Τοπικά

Πνοή στην Κίτρινη Αποθήκη από τη συνάντηση Ιστορίας και Τέχνης

Η Κίτρινη Αποθήκη αναδύθηκε από τη λήθη, χάρη στην εικαστική δράση «Ελευθερώνοντας τη μνήμη» που φιλοξενήθηκε εκεί στις 20 Οκτωβρίου, ακριβώς μία ημέρα μετά την 78η επέτειο από την αποχώρηση των Γερμανών από τον Βόλο.
Το βαρύ φορτίο μνήμης που κουβαλά εδώ και δεκαετίες το τεράστιο κτίριο, το οποίο στα μαύρα χρόνια της Κατοχής ήταν ένα φριχτό κολαστήριο και οι τοίχοι του βάφτηκαν με το αίμα αθώων, έσπασε το κέλυφος της σιωπής.
Μέσα από μία καλλιτεχνική πράξη, οι τραυματικές θύμησες από τα βασανιστήρια που έκαναν οι Γερμανοί, αλλά και οι ντόπιοι δωσίλογοι συνεργάτες τους, συνάντησαν το φως της αλήθειας, αφού πρώτα περιδιάβηκαν μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της λησμονιάς που επέβαλε η ανάγκη σ’ εκείνους που επέζησαν, να ξεχάσουν το σκοτεινό παρελθόν της Κίτρινης Αποθήκης την περίοδο 1941-1944.

Η κόκκινη κορδέλα πάνω στην οποία γράφτηκαν τα αρχικά από τα ονόματα των συντοπιτών μας που εκτελέστηκαν τη δεκαετία του 1940

Η παλιά πενταόροφη καπναποθήκη, η οποία κατασκευάστηκε στα μισά της δεκαετίας του 1920 από την American Tobacco Company, την εποχή του Μεσοπολέμου έδωσε πνοή στη συνοικία της Μεταμόρφωσης. Στους αχανείς χώρους της Κίτρινης Αποθήκης γίνονταν από εκατοντάδες καπνεργάτες η διαλογή και η επεξεργασία των καπνών που συλλέγονταν στον κάμπο της Θεσσαλίας. Όμως, η χρήση του κτιρίου έμελλε να αλλάξει δραματικά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι τη στιγμή της αποχώρησης των Γερμανών τον Οκτώβριο του 1944, η Κίτρινη Αποθήκη, η οποία ήταν ευρύτερα γνωστή με τη συγκεκριμένη ονομασία, εξαιτίας του χρώματος της ώχρας που ήταν βαμμένη εξωτερικά, εξελίχθηκε σε πραγματικό κολαστήριο. Εκεί βασανίστηκαν άγρια και εκτελέστηκαν εκατοντάδες Βολιώτες πατριώτες, οι οποίοι πλήρωσαν με την ίδια τη ζωή τους το χρέος απέναντι στην πατρίδα, ενώ τα άψυχα κορμιά τους στη συνέχεια κατέληγαν στα γειτονικά πεζοδρόμια. Εικόνες φρικτές, που στοίχειωσαν για δεκαετίες την πόλη, ενώ η τοπική κοινωνία μετά την απελευθέρωση πάλεψε σκληρά να λησμονήσει τη ζοφερή εκείνη περίοδο.
Η καλλιτεχνική σύμπραξη τεσσάρων ανθρώπων, οι οποίοι γνωρίστηκαν στην Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Βόλου, στάθηκε αφορμή για την πραγματοποίηση μίας ιδιαίτερης performance, που άντλησε το περιεχόμενό της από το ανεκτίμητο αρχειακό υλικό που υπάρχει για τον κατοχικό Βόλο. Την ιδέα και την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε η εικαστικός Μαρία-Ανδρομάχη Χατζηνικολάου. Τα κείμενα της δράσης επιμελήθηκε η Αγγελική Νικολάου, φιλόλογος, θεατρολόγος και αρχειονόμος των Γενικών Αρχείων του Κράτους στη Μαγνησία, ο συνθέτης Κωστής Δρυγιανάκης δημιούργησε το ηχητικό πλαίσιο της βραδιάς, ενώ την επιμέλεια των κειμένων του καλλιτεχνικού γεγονότος ανέλαβε η ιστορικός Τέχνης Μάγδα Κουμπαρέλου.
Οι συντελεστές του εικαστικού δρώμενου, που έγινε με την υποστήριξη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 30 ετών λειτουργίας του, μίλησαν για την παρέμβαση που έκαναν στον χώρο πριν από δύο εβδομάδες και άγγιξε τις καρδιές εκατοντάδων Βολιωτών που έδωσαν το «παρών» στην παλιά Καπναποθήκη. «Φώτισαν» έτσι το διατηρητέο εδώ και 25 χρόνια κτίριο, που βγήκε από τη λήθη.

