Άρθρα

Πλατωνική και νεοπλατωνική κοσμολογία

Του Δημήτρη Σιάτρα 

εισαγωγή
Αφότου ο άνθρωπος, στην πορεία της νοητικής του ανάπτυξης, έφθασε στο σημείο να αναζητάει το αρχέτυπο της πραγματικότητας που τον περιβάλλει, γεννήθηκε το ερώτημα της πρωταρχής του κόσμου, στη συνολική εκδοχή του όντος και των επιμέρους στοιχείων του. Οι διάφορες κοσμολογικές θεωρήσεις των κατά καιρούς διανοητών συσσώρευσαν ένα τεράστιο φιλοσοφικό υλικό, με εντυπωσιακές συλλήψεις απότοκες μεγάλης διανοητικής εμβέλειας. Οι Ίωνες φιλόσοφοι (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Αναξαγόρας), οι κλασικοί φιλόσοφοι (Πλάτων, Αριστοτέλης) και οι νεοπλατωνικοί (Πλωτίνος, Πρόκλος), διατύπωσαν εντυπωσιακές θεωρίες σχετικά με τη γένεση του όντος, τις λειτουργίες και τις συναρτήσεις των στοιχείων που το απαρτίζουν. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι επ’ αυτού οι σχετικές θεωρίες του Πλάτωνα και των νεοπλατωνικών φιλοσόφων Πλωτίνου κα Πρόκλου.

Πλάτων
Η κοσμολογική θεωρία του Πλάτωνος περιλαμβάνεται κατά βάση στο έργο του «Τίμαιος». Εκεί προβάλλεται η εκδοχή ότι ο αισθητός κόσμος δεν είναι προϊόν μιας τυχαίας σύστασης, αλλά ένα δημιούργημα της γενεσιουργού αιτίας του σύμπαντος, στη βάση ενός συνδυασμού του νου και της ανάγκης. Επομένως αποτελεί ένα οργανωμένο, καθολικό και λειτουργικό σύστημα, του οποίου απότοκα είναι όλα όσα επιμέρους γίνονται.

Κατά την αντίληψη αυτή, η φυσική τάξη των ορατών και αόρατων στοιχείων του κόσμου δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς νουν, ο οποίος συνδυάζεται με την ψυχή. Επομένως, ο κόσμος είναι έμβιο όν προικισμένο με νουν και ψυχή (Τίμαιος, 30 α και b). Άρα, ο κόσμος είναι «ζώον αΐδιον» =ζώο αιώνιο (Τίμαιος, 37 d) και «ζώον παντελές» =ζώο τέλειο (Τίμαιος, 31 b).

Με τον όρο «Αγαθό», ο Πλάτων απέδωσε: α. την απροσδιόριστη και απεριόριστη αρχική αιτία της δημιουργίας του σύμπαντος και των επιμέρους όντων, και β. τον σκοπό χάριν του οποίου αυτά υπάρχουν. Τα δημιουργήματα του «Νου» (ιδέες), που συνιστούν όντα ανώτερης μορφής, είναι πεπερασμένα. Πέρα από τον κόσμο του «Νου» βρίσκεται το απροσδιόριστο «Ένα» ή «Αγαθό», που αποτελεί την πηγή της πνευματικής ζωτικότητας και δημιουργεί τον κόσμο του «Νου»1.

Πλωτίνος
Ο Πλωτίνος δέχθηκε ότι πάνω από τον αισθητό και τον νοητό κόσμο υπάρχει μια ύψιστη ενιαία αρχή, από την οποία προέρχονται τα πάντα και στην οποία καταλήγουν τα πάντα. Την αρχή αυτή ο Πλωτίνος την ονόμασε «Εν», για να υποδηλώσει αφ’ ενός την υπαρξιακή προτεραιότητα της γενεσιουργού δυνάμεως έναντι του κτιστού κόσμου και αφ’ ετέρου ότι από το «Εν» έγιναν τα πολλά, όπως οι αριθμοί σχηματίζονται με βάση τη μονάδα: «Δει γαρ δη προ του πολλού το εν είναι, αφ’ ου και το πολύ επ’ αριθμού γαρ παντός το εν πρώτον» (Εννεάδες, V.3, 12.509). Ο Πλωτίνος ταύτισε το «Εν» με το «Αγαθόν» που ανταποκρίνεται στην έννοια του Θεού και αποτελεί την πηγή κάθε ζωής και ουσίας, νοείται δε ως «περίλαμψις», τουτέστιν φωτεινή ακτινοβολία δυνάμεως (Εννεάδες, V.1. 6 και V. 3. 12). Το πλωτίνειο «Εν» είναι αμέριστο και απεριόριστο, αφού όλα προέρχονται από αυτό ως πρώτο2.

