Άρθρα

Μίμης Κοκκινάκης: Μια συνέντευξη που πέρασε στην ιστορία

kokkinakis

Το 1997 ο δημοσιογράφος Θανάσης Σαμαράς, πρώην διευθυντής της εφημερίδας “Θ”, καθιερώνει ένα αφιέρωμα στους άσσους του ποδοσφαίρου με τίτλο: Οι ήρωες της Κυριακής… Ένας από αυτούς τους ήρωες ήταν και ο Μίμης Κοκκινάκης. Ο διεθνής άσσος της Νίκης και του Ολυμπιακού Πειραιώς, στη συνέντευξη που έδωσε στον Θανάση Σαμαρά, θυμήθηκε τις καλύτερες στιγμές του στα γήπεδα. “Ό,τι καλύτερο μου έτυχε στη ζωή είναι ο Ολυμπιακός” είχε δηλώσει. Η συνέντευξη έγινε την άνοιξη του 1997 και παρουσιάζεται στην e-thessalia.gr.

Ο πρωταθλητής, ο μεγαλύτερος απ’ όλους τους Βολιώτες άσσους, είχε μιλήσει:

– Για τον Ολυμπιακό του μεγάλου λιμανιού.

– Για την αγαπημένη του Νίκη.

– Για το Μουράτη, το Ρωσίδη, το Δαρίβα, το Μπέμπη, τους αδελφούς Χέλμη, αλλά και για τους φίλους του Τάσο Μανιατάκη, Μ. Λαλέ, Λ. Καλλιοντζή, Ν. Τζινη, Χ. Ζαντέρογλου, Γ. Καραηλιού…

 

Του ΘΑΝΑΣΗ Χ. ΣΑΜΑΡΑ

 

ΜΙΜΗΣ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ

Μια ζωντανή ιστορία του ποδοσφαίρου.

Ένας αγωνιστής της ζωής.

Από την σκληρή βιοπάλη στο γήπεδο της Νίκης και στην πρώτη ομάδα πριν καλά-καλά κλείσει τα 16.

Πέντε χρόνια αργότερα πραγματοποιεί το ταξίδι της ζωής του. Στον Ολυμπιακό Πειραιώς θα παίξει στην θρυλική ομάδα του Πειραιά τέσσερα χρόνια, θα αναδειχθεί τέσσερις φορές πρωταθλητής Ελλάδος και τρεις κυπελλούχος. θα φορέσει τα χρώματα της Εθνικής και θα συγκροτήσει μαζί με τους Δαρίβα, Μουστακλή, Ιωάννου και Δρόσο την επιθετική πεντάδα του Θρύλου. Ταχύς, τεχνίτης, γκολτζής θα φέρει πρώτος επανάσταση στη θέση του έξω δεξιά. Διεμβολιστής μέγας στην εποχή, σούτερ σπουδαίας, θα παίξει σ’ όλες τις θέσεις της επίθεσης.Ποτέ κανείς Βολιώτης ποδοσφαιριστής δεν πλησίασε τα επιτεύγματά του. Ποτέ κανείς δεν αναδείχθηκε τέσσερις συνεχώς φορές πρωταθλητής. Και κανείς απ’ όλους όσοι τον ακολούθησαν αγωνιζόμενοι στον Ολυμπιακό δεν αγάπησαν αυτή την ομάδα όπως αυτός.

«Ό,τι καλύτερο» λέει «μου έτυχε στη ζωή είναι ο Ολυμπιακός».

 Μεγάλη κουβέντα; Μεγάλη. Ο Κοκκινάκης μιλά μετά λόγους γνώσεως.

Η συγκίνησή του όταν αναφέρεται στον Ολυμπιακό κορυφώνεται σε τέτοιο βαθμό, που μας κάνει να περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή να βάλει τα κλάματα.

Δεν έκλαψε. Χάρηκε η ψυχή του, γιατί θυμήθηκε… Και η δική μας, γιατί άκουσε έναν σχεδόν 70χρονο να λέει και να ξαναλέει πως πάνω απ’ όλα υπάρχει η χαρά του παιχνιδιού, η αγάπη για το ποδόσφαιρο και το φιλότιμο.

Να υποστηρίζει πως η ψυχολογία του νικητή είναι απόρροια του δεσίματος που έχει ο παίκτης με την ομάδα που αγωνίζεται.

Γεννημένος το 1929 στη Ν. Ιωνία ο Μίμης Κοκκινάκης θυμάται:

Εγώ ξεκίνησα το καλοκαίρι του 1945 και έπαιξα κατευθείαν στην πρώτη ομάδα. Συμπτωματικά πήγαμε και κάναμε μια προπόνηση και ο Βαγγέλης ο Περματζής, που ήταν και μεγαλύτερος από μένα, πήρε τα παπούτσια και τα ρούχα και μου τά ’δωσε να τα φορέσω. Τα αποδυτήρια ήταν εκεί που βρίσκεται σήμερα το 7ο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί ήταν που φεύγαμε ντυμένοι και πηγαίναμε στο γήπεδο. Πολύ πιτσιρίκος, 15-16 χρονών ήμουν.

Το γήπεδο ήταν εκεί που είναι και τώρα;

Ναι, εκεί που είναι και τώρα. Οι Ιταλοί είχαν φτιάξει το πρώτο κομμάτι. Από εδώ και από εκεί είχε σανίδια. Μετά έγιναν οι τοίχοι. Από τη μια μεριά είχε, γιατί ήταν το αμαξοστάσιο του ΟΣΕ, από την άλλη είχε σανίδια. Παίζαμε Πέμπτη-Κυριακή. Εγώ έπαιξα κατευθείαν στην πρώτη ομάδα με μια προπόνηση που έκανα.

 

Χωρίς να πας σε άλλη ομάδα προηγουμένως;

Τίποτε, πουθενά, πουθενά.

 

Και πώς βρέθηκες στη Νίκη;

Στη γειτονιά ήμασταν άρρωστοι με τη Νίκη. Τρέχαμε κοντά στην ομάδα και χαζοπαίζαμε στη γειτονιά και με πήραν οι άλλοι και με πήραν εκεί. Άλλος μου πήρε ρούχα, άλλος παπούτσια, με θεωρούσαν ταλέντο. Δεν τους διέψευσα όμως. Θυμάμαι πήγα εκεί την Πέμπτη και την Κυριακή μ’ έβαλαν να παίξω. Ο Χιωτάκης και ο Τσιπνής που έπαιζαν στην ομάδα είπαν, δεν θα παίξουμε εμείς, θα παίξει ο μικρός.