Το δρώμενο συμπεριλάμβανε κίνηση στον δρόμο μπροστά από την παλιά Καπναποθήκη, με έφηβους πρωταγωνιστές

Το έργο περιελάμβανε την προβολή βίντεο πάνω στον τοίχο της Κίτρινης Αποθήκης, ενώ στον δρόμο φιλοξενούνταν μία παράλληλη δράση με μουσική, κίνηση και λόγο από νέους και παιδιά της θεατρικής ομάδας της Ένωσης Γονέων Βόλου, έχοντας βάση τις μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν τον πόνο και τον εγκλεισμό μέσα στο κτίριο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλησαν να προσεγγίσουν βιωματικά τον χώρο, παραδίδοντας παράλληλα όλες αυτές τις μνήμες στους νέους της πόλης, με την προτροπή να μην επαναλάβουν το ίδιο λάθος με τις προηγούμενες γενιές και να μην ξεχάσουν όσα έγιναν κάποτε εκεί. Έδωσαν έτσι την ευκαιρία στα νέα παιδιά να μάθουν περισσότερα για την Κίτρινη Αποθήκη, η οποία σύντομα θα αλλάξει μορφή, αφού εγκρίθηκε το κονδύλι για την ανάπλασή του από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, προκειμένου να στεγάσει εκεί τη μονάδα καινοτομίας και επιχειρηματικότητας του ακαδημαϊκού ιδρύματος.