Παραδοχές του Πλωτίνου:

– Πρωταρχική γενεσιουργός αιτία των πάντων είναι το «ΕΝ», που νοείται ως το απόλυτο Ον. Από αυτό δημιουργήθηκε, ως πρώτη υπόσταση, ο «ΝΟΥΣ», από τον οποίο παράγεται η «ΨΥΧΗ» (Εννεάδες, V. 1. 7, 489).

– Κατά τον Πλωτίνο, ο «νους, εις και ο αυτός, είναι νοούν και νοούμενον, νοείν και είναι, νους και ον» (Εννεάδες, V. 9, 5)3.

– Ο «ΝΟΥΣ» δεν είναι σε θέση να συλλάβει την απόλυτη ενότητα της πηγής του, γι’ αυτό τη διασπά σε μικρά τμήματα και, με τον τρόπο αυτό, συγκροτεί τη δική του ύπαρξη ως ενότητα της πολλαπλότητας των ιδεών (Εννεάδες, IV. 3, 5).

– Το πνευματικό εγχείρημα του «ΝΟΥ» να προσεγγίσει την άμορφη και απεριόριστη οντότητα του «ΕΝΟΣ» προϋποθέτει την ανύψωση του «ΝΟΥ» πάνω από τη φύση του, δηλαδή την οντολογική αυθυπέρβασή του.

– Στη σχέση μεταξύ του «ΕΝΟΣ» και του «ΝΟΥ», ο Πλωτίνος ανιχνεύει μια τάση απόσπασης από το «ΕΝ». Την έννοια μιας τέτοιας απόσπασης φαίνεται να τη δανείστηκε από τους νεοπυθαγόρειους, που όρισαν τη δυάδα, ως «τόλμη», γιατί «είναι η πρώτη που διαχωρίζει τον εαυτό της από την μονάδα»4.

– Η προσέγγιση των παραδοχών του Πλωτίνου σχετικά με την ύλη προϋποθέτει τη διάκριση μεταξύ της ύλης του νοητού κόσμου, που διαποτίζεται από τον Νου, και της ύλης του αισθητού κόσμου, που συνιστά ένα παθητικό στοιχείο ανεπίδεκτο πνευματικών επηρεασμών. Κατά τον Πλωτίνο, μεσάζων μεταξύ του νοητού και του αισθητού κόσμου είναι η Ψυχή του παντός. Το προς τον Νου εστραμμένο μέρος της Ψυχής του παντός είναι άϋλο (νοερό), ενώ το άλλο μέρος της (δεύτερη ψυχή) παράγει ασυνείδητα τον υλικό κόσμο. Η δεύτερη ψυχή ονομάζεται και Φύση. (Εννεάδες, III 5. 2. 293 και 8. 3. 345).

– Η διδασκαλία του Πλωτίνου τοποθετεί στο ίδιο οντολογικό επίπεδο τους τρεις όρους: «Είναι», «Ζωή» και «Νους», ως εκφάνσεις της ίδιας πραγματικότητας. Πρόκειται για συμπερίληψη των όρων αυτών στο «Είναι»5. Διαγράφεται έτσι, ως θεμελιώδης κοσμολογική αρχή, μια ενότητα της ύλης (ενσώματα πράγματα) και του πνεύματος (εκδηλώσεις του νοητού, ιδέες)6. Ο πρωτογενής αυτός συγκερασμός εκλαμβάνεται ως αρχέγονη συστατική αιτία του κόσμου, αντιπροσωπεύει την πληρότητα της ύπαρξης και τείνει προς μια συνένωση με το «ΕΝ». Στην περίπτωση αυτή, ο όρος ύλη αποδίδει εννοιολογικά το περιεχόμενο όλων των όντων.

Πρόκλος
Στη νεοπλατωνική φιλοσοφική σκέψη ανήκει και ο στοχασμός του Πρόκλου, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την προβληματική του Κόσμου (προέλευση, σύσταση, λειτουργίες).