Αυτοί κάθισαν στην άκρη για να παίξεις εσύ;

Είπε ο Πρίαμος: «Άσε να παίξει ο μικρός, δεν παίζω εγώ, για να μεγαλώσει κιόλας». Και άρχισα από τότε και έπαιζα. Για πρώτη φορά έπαιξα με τον Σουγιουντζόπουλο και το Βουρούκο, άνθρωποι που είναι τώρα πολύ μεγάλοι. Ο ένας έχει πεθάνει, ο άλλος ζει ακόμη, ο Βουρούκος και ο γιος ο Βαγγέλης έπαιξε στη Νίκη. Ο Γκαμέτης ο Νίκος, ο Παπάζογλου, ο Γαρυφάλου, ο Καραφίλογλου είχε έρθει από τη Γερμανία ήταν στο στρατόπεδο στο Νταχάου, ήρθε κι έπαιξε στα μπακ. Ήταν πολλοί οι παλιοί, εγώ ήμουν μικρός τότε, για πολλά χρόνια ήμουν ο μικρότερος. Ο Μανιατάκης ήρθε ένα ή δύο χρόνια μετά. Με τον Τάσο ήμασταν πολύ φίλοι. Μιλάμε πως πηγαίναμε χορεύαμε οι δυο μας, ο ένας ντάμα και ο άλλος καβαλιέρος. Πάρα πολύ φίλοι με τον Τάσο.

Τα Σαββατοκύριακα δηλαδή χορεύατε…

Είχα και μια φωτογραφία, δεν την έφερα όμως. Είμαστε μαζί στην Αθήνα με την Χρυσαφή…

 

Την τραγουδίστρια;

Ναι, ήταν στο κέντρο που είχαμε πάει παρέα με τον Τάσο. Εγώ ήμουν στον Ολυμπιακό και ήρθε και με βρήκε. Εγώ όταν ήρθα πήγα εκεί. Έπαιξα πρώτα στον Εθνικό, το 1950 το καλοκαίρι…

 

Μόνος σου κατέβηκες στον Εθνικό;

Ήρθαν και με ζήτησαν και με πήρε ο θείος μου, ο Μαρίνος, ο πατέρας του Φούσκη. Ήρθε και με πήγε κάτω, με ήθελαν οι Εθνικοί – τότε ήταν τα παιχνίδια για την τόνωση του ποδοσφαίρου – και με τον Εθνικό πήγαμε στην Κρήτη όπου κάναμε τρία παιχνίδια. Δεν ξέρω, ίσως, ήμουν στην καλύτερη περίοδό μου. Τους κατέπληξα έτσι όπως λένε αυτοί, αλλά από ’δω δεν με δίνανε. Δεν μου δώσανε μεταγραφή. Είπαν πως θα μου δώσουν αν πάω στρατιώτης. Τότε πήγαιναν λίγο μεγαλύτεροι στρατιώτες, γιατί με την Κατοχή κι αυτά… χτύπησα το πόδι μου σ’ ένα παιχνίδι πρωταθλήματος και δεν μπορούσα να παίξω. Είχα μια κάκωση στον μηνίσκο. Θυμάμαι με έβαλαν σε μια μοτοσικλέτα, ο συχωρεμένος ο Μαγουλάς και με πήγαν στον Κατσίγρα στη Λάρισα και το έφτιαξαν. Μόλις πήγα κάτω όμως ήταν κάποιος Μαρινάκης, ο οποίος ήταν πολύ Ολυμπιακός, ενώ ο αδελφός του ήταν μέλος του Εθνικού και μόλις με είδε αυτός έπιασε τον Χέλμη, ο οποίος είχε φύγει από τον Εθνικό και είχε πάει στον Ολυμπιακό και του λέει: Είναι εδώ ένας καλός παίκτης από το Βόλο, ένας παίκτης καλός, αυτός πρέπει νά ’ναι και με πήρανε. Εφημερίδες της εποχής δημοσίευσαν γελοιογραφίες να με τραβάνε «Εθνικοί» και «Ολυμπιακοί». Πήγα στον Ολυμπιακό. Έξι μήνες δεν έπαιζα, έκανα θεραπεία, έκανα προπονήσεις κι έπαιξα κανονικά την επόμενη περίοδο το 1950-51 μέχρι το ’54-’55. Ένας σύλλογος που με τίμησε πάρα πολύ παρά την ολιγόχρονη προσφορά μου, γιατί 16 χρόνια που ήμουν εδώ, δεν είδα τίποτα από τη Νίκη δυστυχώς! Δεν έχω κανένα παράπονο, βέβαια, αλλά δεν μου προσέφεραν και τίποτα. Εγώ όταν ήρθα εδώ, ο σύλλογος, μάλλον, ήταν τυχερός γιατί υπήρχε μια σωρεία από ταλέντα, με πρώτο το Λευτέρη τον Καλλιοντζή, είχαν πάρει εκείνη τη χρονιά το Λαλέ μαζί με τον Μαρσουβανίδη. Ήταν ένα μπακ καλό, ο Δεβριάδης, όμως, έπαθε ζημιά στα πόδια του και σταμάτησε, ήταν ο Τάσος ο Μανιατάκης, τερματοφύλακας, ήταν ο Βιτζηλαίος και άλλοι καλοί ποδοσφαιριστές, ο Κοντογιάννης, ο Ντάφης, που ήταν στα χαφ. Είχαν φτιάξει μια πολύ καλή ομάδα. Κατόπιν ήρθαν οι νέοι, τους οποίους εγώ προσωπικά πιστεύω τους βοήθησα πολύ και είμαι με όλους φίλος μέχρι τώρα. Ήρθε ο Τζίνης, ο Ζαντέρογλου, ο Καραηλιού πιο μπροστά. Πραγματικά ταλέντα και φτιάξαμε μια καλή και μεγάλη ομάδα, αλλά δεν είχαμε ρεζέρβες. Όταν κάποιος χτυπούσε, ήταν δύσκολο ν’ αντικατασταθεί από άλλον.

