.

Το φαράγγι της Φόνισσας

Κατεβήκαμε και ανεβήκαμε τρεις φορές στην κοίτη του φαραγγιού και στη συνέχεια επισκεφθήκαμε τα χωριά Κορφιώτισα και Βρυσούλες, όπου σταματούσε ο ασφάλτινος δρόμος. Κάναμε μια ακόμη απόπειρα να προσεγγίσουμε το χωριό Αμφιθέα που είναι χτισμένο πάνω στην κοίτη της Φόνισσας, αρκετά πιο ψηλά, ώστε να έχουμε μια πανοραμική θέα της ροής του, αλλά το μόνο που καταφέραμε ήταν να δούμε και να απολαύσουμε την αρχόμενη τομή του φαραγγιού, καθώς και την καταχιόνιστη στέγη της Μικρής Ζήρειας που μας περιγελούσε από τα 2.082 μέτρα της.
Το ρέμα της Φόνισας πηγάζει από το Μικρόν Όρος (1.609 μ.) που βρίσκεται δίπλα από το Μαύρον Όρος και σε πολύ κοντινή απόσταση από τις πηγές του Σκουπαίικου ρέματος, στη συνέχεια των οποίων σχηματίζονται τα δύο απότομα και επικίνδυνα φαράγγια.
*
Ήδη μας δυνάστευε το σούρουπο, καθώς το φως λιγόστευε, όσο βρισκόμαστε ακόμη υπό την επήρεια του φαραγγικού πάθους…
30-4-2019
(*) Ραψωδία Ε, στίχοι 598,9

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το