Ο Πρόκλος, ερμηνεύοντας τον Πλατωνικό διάλογο «Τίμαιος», αποδίδει στον Πλάτωνα το συμπέρασμα ότι η αρχετυπική πραγματικότητα του αισθητού κόσμου είναι μονογενής και περιέχει τις οντολογικές προδιαγραφές όλων των ζωντανών υπάρξεων, όπως άλλωστε είχε υποστηριχθεί προηγουμένως και από τον Πλωτίνο (Εννεάδες, VI. 6 (34), 7. 15 – 8. 5). Ο Πρόκλος, όπως και ο Πλωτίνος, προσδιορίζει το αρχέτυπο αυτό με τον όρο «Αυτοζώον», ο οποίος αποτελεί συνθετική δημιουργία των πλατωνικών όρων «ζώον αΐδιον» και «ζώον παντελές», υποστηρίζει δε, ότι το «Αυτοζώον» αποκτά την ύπαρξή του στον χώρο του «Είναι». (Στοιχείωσις Θεολογική, 103, 92. 13 – 29)7.

Η έννοια του «Αυτοζώου» παραπέμπει στη βαθειά φιλοσοφική αναζήτηση του αρχέτυπου του όντος και της ζωής. Η έννοια αυτή συναιρεί τους ειδικότερους εννοιολογικούς προσδιορισμούς: του «Είναι» (ουσίας), της «Ζωής» και του «Νου».

Όπως υποστηρίζει ο Πρόκλος, το «Αυτοζώον» αντιστοιχεί στην κατηγορία του «πλήθους», την οποία πραγματεύεται ο Πλάτων στον διάλογό του «Παρμενίδης». Κατά την άποψη αυτή, στον χώρο του «πλήθους» πραγματώνεται η αυτοανάπτυξη του «Είναι», που εκδιπλώνει το σύνολο των παραγωγικών – αρχετυπικών στοιχείων και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη ζωής. (Στοιχείωσις Θεολογική, προτ. 29, 34. 3 – 11).

παραδοχές του Πρόκλου

Από τις πολλαπλές κοσμολογικές θεωρήσεις του Πρόκλου αναφέρονται εδώ ενδεικτικά οι ακόλουθες:

– Η θεωρία για την τριάδα «Είναι», «Ζωή», «Νους». Στο όν υπάρχουν η ζωή και ο νους, στη ζωή υπάρχουν το όν και το νοείν, στον νου υπάρχουν το όν και η ζωή. Η «ζωή» και ο «νους» υπάρχουν στο «όν» ως στοιχεία ουσιώδη. Επομένως, η αναφερόμενη τριάδα συνιστά μια οντολογική αλληλουχία (Στοιχείωσις Θεολογική, προτ. 103, 92. 13 – 29).

– Το τριαδικό σχήμα «Μονή – Πρόοδος – Επιστροφή». Πρόκειται για ένα διαλεκτικό σχήμα, όπου: Ο όρος «Μονή» προσδιορίζει την παραμονή της ανώτατης Αρχής στον εαυτό της. Ο όρος «Πρόοδος» προσδιορίζει την παραγωγή των αιτιατών από την παραγωγική τους αιτία, που διασώζει την ταυτότητα του γεννηθέντος προς τον γεννήτορα. Ο όρος «Επιστροφή» ορίζει την επάνοδο του αιτιατού στην άμεση αιτία του και διά μέσου αυτής σε όλες τις προηγούμενες αιτίες και τελικά στο «Εν». (Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, ΒΙΒ. Β’, α’ 10, 15 – 20, και Στοιχείωσις Θεολογική, προτ. 29 και 32)8.

– Η θεωρία «περί διαμέσων». Ως διάμεσα θεωρεί τις οντολογικές συστάσεις που παρεμβάλλονται μεταξύ της πρώτης Αρχής (Εν ή Αγαθόν) και του πλήθους των αισθητών όντων, για την πραγματοποίηση των αναγκαίων λειτουργιών. (Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, ΒΙΒ. Γ’ – ΣΤ’, ειδικ. ΒΙΒ. Γ’, γ’ 12, 1-14)9.

– Η θεωρία για την ψυχοπνευματική τάξη του Κόσμου, ήτοι: πέρα από όλα τα σώματα υπάρχει η ψυχική ουσία, πέρα από όλες τις ψυχές η τάξη του νου, και πέρα από όλες τις νοερές υποστάσεις το «ΕΝΑ». Εδώ, διαγράφεται σαφώς η ιεραρχία: ενσώματα πράγματα, ψυχή, νους και, τελικά, το «ΕΝΑ», πέρα του οποίου δεν υπάρχει άλλη Αρχή (Στοιχείωσις Θεολογική, προτ. 20).