 

Πότε σταμάτησες το ποδόσφαιρο;

Σταμάτησα το 1965-’66. Τότε ήταν που σταμάτησαν κι άλλοι. Έφυγε ο Ζαντέρογλου, ο Τζίνης και την επόμενη χρονιά η ομάδα έπεσε. Και έπεσε άσχημα, γιατί με τον πρώτο χρόνο στη β’ κατηγορία, πήγε στην Κόρινθο κι έφαγε επτά γκολ. 7-1 ήταν το σκορ, αν θυμάμαι. Εγώ πιστεύω πως τα πιο καλά μου χρόνια τα χρόνια τα εφηβικά, τα πέρασα σ’ αυτό το σύλλογο. Ξαναγύρισα και έπαιξα άλλα δέκα χρόνια. Νομίζω πως ήταν αρκετά μεγάλη η προσφορά μου. Δυσανάλογη, όμως, ήταν η ανταπόδοση από το σωματείο, αν και δεν ζήτησα ποτέ τίποτα. Ούτε δουλειά, να με βολέψουν πουθενά. Κι ευτυχώς βρέθηκαν φίλοι από τον Ολυμπιακό που με έχουν τιμήσει τρεις-τέσσερις φορές. Και κύπελλα μου δώσανε και μετάλλια που τα έχω στο σπίτι.

 

Βρέθηκαν φίλοι από τον Ολυμπιακό, οι οποίοι τι έκαναν;

Μου έδωσαν μια δουλειά, μια αντιπροσωπεία…

 

Την πήρες μέσω Ολυμπιακού δηλαδή…

Μέσω των φίλων του Ολυμπιακού. Έτσι έφτιαξα την οικογένειά μου και έζησα.

 

Δεν είναι πιο ισχυρές οι μνήμες σου στον Ολυμπιακό απ’ ό,τι στη Νίκη;

Είναι πιο «ζωντανές» από ποιας πλευράς όμως; Οι επιτυχίες ήταν πολύ μεγάλες, πολύ μεγάλες και εδώ, αλλά ανάλογα με το μέγεθος του συλλόγου και το μέγεθος των επιτευγμάτων. Εδώ παίρναμε τα πρωταθλήματα Βόλου, της Θεσσαλίας και την πρόκριση, όπως την πήραμε και ανεβήκαμε στην Α’ Εθνική, ενώ εκεί είχε το κύπελλο και το πρωτάθλημα Ελλάδος, την Εθνική ομάδα, ήταν διαφορετικά.

Έπαιξες στην Εθνική;

Ναι, έπαιξα και σκόραρα στο Ισραήλ. Έπαιξα τέσσερις φορές. Πολλές φορές έπαιξα στην Εθνική Ενόπλων.

 

Πώς εξηγείς το γεγονός ότι έπαιξες στην πρώτη ομάδα της Νίκης, δίχως να έχεις κλείσει τα 16, όπως και ο Καλλιοντζής που αγωνίστηκε νέος;

Ναι, έπαιξα πολύ μικρός. Είχα έρθει εδώ με τον Ολυμπιακό Πειραιώς κι είχαμε παίξει με τη Νίκη και ο Λευτέρης ήταν 16-17 χρόνων και έπαιζε αντίπαλος με εμάς… Θυμάμαι το βράδυ ήρθε και με βρήκε κιόλας. Ο Λευτέρης ήταν κι αυτός μεγάλο ταλέντο, στο οποίο όμως δεν δόθηκε η ευκαιρία να παίξει παραπέρα – και μπορούσε να το κάνει αυτό. Είχε κάποια αστάθεια, αλλά πολύ μεγάλος, όταν ήταν στην ημέρα του ήταν θεαματικότατος και άρεσε στον κόσμο.

 

Για να ολοκληρώσω: Τότε παίξατε όλοι μικροί στη Νίκη, ενώ τώρα είναι σπάνιο το φαινόμενο, δεν υπάρχει παίκτης 16 χρόνων να παίζει ο βασικός σε μια ομάδα. Αυτό πώς το εξηγείς;

Τότε ήταν οι απαιτήσεις μικρότερες. Παίζαμε σ’ ένα πρωτάθλημα, που ήταν άμιλλα μεταξύ συνοικιών, ποιος θα βγει πρωταθλητής στο Βόλο για ν’ αγωνιστεί μετά στο πρωτάθλημα Θεσσαλίας. Μπορούσες, δηλαδή, να «ψηθείς». Τώρα δεν είναι εύκολα. Εμένα δεν μου αρέσει να κάνω συγκρίσεις. Πιστεύω όλοι τότε ήταν μεγάλα ταλέντα εκείνα, δεν μπορώ να πω όμως πως τότε ήταν καλύτερο το ποδόσφαιρο. Μπορεί να υπήρχαν ορισμένοι ποδοσφαιριστές που ήταν καλύτεροι, μεγάλα ταλέντα σίγουρα, γιατί μετέπειτα ήρθαν καλοί παίκτες, όπως ο Τάκης ο Κασσαπλέρης μαζί με το Βαλαχά, που βρέθηκε και στον Ολυμπιακό, ήταν κι αυτοί ταλέντα κι έπαιξαν μικροί.

 

Ο Κασαπλέρης, για παράδειγμα, δεν είναι όπως τα λες εσύ τώρα, γιατί πήγε στη Νίκη, όταν αυτή βρίσκονταν στην Α’ Εθνική, ενώ τώρα δεν μπαίνει ένας 16χρονος να παίξει.

Όχι, αλλά ήταν λίγες οι περιπτώσεις τότε. Τώρα δεν είναι καμία. Στην αρχή, η άμιλλα σίγουρα είναι σε χαμηλό επίπεδο. Μπορεί να παίζαμε με το Σαρακηνό, με τον Κένταυρο, ήταν εύκολο και ήταν δυνατό ανάμεσα σε τόσους να βγουν και δύο μικροί.