Χώρος που συγκινεί
Η Μαρία-Ανδρομάχη Χατζηνικολάου μιλώντας για την Κίτρινη Αποθήκη, έκανε λόγο για ένα κτίριο που σε προκαλεί να μάθεις την ιστορία του. «Από το 2006 που ήρθα στον Βόλο, μπήκα δύο φορές μέσα στον χώρο για φωτογραφική καταγραφή. Κι επειδή είναι η δουλειά μου, ασχολούμαι με τέτοιους χώρους και την επανάχρηση και την επανεργοποίησή τους, ήθελα να κάνω κάτι από πολλά χρόνια πιο πριν. Η Κίτρινη Αποθήκη είναι ένα κτίριο βιομηχανικό. Παλιά καπναποθήκη, μία από τις πολλές που υπήρχαν κάποτε στον Βόλο. Αυτό που τέλος πάντων σε βάζει σ’ όλη τη διαδικασία να αναρωτηθείς, είναι πως έχεις τις μαρτυρίες που υπάρχουν. Αλλιώς δεν μπορείς να φανταστείς τι γινόταν εκεί κάποτε. Μιλάμε για αχανή δωμάτια με κολόνες. Πολύ μεγάλοι χώροι, τεράστιοι. Δημιουργεί και μία αίσθηση φυλακής, αλλά από την άλλη η πατίνα του χρόνου, σίγουρα συγκινεί και σε κάνει να θέλεις να μάθεις την ιστορία του», σημειώνει η Βολιώτισσα εικαστικός.
Η Μάγδα Κουμπαρέλου προσθέτει: «Όταν εγκαταστάθηκα στον Βόλο, μου έκαναν φοβερή εντύπωση όλα αυτά τα κτίρια και σκεφτόμουν γιατί μένουν ανεκμετάλλευτα. Ο άντρας μου είναι αρχιτέκτονας και πριν από χρόνια υπήρξε μέλος της ομάδας που αποτύπωσε τα βιομηχανικά κτίρια της πόλης. Έγιναν κάποιες μελέτες τότε και αξιοποιήθηκαν το κτίριο Σπίρερ και το Μεταξουργείο. Μαζί με τον άντρα μου, πήγαμε τότε και στην Κίτρινη Αποθήκη. Από τότε είχα τη σκέψη ότι μπορούσε να μετατραπεί σε μία αποθήκη μνήμης και να κινείται όλος ο χώρος πάνω στο θέμα Τέχνη και Αντίσταση».
Όσο για τη σύλληψη της ιδέας; Οι τέσσερίς τους γνωρίστηκαν στην Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Βόλου, όπου έμελλε να πέσει στο τραπέζι η ιδέα της πραγματοποίησης του εικαστικού δρώμενου, παράλληλα με το αφιέρωμα στους χώρους εγκλεισμού στη Μαγνησία κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου, σε μία παρουσίαση που επίσης έγινε τον περασμένο Οκτώβριο και πρόβαλε στο ευρύ κοινό την εξαιρετική δουλειά της ΟΠΙΒΟ.
«Μισή ώρα κράτησε όλο το δρώμενο, αλλά δουλέψαμε πολλούς μήνες όλοι μαζί. Μας κινητοποίησε και το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας δρομολογεί την ανάπλαση του κτιρίου, οπότε θέλαμε να το προλάβουμε στην τωρινή μορφή του, προτού ξεκινήσουν οι εργασίες ανακατασκευής», σημείωσε η Αγγελική Νικολάου.

Αναμνήσεις από μία σκοτεινή περίοδο για την πόλη του Βόλου αναδύθηκαν στην επιφάνεια χάρη στην εικαστική δράση που έγινε

Στην Κίτρινη Αποθήκη εκτελέστηκαν παιδιά
Η performance του προπερασμένου Σαββάτου αποσκοπούσε και στην ενεργοποίηση των νεότερων γενιών, με τη Μαρία-Ανδρομάχη Χατζηνικολάου να αναφέρει σχετικά: «Η Κίτρινη Αποθήκη συνορεύει με το 1ο Δημοτικό Σχολείο Βόλου. Η διαμεσολάβηση της νέας γενιάς με αυτό το κτίριο υπήρχε πάντα. Δεν ξέρουμε βέβαια πώς το βίωσαν τότε τα παιδιά. Δεν το ψάξαμε ιστορικά, αλλά ως εικαστικός μου έδωσε την αίσθηση ότι αυτό το πράγμα οφείλαμε να το φανερώσουμε στη νέα γενιά. Εκεί λοιπόν ήταν το εύρημα. Γι’ αυτό και επιλέχθηκαν 16 μαθητές, παράλληλα με την προβολή προσωπογραφιών από νέα παιδιά. Πήραμε ένα πολύ βαρύ περιεχόμενο κειμένων, ιστοριών, πραγμάτων και μοιραστήκαμε αυτό το φορτίο μνήμης μαζί τους. Πριν τη δράση, δεν γνώριζαν για το κτίριο, αφού δεν διδάσκονται την τοπική Ιστορία. Μπαίνοντας όμως στη διαδικασία να δημιουργήσουμε το βίντεο, τα παιδιά πηγαίνοντας στα σπίτια τους, μοιράστηκαν την ιστορία με τους γονείς τους, τους παππούδες τους. Και πολλά από αυτά τα παιδιά, μέσα στην ίδια την οικογένειά τους είχαν μνήμες από την Κίτρινη Αποθήκη, όπου εκτελέστηκαν άλλωστε πολλοί νέοι και ήταν συνομήλικοι των εφήβων που συμμετείχαν στη δράση».

