Τοπικά

“Κίνδυνος για περικοπές σε μισθούς και συντάξεις το 2021” τονίζει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Μιχ.Ζουμπουλάκης

Η δεύτερη χειρότερη χρονιά για την ελληνική οικονομία μετά το 1974 αναμένεται να είναι το 2020, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού δημιούργησε ύφεση, με τη μείωση του ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα φτάσει σε κοντινό επίπεδο με αυτή του 2011, όταν η συρρίκνωση κινήθηκε στο 9,5%, ποσοστό ρεκόρ σε βάθος 72 ετών…
Παράλληλα, σύμφωνα με τον καθηγητή του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Μιχάλη Ζουμπουλάκη, σε περίπτωση που ο ιός εξακολουθεί να ταλαιπωρεί την εξασθενημένη οικονομία πέραν του Φεβρουαρίου του 2021 τότε άμεσος είναι ο κίνδυνος για μειώσεις μισθών και συντάξεων…
«Φοβόμαστε ότι η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας θα είναι μεγαλύτερη από το 2011, αλλά ακόμα δεν είμαστε σίγουροι ότι θα συμβεί. Πάντως το 2020 θα είναι από τις χειρότερες αναφορικά με την οικονομία χρονιές από το 1974. Το 2011 ανήλθε στο 9,5%, το 1974 στο 6,7% και η κυβέρνηση επιμένει πως η μείωση θα είναι στο 8%. Εκτιμώ πως θα είμαστε κάτω από 10% και συγκεκριμένα γύρω στο 8% με 9%».

Ο καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Μιχάλης Ζουμπουλάκης

Δύσκολα μετρήσιμη η ανεργία
Ο καθηγητής Μεθοδολογίας και Ιστορίας της Οικονομικής Σκέψης αναφερόμενος στην ανεργία εκτιμά πως προς το παρόν δεν έχει ξεφύγει υπερβολικά. Έχουμε φτάσει στο 18%, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Προσθέτει πως είναι μία δύσκολη μετρήσιμη κατάσταση, γιατί προϋποθέτει τη δήλωση του ανέργου, καθώς θα πρέπει να καταχωρηθεί επίσημα στα μητρώα του ΟΑΕΔ και για παράδειγμα εάν ένα παιδί που τέλειωσε το πανεπιστήμιο και ψάχνει για δουλειά δεν πάει στον ΟΑΕΔ να το δηλώσει, δεν θα καταγραφεί, με αποτέλεσμα συνήθως οι αριθμοί των ανέργων να υποεκτιμώνται. Παρόλα αυτά κάποιες φορές εμφανίζεται το φαινόμενο της υπερεκτίμησής της, με τους εποχικά εργαζομένους. «Όλοι αυτοί που δουλεύουν στον κλάδο εστίασης, τουρισμού, μαζεύουν ένσημα τους μήνες που εργάζονται και ύστερα δηλώνονται ως άνεργοι κάνοντας περιστασιακές δουλειές λαμβάνοντας παράλληλα επίδομα ανεργίας σε διάστημα τεσσάρων με έξι μηνών όπου δεν απασχολούνται. Η διαδικασία αυτή φουσκώνει την ανεργία και δεν μπορεί να εκτιμηθεί με σαφήνεια» τόνισε.
Όπως λέει, το βασικό πρόβλημα, με το οποίο θα βρεθεί αντιμέτωπη η ελληνική οικονομία, είναι το πώς θα συγκρατηθούν οι επιχειρήσεις στο να μην προβούν σε απολύσεις, κάτι που είναι δύσκολο και γι’ αυτό τώρα εφαρμόζεται το μέτρο της ασφαλιστικής ελάφρυνσης των εισφορών των εργοδοτών.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η ύφεση θα επηρεάσει τα ελληνικά νοικοκυριά, χωρίς όμως να συνοδευτεί με άνοδο του πληθωρισμού. «Σε όλη την Ευρώπη παρατηρήθηκε το προηγούμενο διάστημα μια αύξηση των αποταμιεύσεων, κάτι που συνέβη και σε τοπικό επίπεδο, αφού δεν έγιναν αγορές από τους καταναλωτές την περίοδο της καραντίνας. Αυτό σημαίνει όμως και πτώση της ζήτησης, γιατί η ψυχολογία δεν έχει επανέλθει στα επίπεδα προ κρίσης, με τους καταναλωτές να κρατούν μια αμυντική στάση. Συνεπάγεται ότι οι έμποροι και οι επιχειρηματίες που προσφέρουν υπηρεσίες, δεν μπορούν να αυξήσουν τις τιμές, κάτι που είναι θετικό» επισήμανε.