 

Ενώ τώρα ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και οι απαιτήσεις πολλές;

Δεν μπορείς να βάλεις έναν τόσο νέο. Πρέπει να είναι πραγματικά πολύ μεγάλο ταλέντο. Γιατί τότε έπαιξε κι ένας Πελέ στην Εθνική Βραζιλίας, ήταν 16 χρόνων και στην Αγγλία πολλοί έπαιξαν. Πρόκειται για φαινόμενο, αφού οι απαιτήσεις είναι πολλές και στη φυσική κατάσταση. Σήμερα κάνουν δύο προπονήσεις την ημέρα κι έχουν το ποδόσφαιρο ως μοναδική απασχόληση, ενώ τότε ήταν δύο προπονήσεις την εβδομάδα και κατευθείαν στο παιχνίδι, που μπορεί να μην πραγματοποιούνταν κιόλας. Μόνο που τώρα παίζουν στα «χαλιά», ενώ τότε στους «καρόδρομους». Τότε η μπάλα σπαρταρούσε και για να την τιθασεύσεις, έπρεπε να ήσουν τεχνίτης, έπρεπε να ξέρεις μπάλα, ενώ σήμερα κάποιος που είναι δυνατός και ξέρει λίγη μπάλα, μπορεί να παίξει. Με μια καλή φυσική κατάσταση παίζεις και γι’ αυτό γυμνάζονται πολύ.

Έτσι, όμως, δεν χάνει το ποδόσφαιρο τη θεαματικότητά του;

Το συνεχές τρέξιμο και το πρεσάρισμα σίγουρα δεν δίνουν θέαμα, «χαλάνε» το παιχνίδι. Οι παίκτες πρέπει να είναι απελευθερωμένοι, να παίζουν κανονικά.

Δηλαδή το ποδόσφαιρο άλλαξε σε πολλά πράγματα, αλλά δεν είναι εξίσου θεαματικότερο όσο άλλοτε;

Για παράδειγμα, τότε γίνονταν πιο εύκολα σουτ, όχι πως τώρα δεν γίνονται, είναι όμως στενά μαρκαρισμένοι οι επιθετικοί και υπάρχει περισσότερο πρέσσιγκ.

Εάν υποθέσουμε πως έπαιζες τώρα ποδόσφαιρο, εσύ ο Καλλιοντζής, ο Τζίνης που συγκροτούσατε μια καλή επιθετική τριάδα, δεν θα παίζατε μεγάλη μπάλα και σήμερα;

 Πιστεύω πως θα παίζαμε, αλλά υπό προϋποθέσεις, π.χ. να γυμναζόμαστε καθημερινά και τα σχετικά… Σίγουρο ότι θα παίζαμε μεγάλη μπάλα.

Συνεπώς, η τέχνη παραμένει το βασικότερο σ’ έναν ποδοσφαιριστή;

Το να ξέρεις ποδόσφαιρο, είναι ίσως το βασικότερο, αλλιώς δεν παίζεις μπάλα.

 

Είναι, όμως, έμφυτο το να ξέρεις ή το να μαθαίνεις;

 Από τη μια πλευρά είναι έμφυτο, από την άλλη καλή, όμως, θέλει καλλιέργεια. Άμα δεν το καλλιεργήσεις το ταλέντο αυτό θα παραμείνει ταλέντο. Εγώ θυμάμαι έναν παίκτη στον Ολυμπιακό, ονόματι Λαχανά. Τον έφεραν εκεί και πραγματικά «μιλούσε» στη μπάλα. Αν τον έβαζες ένα μπουκάλι στα 50 μέτρα μπορούσε να το πετύχει, τόσο ωραία πόδια είχε. Όταν, όμως, έπαιζε στο δίτερμα ή στα παιχνίδια ήταν να γελάς. Πνιγόταν σε μια κουταλιά νερό.

 

Τη ζηλεύεις αυτή την εποχή, τη σημερινή ή καθόλου;

Εμένα πολλοί μου λένε: «Να ’σουνα τώρα, τι θα ’παιρνες». Στην εποχή μου, όμως, όλα ήταν πιο ρομαντικά. Δεν την αλλάζω αυτή την εποχή. Ό,τι έκανα, το έκανα για μένα, γιατί το ήθελα και το αγαπούσα κι έλεγα πότε να ’ρθει η Κυριακή να παίξω. Σήμερα οι ποδοσφαιριστές, λένε πότε να έρθουν οι διακοπές. Ό,τι γίνεται επάγγελμα δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Αυτό το ξέρουμε από τις δουλειές μας. Όλοι ψάχνουμε ευκαιρία για να ξεφύγουμε, ενώ εμείς λέγαμε πότε θα ’ρθει η ώρα να πάμε να παίξουμε.

 

Ήταν ένα παιχνίδι που τώρα έπαψε πια;

Παιχνίδι είναι, αλλά δεν είναι παιχνίδι γι’ αυτούς που το παίζουν.

 

Άρα λες ότι η έμπνευση και το μεράκι ή η επινόηση είναι και αποτέλεσμα του πώς κανείς αντιμετωπίζει το παιχνίδι, υπό ποιες προϋποθέσεις παίζει;

Πιστεύω ότι πολλοί σημερινοί ποδοσφαιριστές, ίσως να μην αγαπούν το ποδόσφαιρο ή να το αγαπούν και να μην το έχουν συνειδητοποιήσει και παίζουν για τα λεφτά. Εγώ ξέρω πως αν κάτι δεν το αγαπάς και στο ποδόσφαιρο ειδικά δεν παίζεις για τη χαρά του παιχνιδιού, ποτέ δεν θα γίνεις μεγάλος παίκτης. Γιατί όπως και να το κάνουμε το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι.

Δηλαδή εσύ έτσι όπως πήγαινες κι έπαιζες στην αλάνα 14-15 χρόνων, με την ίδια νοοτροπία πήγαινες μέχρι το ’65 που σταμάτησες;

Ναι, ήταν πολλές οι ευθύνες, όχι όπως στην αλάνα που και πάλι όμως ήθελες να κερδίσεις, αλλά στους επίσημους αγώνες είναι διαφορετικά…

 

Μου έλεγαν άλλοι συμπαίκτες σου ότι θέλατε οπωσδήποτε να κερδίσετε. Αυτό μου έρθει και ο Θέμης ο Μουστακλής, μετά από μένα, αυτός πήγαινε στον Παναθηναϊκό και έκανε προπόνηση.

Ήταν πάρα πολύ καλός φοιτητής, πολύ μελετηρός, και όμως έβρισκε ώρα για να παίξει ποδόσφαιρο. Στην αρχή έπαιζε εδώ στον Παγασητικό και ήρθε μια φορά και μου είπε: «Ξέρεις κάνω προπόνηση στον Παναθηναϊκό, αλλά δεν με αφήνουν να παίξω στο δίτερμα. Να ’ρθω κάτω;». Τελικά τον πήρα και έπαιξε.