Η Κίτρινη Αποθήκη απέκτησε και πάλι «χρώμα» έπειτα από δεκαετίες μες στη σιωπή…

Τα βασανιστήρια
Στη συνέχεια της συζήτησης, ο Κωστής Δρυγιανάκης στάθηκε σε μία καθοριστική λεπτομέρεια, που έχει να κάνει με την Κίτρινη Αποθήκη: «Υπάρχει το κεντρικό αφήγημα: Οι κακοί Γερμανοί και οι καλοί Έλληνες. Εδώ είναι πιο περίπλοκο, αφού προφανώς υπήρξαν κι άλλα πράγματα που ήταν χειρότερα από τους κατακτητές. Στην πραγματικότητα με τον Εμφύλιο υπήρξε μια ανατροπή. Όσοι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς επί Κατοχής, ξαφνικά μετατράπηκαν σε τιμώμενα μέλη της κοινωνίας, ενώ εκείνοι που αντιστάθηκαν, βρέθηκαν σε διωγμό. Είναι το σημείο, για το οποίο υπάρχει σιωπή για την Κίτρινη Αποθήκη. Αυτός που χθες ήταν καταδότης, σήμερα θεωρείται καλός πολίτης. Κι εσύ που χθες αγωνιζόσουν για την ελευθερία, την επόμενη ημέρα ήσουν διωκόμενος κομμουνιστής. Μέσα από την έρευνα που έγινε από την προφορική ιστορία, υπάρχουν πρόσωπα που είναι υπεράνω πάσης υποψίας, ενώ οι πατεράδες τους για παράδειγμα υπήρξαν καταδότες των Γερμανών. Η σιωπή είναι από τα βασικά ερωτηματικά. Θεωρητικά θα έπρεπε, φεύγοντας οι Γερμανοί να δικαστούν οι συνεργάτες τους, να πάνε φυλακή και μετά να είμαστε ωραία και καλά. Δεν έγινε όμως αυτό». Για το ακανθώδες ζήτημα της ατιμωρησίας των συνεργατών των δυνάμεων κατοχής, παρενέβη και η Αγγελική Νικολάου: «Έγιναν πολλά δικαστήρια δωσίλογων στον Βόλο, ειδικά την περίοδο 1945-’47. Οι περισσότεροι εξ αυτών αθωώθηκαν».
Τη δική της άποψη για τους λόγους που υπήρξε σιωπή, κατέθεσε στη συνέχεια η Μαρία-Ανδρομάχη Χατζηνικολάου: «Σαφώς και έμειναν κλειστά τα στόματα για πολλά χρόνια. Η τραυματική μνήμη, είναι κάτι που θέλεις να το απαλύνεις, αλλά με τη δράση που πραγματοποιήσαμε, αναδύθηκε και πάλι στην επιφάνεια. Έπειτα ας μην ξεχνάμε κι αυτό: Στην Κίτρινη Αποθήκη, τα βασανιστήρια έγιναν από Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, ενώ οι τελευταίοι είχαν μικρή συμμετοχή. Οι βασανιστές ήταν Έλληνες. Κι αυτό δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερη σιωπή. Δεν ήταν ο κατακτητής που βαρούσε τους Βολιώτες. Ήταν συντοπίτες τους. Στον ρόλο του θύτη βρισκόταν ο διπλανός τους. Υπάρχουν και μαρτυρίες που λένε, ότι κάποιοι από τις «μούμιες», όπως αποκαλούσαν αυτούς που φορούσαν τις κουκούλες, ήταν γείτονές τους. Τους αναγνώριζαν».

