Τοπικά

Πρώην Βολιώτης τραπεζικός αγάπησε το μπάσκετ, λατρεύει την τέχνη

Η δεκαετία του 1970 βρήκε τον Θανάση Δουλκέρογλου να παίζει μπάσκετ. Ήταν η εποχή που φόρεσε τη φανέλα του Γυμναστικού Συλλόγου Βόλου και είδε την αγαπημένη του ομάδα να πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής. Την σεζόν 1973/74 έφτασε μέχρι την 3η θέση στο βόρειο όμιλο, πίσω από τον πρωταθλητή Δημόκριτο Θεσσαλονίκης και τον Έσπερο Βυζαντίου. Όμως, το… κρυφό μεράκι του Θανάση Δουλκέρογλου ήταν η ζωγραφική, αν και ουδέποτε αξιοποίησε το ταλέντο του. Επαγγελματικά τον κέρδισε ο τραπεζικός κλάδος, αλλά εδώ και ενάμιση χρόνο αποφάσισε να κάνει πραγματικότητα ένα όνειρο ζωής: Άνοιξε τη γκαλερί «δ» και με αφορμή τη συμπλήρωση 18 μηνών λειτουργίας της μίλησε για το στοίχημα που έβαλε με τον εαυτό του.

«Αν δεν ήμουν τραπεζικός, θα γινόμουν ζωγράφος. Αν δεν έπαιζα μπάσκετ από 12-13 ετών, σίγουρα θα ζωγράφιζα. Με κέρδισε το παιχνίδι λόγω ηλικίας και ασχολήθηκα τελικά με την καλαθοσφαίριση», εξομολογήθηκε ο Θανάσης Δουλκέρογλου, ο οποίος στα νιάτα του θεωρούνταν το «μυαλό» του Γ.Σ. Βόλου. Αγωνιζόταν ως πλέι-μέικερ και οι προπονητές του τον εμπιστεύονταν στον «άσο», αφού οδηγούσε με μαεστρία τους «Μαυραετούς» στις εθνικές κατηγορίες. Ωστόσο, από τα τσιμεντένια τερέν μπάσκετ βρέθηκε να εργάζεται ως τραπεζικός, χάρη σ’ έναν παράγοντα που είχε τότε στον Γυμναστικό και ήταν διευθυντής στην πρώην Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως. Τα χρόνια πέρασαν και ο 62χρονος, πλέον, Βολιώτης έφτασε να γίνει υψηλόβαθμο στέλεχος στην Alpha Bank, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 2014.
Έναν χρόνο αργότερα έκανε τα εγκαίνια της γκαλερί του. Συμπλήρωσε έτσι ένα κενό 23 ετών, αφού τόσο διήρκησε η ανυπαρξία ενός ιδιωτικού χώρου τέχνης στην πόλη του Βόλου. «Η «σπίθα» της ζωγραφικής πάντοτε υπήρχε μέσα μου. Όταν πλησίαζα προς το τέλος της καριέρας μου στην τράπεζα, με απασχολούσε τι θα κάνω μετά τη σύνταξη. Δεν είμαι άνθρωπος, ο οποίος θα ήμουν μονίμως σ’ ένα καφενείο. Πάντοτε είχα στο μυαλό μου να κάνω κάτι που θα μου άρεσε. Και τι ήταν αυτό; Η ζωγραφική. Πάνω από δύο δεκαετίες δεν είχαμε γκαλερί στον Βόλο. Η τελευταία ήταν του Αλεξόπουλου. Βρισκόταν στο στενό της Αγίου Νικολάου, μεταξύ Τ. Οικονομάκη και 28ης Οκτωβρίου. Πέθανε νέος ο ιδιοκτήτης της κι έκτοτε μία ολόκληρη γενιά στον Βόλο έμεινε δίχως να ενημερώνεται για την τέχνη. Αυτό το κενό κόστισε, και πολλές φορές αναρωτιέμαι αν το στοίχημα για την πόλη μας χάθηκε ή μπορεί ακόμη να κερδηθεί», είπε στη συνέχεια ο κ. Δουλκέρογλου, ο οποίος πρόσθεσε:

«Η κόρη μου, Μαργαρίτα, έγινε ζωγράφος, αφού τελείωσε τη σχολή Καλών Τεχνών. Στην αρχή αγοράσαμε ένα χώρο επί της Λώρη, με σκοπό να στεγαστεί εκεί η γκαλερί. Αφότου παντρεύτηκε, μεταφέραμε εκεί το ατελιέ της. Μία ημέρα που περνούσα από την οδό Χατζηαργύρη βρήκα μία παλιά αποθήκη, ερείπιο σκέτο. Άρχισα να τη φτιάχνω και τελικά βγήκε κάτι πολύ ωραίο, χάρη στον εξαιρετικό σχεδιασμό του αρχιτέκτονα και τις ιδέες της κόρης μου».