Αυτός έπαιζε μέσα δεξιά;

Ναι και σέντερ-φορ, ήταν δυνατό παιδί.

 

έκανε εντύπωση…

Κοιτάξτε να δείτε. Οι περισσότεροι έτσι ήμασταν, γεννημένοι να κερδίζουμε και κλαίγαμε.

 

Αυτό είχε να κάνει μόνο με την αγάπη σας για το ποδόσφαιρο ή είχε σχέση και με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής;

 Με όλα. Ύστερα να λάβεις υπόψη σου ήμασταν μια γροθιά. Ήμασταν όλοι από μια γειτονιά. Εγώ, ο Καλλιοντζής, ο Μανιατάκης, ο Λαλές και άλλοι, ήμασταν από τα Γερμανικά, μια συνοικία δηλαδή. Και καταλαβαίνεις ότι ήταν αλλιώς τα πράγματα, παίρναμε πολλά από τη γειτονιά μας, ενώ σήμερα κανένας δεν είναι ντόπιος.

 

Αυτό το συναίσθημα το έζησες και στον Ολυμπιακό;

Εκεί σε φανάτιζαν διαφορετικά. Στον Ολυμπιακό όποιος πάει και μπορεί να σταθεί ακόμη και τώρα είναι το κάτι άλλο ο κόσμος. Εμείς κάναμε προπόνηση και γέμιζε ασφυκτικά το «Καραϊσκάκη». Τόσο πολύ αγαπούσε ο κόσμος τον Ολυμπιακό. Ωστόσο, άλλοι ήθελαν να παίξουν στον Ολυμπιακό για να παίρνουν λεφτά.

 

Παίρνατε, δηλαδή, κάποια χρήματα στον Ολυμπιακό;

Στον Ολυμπιακό χαρτζιλίκι παίρναμε και όταν παίζαμε τα παιχνίδια των Χριστουγέννων και του Πάσχα, το περιβόητο ΠΟΚ, μας έδιναν ποσοστό από τις εισπράξεις. Εμένα με βοήθησαν τότε με τους σεισμούς, είχαν στείλει στο σπίτι μου λεφτά. Στον Ολυμπιακό είχε

 

Στον Ολυμπιακό, λες, ότι αυτό που ήταν το πιο χαρακτηριστικό ήταν ο κόσμος και το δέσιμο που υπήρχε.

 Ναι, αλλά δεν γίνονταν αυτά που γίνονται σήμερα εάν η ομάδα χάσει. Με τη διαφορά τότε πως 9 στις 10 κέρδιζε αν δεν κέρδιζε και στις 10. Θυμάμαι ένα περιστατικό. Ήμουν με γνωστούς Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού στο «Καραϊσκάκη». Την προηγούμενη μέρα ο Ολυμπιακός είχε χάσει στο πρωτάθλημα από τον Απόλλωνα. Φεύγοντας, πέσαμε πάνω στο Μποτίνο, πολύ μεγάλος παίκτης, τον παραδέχονταν όλοι. Και του λέει ένας φίλος: «Τι είναι αυτά ρε; Χάσατε από τον Απόλλωνα 4-2;». Εκείνος του απαντά: «Τι να κάνουμε, όλες οι ομάδες χάνουν». Σηκώθηκαν πάνω: «Τι λες ρε. Ξέρεις πού παίζεις; στον Ολυμπιακό. Ο Ολυμπιακός δεν χάνει ποτέ». Τέτοια νοοτροπία.

Ήσουν Ολυμπιακός όταν πρωτοπήρες εκεί;

Όχι.

 

Έγινες;

Ναι. Στην αρχή ήμουν με τον Απόλλωνα, σμυρναϊκή ομάδα, αλλά πηγαίνοντας κάτω, έπαιξα με τον Εθνικό τρία παιχνίδια κι ένα στην Πάτρα τέσσερα. Στο πρώτο που κερδίσαμε, βάλαμε οκτώ γκολ κι εγώ μπήκα να παίξω σέντερ-φορ κι ήμουν πραγματικά καταπληκτικός. Εκεί με είδε ο Χέλμης και πήγαμε και πήραμε τον Ιωάννου από την Αεροπορία, ήταν στον Άραξο, τον βάλαμε να παίξει κι αυτός μέσα αριστερά και πετύχαμε από τρία γκολ, τέσσερα, δεν θυμάμαι. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε πολύ καλοί φίλοι με το Γιάννη τον Ιωάννου, ο οποίος είχε πάει κι αυτός στον Ολυμπιακό μετά, αλλά είχε δύο χρόνια τιμωρία. Στο τέλος τα φτιάξανε. Ήταν μεγάλος παίκτης, ωραίος χαφ και τεχνίτης ποδοσφαιριστής.

 

Με το Μουράτη έπαιξες 4 χρόνια μαζί…

Όλα τα χρόνια…

 

Είναι έτσι όπως αφηγούνται;

Καλό παιδί και καλή ψυχή. Αγράμματος ήταν, τον πειράζαμε καμιά φορά. Κυρίως ο Μπέμπης. Ήταν λίγο παράξενος ο Ανδρέας. Πηγαίναμε στη Θεσσαλονίκη να παίξουμε και τρώγαμε στο «Όλυμπος Νάουσα». Περίμενε να παραγγείλουμε όλοι για να παραγγείλει αυτός κάτι ιδιαίτερο και θυμάμαι, ο Μπέμπης κρυβόταν – ο Μουράτης είχε τρομερή αδυναμία στο Μπέμπη – και όταν π.χ. ο Μουράτης έλεγε «φέρε μου γαρίδες», πεταγόταν ο Μπέμπης κι έλεγε «κι εμένα το ίδιο». Ο Μουράτης έσπευδε ν’ ακυρώσει την παραγγελία. Εγώ έκανα ένα διάστημα και παρέα με τον Ανδρέα. Ήταν μεγαλύτερος, αλλά ήταν καλή ψυχή. Παίζαμε στην Ελευσίνα και η μπάλα γέμιζε αίματα από τις κεφαλιές του Μουράτη.