Ένας μαθητής έγραψε με σπρέι στον τοίχο τα συνθήματα, με τα οποία ολοκληρώθηκε το επιτυχημένο δρώμενο

Κύκλος αίματος
Καθ’ όλη τη διάρκεια του εικαστικού δρώμενου, οι θεατές έμειναν όλοι όρθιοι, ενώ όσοι από το κοινό βρέθηκαν στην πρώτη σειρά, κρατούσαν μία κόκκινη κορδέλα. «Εκτός του ότι οριοθετούσε τον χώρο, είχε γραμμένα τα ονόματα εκείνων που εκτελέστηκαν τη δεκαετία του ’40», είπε η Μάγδα Κουμπαρέλου και πρόσθεσε: «Η κορδέλα είχε συμβολικό χαρακτήρα, ενώ το κόκκινο χρώμα αντιπροσώπευε το αίμα που χύθηκε στην Κίτρινη Αποθήκη. Και στο τέλος, όσοι έφευγαν, έπαιρναν ένα κομμάτι που αντιστοιχούσε στο όνομα ενός εκτελεσθέντος. Μου έδωσε η Αγγελική (σ.σ. Νικολάου) έναν κατάλογο εκτελεσθέντων στη Μαγνησία του 1946, από το δίτομο έργο της Νίτσας Κολιού «Άγνωστες πτυχές της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-’44». Από τα 183 ονόματα που έγραψα, πάνω από 30 ετών ήταν ελάχιστοι. Ενδεικτικά μπορώ να αναφέρω τη Φιλίτσα Καλαβρού, μαζί με τις Λουκία και Σοφία Τοπάλη, οι οποίες εκτελέστηκαν στις 7 Ιουνίου 1944, στην πλατεία του σταθμού των Κάτω Λεχωνίων. Συγκλονίστηκα με τον κατάλογο, γιατί διάβασα τα ονόματα πολλών παιδιών 9-12 ετών. Μαζί με τις μητέρες, εκτελούσαν και τα παιδιά τους. Στην κορδέλα γράφαμε τα αρχικά από τα ονόματα, μαζί με την ημερομηνία και τον τόπο εκτέλεσης». Στο φινάλε τα παιδιά την έκοψαν σε κομμάτια, που τα διένειμαν στο κοινό, ενώ σ’ έναν τοίχο της Κίτρινης Αποθήκης γράφτηκαν τα συνθήματα της εποχής «Για τη ζωή και τη λευτεριά» και «Είμαστε αθώοι», προτού το κτίριο αφεθεί και πάλι στον χρόνο.

Η συμμετοχή των Βολιωτών
Η εικαστική δράση της 20ής Οκτωβρίου έβαλε τους θεατές στη διαδικασία της συμμετοχικής σκέψης. Η Μάγδα Κουμπαρέλου τόνισε: «Μ’ αυτό που κάναμε, δώσαμε πάτημα να ξαναμιλήσει ο κόσμος για την Κίτρινη Αποθήκη. Να μάθει πράγματα, να αναρωτηθεί τι ήταν και τι όχι. Ήταν κάτι διαφορετικό και λειτούργησε στον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, ότι ενώ τελείωσε το δρώμενο, κανείς δεν έφευγε από την Κίτρινη Αποθήκη. Το κτίριο απέκτησε λόγο. Άρχισε να «μιλά». Τα κτίρια μιλάνε. Επιμένω σ’ αυτό. Ο κόσμος φορτίστηκε συναισθηματικά. Κι αυτό πολύ σημαντικό. Γιατί η μνήμη εμπεριέχει συναισθηματισμό, ούτως ή άλλως. Οπότε, η μνήμη βγήκε έξω από την Κίτρινη Αποθήκη και οι Βολιώτες τη μοιράστηκαν».
Την ίδια άποψη ενστερνίστηκε και η Αγγελική Νικολάου, η οποία σημείωσε από την πλευρά της: «Αυτό που μας έκανε τρομερή εντύπωση και ουσιαστικά αποτέλεσε την ουσία του έργου, ήταν ότι επί μισή ώρα πάνω από 600 άτομα κοιτούσαν το κτίριο με απόλυτη σιωπή και σεβασμό, σαν να τους μιλούσε το κτίριο για όλη αυτή την ιστορία. Αυτό ήταν το πιο συγκινητικό κομμάτι».

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το