– Η θεωρία για την ψυχή: Η ψυχή είναι ουσία ασώματη και χωριστή από το σώμα. Κάθε ψυχή οφείλει την ύπαρξή της στον νου και περιέχει όλες τις ιδέες που πρώτος αυτός έχει. (Στοιχείωσις Θεολογική, προτ. 186, 193, 194).

επίμετρο
Η θεωρητική γνώση δεν είναι απλώς μια απάντηση στην ανθρώπινη περιέργεια, αλλά και ένα στοιχείο καθοριστικό του προσανατολισμού και της πρακτικής της ανθρώπινης ζωής μέσα στον Κόσμο και απέναντι στις δυνάμεις του. Η συνθήκη αυτή δημιουργεί την απαίτηση μιας συνειδησιακής πληρότητας του ανθρώπου σχετικά με τη θέση του μέσα στον Κόσμο, του οποίου ο ίδιος αποτελεί έμβιο στοιχείο.

Είναι ευνόητο ότι η ανθρώπινη συνείδηση, ως στοιχείο διερευνήσεων και παραδοχών σχετικά με τον Κόσμο και τη ζωή, αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο. Εύστοχα ο M. Heidegger έχει παρατηρήσει ότι: «… η συνείδηση λαμβάνεται ως υπάρχον με το ίδιο νόημα που λαμβάνεται ως υπάρχον και το αντικειμενικό…»10. Ασφαλώς, η συνείδηση δεν φυλακίζεται από τις εμπειρικές συντεταγμένες, αλλά αποτελεί το έδαφος στο οποίο εδραιώνονται και οι υπερεμπειρικές αρχές.

Οι κοσμολογικές θεωρήσεις των φιλοσόφων της αρχαιότητας δεν αξιολογούνται σήμερα ως επιτεύγματα μιας ακριβούς διάγνωσης της γένεσης και της λειτουργικής του Κόσμου. Ο διερευνητικός ρόλος και η απαίτηση εξαγωγής βάσιμων συμπερασμάτων πάνω σ’ αυτό το θέμα έχουν εναποτεθεί στην επιστήμη. Ωστόσο, οι φιλοσοφικές θεωρήσεις του ιδίου αντικειμένου κατά το παρελθόν έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι:

– είχαν την ίδια στόχευση και φιλοδοξία με αυτή της σημερινής επιστήμης,

– προσπάθησαν να διερευνήσουν και να φωτίσουν έναν άγνωστο χώρο, πέραν του αισθητού,

– αποκαλύπτουν μια αξιοθαύμαστη εμβέλεια της ανθρώπινης νόησης, που μετράται όχι με την γνωστική κατάκτηση, αλλά με την έκταση της αναζήτησης.

Η πεποίθηση που σχηματίζουν οι ανωτέρω λόγοι αποτελεί και την δικαιολογία της παρούσας αναφοράς.

Σημειώσεις

  1. Βλ. A. Armstrong, Πλωτίνος, μτφ. Ν. Παπαδάκης και Μ. Κόφφα, Αθήνα 2006, σελ. 96.
  2. Γ. Βιζυηνού, Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω, Αθήνα 1995, σελ. 102-103.
  3. Βλ. και Γ. Βιζυηνού, όπ.π., σελ. 47 και 104.
  4. A. Armostrong, όπ.π., σελ. 102.
  5. Βλ. Χ. Τερέζη, Η σχέση του «Αυτοζώου» με τον Αριθμόν στον Πλωτίνο και στον Πρόκλο, Ε.Φ.Ε., τεύχ. 17/1989, σελ. 160-161.
  6. Βλ. F. Hetzler, Ύλη και Πνεύμα, οι έσχατες πραγματικότητες της Τέχνης, Ε.Φ.Ε., τεύχ. 17/1989, σελ. 141.
  7. Βλ. και Χ. Τερέζη, ό.π., σελ. 158.
  8. Βλ. και Χ. Τερέζη, εισ. – προοίμ. στου Πρόκλου Στοιχείωσις Θεολογική, εκδ. Ζήτρου, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 166-168.
  9. Βλ. και σχόλια Χ. Τερέζη στου Πρόκλου Στοιχείωσις Θεολογική, όπ.π. σελ. 154-155.
  10. M. Heidegger, Τα βασικά προβλήματα της φαινομενολογίας, μτφ. Π. Κόντου, Αθήνα 1999, σελ. 210-211.

 

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το