Ο Ανδρέας, μας την έλεγαν αυτή την περίπτωση, ήταν σμηνίτης και υπηρετούσε στο Φάληρο, στο εργοστάσιο των αεροπλάνων που είχε εκεί. Είχε μαλώσει με τον Ολυμπιακό και τον έβαλαν κάτω να τον τιμωρήσουν από την Αεροπορία. Τον έστελναν να κάνει αγγαρείες. Τον είχαν κρατούμενο και ένας σμηνίας τον πείραζε συνεχώς. Ο Ανδρέας τον κοίταζε και έτσι όπως ήταν μια πόρτα, της τραβά μια κεφαλιά και τη σπάει. Και του λέει: «Η άλλη κεφαλιά είναι για σένα εάν μου ξανακολλήσεις». Το θυμάμαι αυτό που το έλεγαν. Που να ξαναμιλήσει ο σμηνίας από τότε…

 Φανατικός Ολυμπιακός ήταν ο Δρόσος. Προτού μπούμε στο γήπεδο ήθελε να τραγουδάμε το «Φευγάτε από μπρος / φευγάτε από μπρος / στο γήπεδο μπαίνει ο Ολυμπιακός / παιδιά διαλεγμένα /λεβέντες με χάρη /ο κόσμος τους έχει στον Πειραιά καμάρι / ένα, δύο, τρία γκολ παντού αλαλαγμός / θρίαμβος, νίκη, Ολυμπιακός». Το θυμάμαι καλά και ήταν βαρύτονος και δίναμε τα χέρια και πραγματικά ορκιζόμασταν. Αυτή είναι η διαφορά με το σημερινό. Τότε ήταν η περίοδος του ερασιτεχνισμού, η περίοδος της φανέλας και ίδρωνες γι’ αυτήν…

 

Δηλαδή σε κάθε αγώνα, τραγουδούσατε πριν μπείτε στο γήπεδο;

Ναι, ναι… (συνέχεια ύμνου): «Ο ένας πασάρει / ο άλλος σουτάρει / ο εχθρός τα χάνει σωστός πανικός / ένα, δύο, τρία γκολ παντού αλαλαγμός / θρίαμβος νίκη, Ολυμπιακός».

Άρα ήταν το κλίμα τέτοιο στον Ολυμπιακό…

Σίγουρα «μπολιαζόσουν» χωρίς να το πάρεις χαμπάρι, γινόσουν φανατικός φίλος του Ολυμπιακού.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών της γενιάς σας κοινωνικά επιβίωσε, έκανε μια δουλειά αξιοπρεπέστατη, δημιούργησαν οικογένειες κ.λπ. Ουδείς χάθηκε, ενώ σήμερα βλέπουμε ποδοσφαιριστές που βγάζουν λεφτά, αλλά χάνονται. Αυτό πώς το εξηγείς;

Δεν ξέρω γιατί. Εμείς περάσαμε πραγματικά από συμπληγάδες – βλέπε Κατοχή. Εγώ θυμάμαι τελείωσα το Δημοτικό – έμενα στη Ν. Ιωνία, στα Γερμανικά, στα Παλιά, στο Π. Λιμεναρχείο. Βγήκαμε νωρίς στη βιοπάλη. Εγώ μικρό παιδί στην Κατοχή έτρεχα για να βγάλω το ψωμί μου. Πήγαινα μέχρι το Σέσκλο, κάθε μέρα. Ύστερα πήγα δούλεψα στα ψάρια, κοντά σ’ ένα παραγαδιάρη για να βγάλω μεροκάματα, πήγα στον Αη-Γιώργη και σήκωνα τσουβάλια…

 

Δηλαδή η περίοδος εκείνη σας διαμόρφωσε;

Μας έμαθε ότι η ζωή δεν είναι έτσι όπως την πάρεις. Πρέπει να παλέψεις, να ζήσεις και να τη δεις σοβαρά και μείναμε κοντά στις οικογένειες. Γιατί όταν είσαι παιδί 12-13 χρόνων και κοιτάς να βοηθήσεις το σπίτι σου, να συνδράμεις κι εσύ, όταν ο μπαμπάς με το ζόρι τα φέρνει βόλτα. Εμείς ήμασταν τέσσερα αδέλφια και ο πατέρας με τη μάνα μου. Ο πατέρας δούλευε στον Αγ. Γεώργιο φορτοεκφορτωτής, αλλά μόλις καταλάβαμε τον κόσμο, μας πήραν για να πάμε να βοηθήσουμε. Εγώ βοήθησα, θυμάμαι πήγαινα σ’ ένα βυρσοδεψείο, δούλευα, έπαιρνα τα λεφτά, Τότε το μεροκάματο ήταν μικρό. Το πήγαινα στη μάνα μου και περίμενα να μου δώσει κανένα τάλιρο χαρτζιλίκι.

 

Αυτό συνεχίστηκε και όταν πέρασες στην εφηβεία;

Όταν πέρασα και πήγα στον Ολυμπιακό Πειραιώς, δεν κάπνιζα, με είχαν ένα εστιατόριο κι έτρωγα. Πήγα αμέσως στο Λιμενικό, όπου με έβαλαν, έπαιρνα τροφοδοσία σε χρήματα. Έπαιρνα γύρω στις 50 δραχμές τότε. Καλούτσικα ήταν, τα έστελνα εδώ στον πατέρα μου και στη μάνα μου. Κι έπαιρνα και από τον Ολυμπιακό πότε 200, πότε 500, πότε 1.000, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, από τους καλοκαιρινούς αγώνες, ιδιαίτερα όταν έρχονταν ξένες ομάδες για φιλικά.

 

Ήσουν από μικρός πολιτικοποιημένος. Όταν έπαιζες δηλαδή ποδόσφαιρο στη δεκαετία του ’50, παρακολουθούσες την πολιτική;

Όχι, δεν παρακολουθούσα, αλλά ήμουν τοποθετημένος από βιώματα παλιά του πατέρα μου. Γιατί όταν βλέπεις έναν πατέρα ν’ αγωνίζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν έχεις και πολλά περιθώρια.

 

Πάλι, δηλαδή, η κοινωνική θέση οδηγούσε στην πολιτική άποψη.

Ναι, τους περισσότερους η κοινωνική θέση τους οδηγούσε στην πολιτική άποψη. Γι’ αυτό και πολλοί μόλις τα ’πιασαν λιγάκι, άλλαξαν. Δεν ήταν από πεποίθηση εκεί.