Νέα αύξηση του Δημόσιου Χρέους
Σχετικά με το ζήτημα της προμήθειας των αεροπλάνων Rafale και της υλοποίησης των υπόλοιπων των εξοπλιστικών προγραμμάτων ο κ. Ζουμπουλάκης τόνισε πως θα επιβαρυνθεί ο κρατικός προϋπολογισμός σε βάθος χρόνου και όχι άμεσα. «Ακόμα πληρώνουμε τη λεγόμενη αγορά του αιώνα του Παπανδρέου…» πρόσθεσε.
Όπως υποστήριξε, αυτό που θα φανεί σύντομα στον προϋπολογισμό, είναι η αύξηση του Δημόσιου Χρέους, γιατί τα χρήματα αυτά που θα δοθούν για τα εξοπλιστικά, θα προκύψουν από δανεισμό, ενώ ταυτόχρονα θα χειροτερεύσουν και τα δημόσια οικονομικά έτσι κι αλλιώς, γιατί υπάρχουν τα έκτακτα βοηθήματα σε επιχειρήσεις, ανέργους, κ.ά. Συν τοις άλλοις τα έσοδα μειώνονται λόγω των μικρότερων τζίρων, αλλά και οι φορολογούμενοι γίνονται επιφυλακτικότεροι στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους.
«Η αβεβαιότητα λόγω της πανδημίας, αλλάζει τελείως τη συμπεριφορά των πολιτών και ως προς τους ιδιώτες και ως προς το κράτος» επισήμανε. Ο καθηγητής υπογράμμισε πως δεν υπάρχει κίνδυνος επιβολής μνημονίου, γιατί το Δημόσιο δεν έχει βγει στις αγορές για δανεισμό, αλλά υφίσταται ο κίνδυνος περικοπών σε μισθούς ακόμα και στον δημόσιο τομέα, όπως και μεγάλου αριθμού απολύσεων στον ιδιωτικό.
«Εάν μέχρι τον Φεβρουάριο ελεγχθεί η κατάσταση με τον κορωνοϊό, δεν θα υπάρξει ο παραπάνω κίνδυνος, εάν όμως το πράγμα ξεφύγει στο επόμενο εξάμηνο, πριν μπούμε στο 2021, τότε θα γίνουν περικοπές σε μισθούς και συντάξεις» αναφέρει ο κ. Ζουμπουλάκης, που εξηγεί πως με την αύξηση των δημοσίων δαπανών και με την ταυτόχρονη μείωση των εσόδων, δύο είναι οι λύσεις: Ή η χώρα θα μπει στη λογική περικοπών ή σε αυτή του δανεισμού. Στην πρώτη περίπτωση η απόδοση του μέτρου είναι άμεση, ενώ στη δεύτερη θα επιβαρυνθούν οι επόμενες γενιές, αλλά από τη στιγμή που η ελληνική οικονομία βρίσκεται υπό επιτήρηση μέχρι το 2060, δεν μπορεί να γίνει εύκολα κάτι τέτοιο. «Είναι κατά κάποιο τρόπο μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Δεν είναι ευχάριστο να μετέχεις στην κυβέρνηση αυτή την περίοδο…» κατέληξε με νόημα ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Δεύτερη χειρότερη ύφεση από το 1949
Σε μια ιστορική έρευνα από το τελευταίο έτος του εμφυλίου πολέμου, 1949, μέχρι το 2019, υπήρξαν χρονιές, όπου η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είχε αρνητικό πρόσημο. Η αρχή έγινε σχετικά αργά και συγκεκριμένα το 1974, με την ύφεση να φτάνει στο 6,7%. Συνεχίστηκε το 1981 με -1,6%, το 1982 με -1,1%, όπως και το 1983, το 1987 με -2,3%, ενώ το 1990 η ανάπτυξη ήταν μηδενική. Το 1993 υπήρξε εκ νέου ύφεση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας με -1,6%. Φτάνουμε την περίοδο της κρίσης και στο 2008, με την ανάπτυξη να καταγράφει αρνητικό πρόσημο με -0,2%, το 2009 με -4,2%, το 2010 με την ύφεση να βαθαίνει περισσότερο με -4,9%, το 2012 με -6%, το 2013 με -4,2%, το 2015 με -0,2%. Το 2016 ήταν η τελευταία χρονιά με την ύφεση να είναι οριακή στο 0,05%. Τονίζεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία υπήρξαν χρονιές με εκρηκτική ανάπτυξη, όπως το 1949, με ποσοστό που κινήθηκε περίπου στο 17,5%, 1953 με 13,5%, το 1961 με 13,2% και το 1963 με 11,8%. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία συνάγεται πως το 2020 θα είναι η δεύτερη χειρότερη χρονιά από πλευράς ύφεσης για την ελληνική οικονομία εδώ και 71 τουλάχιστον χρόνια. Υπενθυμίζεται πως προτού ξεσπάσει η πανδημία σύμφωνα με έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος το καλοκαίρι του 2019 η εκτίμηση ήταν πως το 2020 θα είχαμε ανάπτυξη της τάξης του 2,1% και το 2021 του 2,2%.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το