Στα χρόνια της κρίσης, πάντως, το εγχείρημα του κ. Δουλκέρογλου εμπεριέχει αρκετές δυσκολίες, με τον ιδιοκτήτη της γκαλερί «δ» να υπογραμμίζει: «Το να ανοίξεις μία γκαλερί την σημερινή εποχή ισοδυναμεί με μία τρέλα. Η κρίση έχει αφήσει το αποτύπωμά της, τόσο στους καλλιτέχνες, όσο και το εμπόριο της τέχνης. Οι πωλήσεις έχουν φτάσει στο ναδίρ. Δεν πουλάς εύκολα πλέον. Όσοι έχουν χρήματα, δεν τα ξοδεύουν εύκολα για ένα έργο τέχνης. Πόσο μάλιστα στον Βόλο».

Ο περιορισμένος κύκλος ανθρώπων στην πόλη μας, οι οποίοι ασχολούνται με σύγχρονη τέχνη, συνεπάγεται και μικρούς τζίρους. Έτσι, στο ερώτημα για το πώς μπορεί να επιβιώσει μία γκαλερί υπό αυτές τις συνθήκες, ο κ. Δουλκέρογλου τόνισε: «Εάν κάποιος το εξετάσει υπό το οικονομικό πρίσμα, δεν θα σκεφτεί ποτέ να πράξει κάτι ανάλογα. Ειδικότερα στις εποχές που ζούμε τώρα. Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί: Εγώ, γιατί το τόλμησα; Την τρέλα μου κάνω, μου αρέσει και θέλω να υπάρχει στονΒόλο ένας τέτοιος χώρος. Μόνο έτσι θα αναπληρώσουμε όσα έλειψαν τα προηγούμενα χρόνια».

Το τελευταίο 18μηνο διοργανώθηκαν επτά εκθέσεις, με τη γκαλερί «δ» να κάνει δυναμικό ξεκίνημα. «Παίζει ρόλο ποιός εκθέτει κάθε φορά. Φέρνοντας γνωστούς και καταξιωμένους καλλιτέχνες, «χτίζεις» μία καλή φήμη. Ήρθαν για παράδειγμα ο Σάμιος, ο οποίος έχει εκθέσει μέχρι το Μουσείο Μπενάκη και η Παπαδημητρίου με τα «Αγριμικά» που εντυπωσίασε στη Μπιενάλε της Βενετίας το 2015», υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο 62χρονος Βολιώτης, ο οποίος από την άλλη είπε ότι αυτό αφήνει περιθώριο να δώσει βήμα και σε νέους, φερέλπιδες ζωγράφους.
Όσο για το τι σημαίνει η ενασχόλησή του με την τέχνη; Αντί άλλης απάντησης, ο Θανάσης Δουλκέρογλου επέλεξε να διηγηθεί ένα ιδιαίτερο περιστατικό που του έτυχε: «Την περίοδο που είχαμε την έκθεση του Σάμιου, μπήκε ένα ζευγάρι στη γκαλερί. Τους καλωσόρισα και κάποια στιγμή με φώναξαν για ένα έργο του. Ο συγκεκριμένος ζωγράφος γενικότερα έχει ακριβές τιμές. Εκείνο που τους άρεσε, κόστιζε 17.000 ευρώ και ήθελαν να πληροφορηθούν εάν ο ζωγράφος είχε τη δυνατότητα να τους κάνει καλύτερη τιμή. Από την πλευρά μου, τους ρώτησα εάν ήταν συλλέκτες; Μου απάντησαν πως ήθελαν να κάνουν δώρο τον πίνακα στην κόρη τους όταν παντρευτεί. Όμως, ο γάμος δεν θα γινόταν άμεσα. Το κορίτσι ήταν 13 ετών. Διέκριναν μεμιάς την απορία στο πρόσωπό μου και τότε ο άνδρας εκείνος μου αποκρίθηκε το εξής: «Θέλουμε να κάνουμε ένα δώρο, παντοτινής ενθύμησης και διαχρονικής αξίας». Μέσα σε λίγες λέξεις, τα είπε όλα. Με άφησε άναυδο η απάντησή του. Όταν επικοινώνησα με τον ζωγράφο και του μετέφερα τη συζήτηση, δέχθηκε να πουλήσει με καλύτερη τιμή, αφού εντυπωσιάστηκε κι εκείνος από τον τρόπο σκέψης τους».

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το