 

Μπορούμε να πούμε ότι οι φτωχοί έπαιζαν ποδόσφαιρο;

Υποχρεωτικά οι φτωχοί. Στη χάση και στη φέξη ερχόταν κανένας πλούσιος, όπως ήταν ο Θεοδωρίδης. Θυμάμαι που άφηνε τα πριμ πότε στο Μουράτη, πότε σε κανέναν άλλο, αφού ήταν παιδί από πλούσια οικογένεια. Δεν τα έπαιρνε ποτέ. Έτσι ήταν και ο Αγγελάς, ο Βασιλειάδης, ο οποίος ήταν στον Άρη Θεσσαλονίκης και ήρθε στον Ολυμπιακό. Αυτόν τον έβγαλαν και έπαιξα εγώ. Πριν από λίγα χρόνια με είχε καλέσει τότε επί Κοσκωτά, έκανε ένα μεγάλο πάρτι και με πήρε στο τηλέφωνο. Εκεί ήταν όλοι οι παλιοί. Ήταν καλοκαίρι, αλλά δεν πήγα, γιατί δεν μου άρεσε η όλη κατάσταση με τον Κοσκωτά. Τότε ήταν πολλοί που παντρεύτηκαν αυτή την περίοδο και θυμάμαι η γυναίκα μου, μου έλεγε: Πήγαινε, θα βολέψεις τα παιδιά». Τα παιδιά μου και τα δύο δεν είναι βολεμένα. Ο γιος μου τελείωσε το Τεχνικό Λύκειο και δουλεύει ως υδραυλικός έκτακτος στο Δήμο, η κόρη μου είναι υπομηχανικός. Συνεργάζεται μ’ ένα γραφείο.

 

Από τον Ολυμπιακό τι θυμάσαι περισσότερο; Και για τον Κοκκινάκη και για την ομάδα εκείνη;

Μια ομάδα μεγάλη. Να βαδίζεις στους δρόμους της Αθήνας και να σ’ αναγνωρίζει ο κόσμος είναι μεγάλη δουλειά. Είναι ιδέα ο Ολυμπιακός. Για μένα είναι ό,τι καλύτερο μου έτυχε στη ζωή.

 

Μπορείς να το εξηγήσεις αυτό το πράγμα; Αυτό το δέσιμο του Ολυμπιακού. Λες ότι είναι ιδέα. Μπορείς να την εξηγήσεις αυτή την ιδέα;

Όταν πήγα, σου το είπα. Δεν ήμουν Ολυμπιακός. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε τέτοιο «δέσιμο» με την ομάδα, που όταν έφευγα έκλαιγα.

 

Δεν μου είπες, πώς έφυγες;

Τα ρύθμισε η Κούλα Πεικούδη, πολιτικό στέλεχος της εποχής εκείνης. Έπεισε το Γ. Ανδριανόπουλο να μου δώσει μεταγραφή. Μου είχαν δώσει χίλιες δυο υποσχέσεις, τις οποίες δεν τήρησαν. Μου ’δωσαν μόνο το κυλικείο, το οποίο μου το πήραν όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο. Θυμάμαι όταν ήμουν προπονητής στον Τύρναβο. Ήθελα να πάρω το δελτίο να χρειαστεί αν παίζω στην ομάδα που με πλήρωνε κι έβγαζα στο κάτω-κάτω το μεροκάματό μου. Είχα και τη δουλειά αυτή με την αντιπροσωπεία. Μου ζήτησαν λεφτά για να μου δώσουν το δελτίο. Μπορούσα να παίξω γιατί έκανα καλή ζωή, ήμουν πολύ μετρημένος, ποτέ δεν πήγαινα Παρασκευή ή Σάββατο να ξενυχτίσω.

 

Την πτώση της Νίκης την αποδίδεις στους παράγοντες;

Όταν βγάζεις έναν παίκτη και τον πουλάς τον καιρό εκείνο… και καλά έκαναν και έφυγαν αρκετοί, όπως ο Χρήστος. Τα λεφτά όμως χάνονταν και στην επόμενη περίοδο πάλι δεν είχαν πολλά.

 

Λες ότι έφυγες από τον Ολυμπιακό και έκλαιγες.

Ναι, αλλά τότε δεν το έλεγα σε κανένα. Καθόμουν και αναπολούσα. Θυμάμαι όταν ήρθε ο Εθνικός την πρώτη χρονιά και παίξαμε αντίπαλοι και ήταν προπονητής ο Γ. Χέλμης, είχε φύγει από τον Ολυμπιακό και τον πήραμε 5-0. Μου είπε μια κουβέντα: «Βρε, μου λέει, γιατί ήρθες και κρύφτηκες εδώ. Είχα βάλει δύο γκολ στον Εθνικό, έφταιξα αλλά δύο και είδαν ότι ήμουν πραγματικά εκείνη την ημέρα καταπληκτικός. Είχα υποχρέωση μεγάλη στους Χέλμηδες, με είχαν βοηθήσει πολύ.

Από τους παίκτες που έπαιξες τότε στον Ολυμπιακό ξεχώριζες έτσι κάποιον;

Ο Μπέμπης, ο Δαρίβας, ο Ιωάννου, ο Κοτρίδης, ο Ρωσίδης, ο Μουράτης, όλοι πολύ μεγάλοι παίκτες. Και ο Υφαντής ο Ηλίας αργότερα, ο μικρός Σάββας, ο Θεοδωρίδης. Ο Καραπαντής ήταν μεγάλος τερματοφύλακας, ο Κουρουκλάτος, ήταν ο πιο έξυπνος τερματοφύλακας που είχα γνωρίσει. Λιγότερο ελαστικός, λιγότερο θεαματικός, αλλά πολύ-πολύ έξυπνος. Μεγάλος παίκτης από τους αντιπάλους ήταν ο Κώστας ο Νεστορίδης. Πολύ μεγάλος. Ο Γιώργος ο Σιδερής, σπουδαίος σέντερ-φορ.

 

Μ’ αυτούς έπαιξες αντίπαλος, μετά και με τη Νίκη;

Ναι και δεν χάσαμε καμία φορά εδώ, ούτε από τον Παναθηναϊκό χάσαμε.

 

Άλλους παίκτες της εποχής;

Ο Πανάκης ο Βαγγέλης. Δουλεύαμε μαζί στο Λιμενικό και ήμασταν καλή παρέα με τον Λινοξυλάκη τον Κώστα.

Έκαναν παρέα τότε μεταξύ τους οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού;

Έκανα παρέα με τον Βαγγέλη τον Πανάκη, τον Ταουξή τον τερματοφύλακα, του Απόλλωνα. Είχαμε μια ομάδα καταπληκτική στο Λιμενικό. Ο Ξανθόπουλος, ο Λινοξυλάκης, ο Πανάκης, ένας Χατζηνικολάου, ο Ασημακόπουλος, εγώ.

 

Ο Μανιατάκης έλεγε πως ο Ξανθόπουλος ούτε στο μισό του πόδι δεν τον έφθανε.

Τόση ψυχή, που είχε ο Ξανθόπουλος είχε κι αυτός. Πολύ δυνατός ο Τάσος. Μπορούσε να παίξει σε μεγάλη ομάδα. Ήταν πληθωρικός. Γερός, πολύ δυνατός και πολύ γρήγορος. Πολύ γρήγορος ο Τάσος.

Ποιους άλλους ξεχώριζες;

Τον Καλλιοντζή, το Λαλέ, το Μανιατάκη, το Ζαντέρογλου, το Τζίνη, τον Καραηλιού, μετά ήταν ο Κασσαπλέρης. Αυτοί είναι η πρώτη σειρά ποδοσφαιριστές. Καλός ήταν και ο Ν. Δεβριάδης, ήταν πολύ καλό μπακ, αλλά έπαθε ζημιά. Ήταν ένας παίκτης που δύσκολα τριπλάροταν, ενώ ήταν γρήγορος, και πολύ δυνατός.

 

Κάτι που να σου έχει μείνει στη μνήμη από το «Καραϊσκάκη» με πρωταγωνιστή τον Κοκκινάκη; Να το θυμάσαι έτσι ανεξίτηλα;

Παίζαμε με τον Παναθηναϊκό και μάλιστα τότε στα τελευταία λεπτά έγινε μια σέντρα. Πιάνω κεφαλιά, πηγαίνει κάτω από το γκολπόστ, το δίνει γκολ ο διαιτητής. Φασαρία, κακό μετά. θυμάμαι άλλη μια περίπτωση με τον ΠΑΟΚ σ’ ένα παιχνίδι τρομερό, όπως σ’ ένα παιχνίδι με τη Μπολόνια. Δεν ήξερα πού είναι τα αποδυτήρια. Τόσο πολύ είχα τρέξει. Είχα κάνει πολύ μεγάλο παιχνίδι.

Έναν άλλο αγώνα με την ΑΕΚ. Ήμουν άρρωστος όλη την εβδομάδα και πήγα στα αποδυτήρια και λέει ο Χέλμης: «Ντύσου να παίξεις». Και παίζω ένα παιχνίδι καταπληκτικό. Εν τω μεταξύ, όταν τελείωσε το ματς δεν ήξερα πού ήμουν, ούτε καν από ποια πλευρά είναι η καταπακτή για να φύγω. Τόσο πολύ. Κι ένα άλλο παιχνίδι με την Μπολόνια στην Ιταλία, όπου χάσαμε 2-0.

 

Από το ποδόσφαιρο που έπαιξες σχεδόν 20 χρόνια, τι κέρδισες;

Απολύτως τίποτα. Απλώς και μόνο μ’ αναγνωρίζει ο κόσμος, μου μιλάει. Αυτό είναι μια ικανοποίηση για μένα. Έπαιξα 20 χρόνια και δεν πήρα ούτε μια κίτρινη κάρτα, δεν αποβλήθηκα ποτέ. Είκοσι χρόνια ποδόσφαιρο και δεν με απέβαλε κανένας διαιτητής.

Αν ξεκινούσες τώρα με το μυαλό που έχεις στα 68 σου χρόνια, αν γύριζες νοερά πίσω στη δεκαετία του ’40, θα ακολουθούσες την πορεία στο ποδόσφαιρο;

Το σκέφτομαι και ώρα καμιά φορά, που λέει ο λόγος. Ναι, θα την ακολουθούσα. Το ποδόσφαιρο ήταν ένα παιχνίδι που μου άρεσε. Όταν πήγαινα σχολείο, θεωρώ πως ήμουν έξυπνος και τα ’παιρνα τα γράμματα.

 

Δηλαδή παρά το γεγονός ότι οικονομικά θα μπορούσες να κάνεις περισσότερα πράγματα, κρατάς τις εμπειρίες και τις συγκινήσεις που έζησες μέσα στα γήπεδα;

 Είναι μεγάλη δουλειά, τόσος κόσμος δίπλα σου να σε χειροκροτεί. Όχι, πάντα όμως, γιατί πολλές φορές σε βρίζουν. Και τότε φώναζαν. Προσωπικά, το τι άκουσα όταν έφυγα από τον Ολυμπιακό ήταν άλλο πράγμα. Ζήτησα να μην παίξω κόντρα με τη Νίκη, αλλά επέμενε ο Χέλμης: «Θα παίξεις». Με κυνηγούσαν από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό να μου σπάσουν τα πόδια και απ’ έξω φώναζαν. Μ’ έλεγαν «προδότη», «γεννίτσαρο». Το βράδυ είχαν έρθει κι έξω από το σπίτι μου κι αναγκάστηκα να τηλεφωνήσω να μου φέρουν τη στολή μου, γιατί και η περίοδος… Ξέρεις τώρα. Ήταν μια εμπειρία που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Μ’ έβριζαν από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Κι εγώ έπαιζα μαλακά, έκανα πράγματα πολύ ήπια. Μόνο κάποια στιγμή μετά από μια κλωτσιά που έφαγα σούταρα στο δοκάρι.

 Τελικά ο Ολυμπιακός κέρδισε 3-0. Την επόμενη χρονιά παίξαμε με τον Ολυμπιακό Β. Είχε τερματίσει πρώτος έχοντας κερδίσει και τη Δόξα. Στην αρχή βρεθήκαμε πίσω στο σκορ, αλλά με ένα δικό μου γκολ φτάσαμε στην ισοφάριση κι έβαλα και το δεύτερο γκολ, το οποίο αποτελείωσε ο Ηλίας ο Υφαντής. Αυτό το ματς είχε γίνει στο γήπεδο της Νίκης. Τις εμπειρίες αυτές με τα δύο ματς δεν θα τις ξεχάσω ποτέ.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το