ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πολιτισμός

Παραδοσιακές φορεσιές υπό… κλίμακα από την κεντήτρια Ουρανία Καλλιανού-Γιακείμ

Κοντά στις δύο δεκαετίες η πρεσβυτέρα Ουρανία Καλλιανού-Γιακείμ κατασκευάζει παραδοσιακές φορεσιές υπό… κλίμακα. Στα 65 χρόνια της, η δραστήρια Σκοπελίτισσα φτιάχνει ενδυμασίες, που καλύπτουν γεωγραφικά όχι μόνο τη γενέτειρά της, αλλά όλη την Ελλάδα. Όμως, πέρα από τις κούκλες που ντύνει με στολές σε μικρογραφία, η έμπειρη κεντήτρια τα τελευταία χρόνια δοκιμάζει τις δυνάμεις της και στην κατασκευή των παραδοσιακών σκοπελίτικων ενδυμασιών.

Η σύζυγος του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Καλλιανού, ενός ιδιαίτερα αγαπητού ιερέα στο νησί της Σκοπέλου, κρατά «ζωντανή» την πλούσια παράδοση του τόπου της. Με βασικό εφόδιο το μεράκι που τη διακρίνει, αλλά και τις γνώσεις της πάνω στο κέντημα και τη μοδιστρική, συνεχίζει μέχρι σήμερα όλα όσα κληρονόμησε από τις παλιότερες γενιές. «Θέλησα να κάνω κάτι δημιουργικό. Να αφήσω κάτι πίσω μου. Έπειτα με το κέντημα ασχολούμαι από μικρό κορίτσι. Στην εποχή μου, στο δημοτικό σχολείο κάναμε μάθημα χειροτεχνίας, πέρα απ’ όσα μαθαίναμε στο σπίτι κι έτσι όλα τα κορίτσια γνώριζαν να κεντάνε ή να πλέκουν. Δουλεύω με βελόνα και κλωστή κοντά στα 50 χρόνια», εξομολογήθηκε η πρεσβυτέρα, καθώς γύρισε πίσω τον χρόνο.

Καταπιάστηκε με κάθε είδους εργόχειρα. «Πιο παλιά έφτιαχνα μαξιλάρια, τραπεζομάντηλα, κεντούσαμε διάφορα για το σπίτι. Τώρα οι νέες τα κατήργησαν. Δεν θέλουν να τα στρώνουν. Παράλληλα όμως ασχολήθηκα και με τη μοδιστρική. Όταν τέλειωσα το εξατάξιο γυμνάσιο, ο πατέρας μου δεν μ’ άφησε να σπουδάσω. Έτσι αποφάσισα να γίνω μοδίστρα. Πήγα σε μία ιδιωτική σχολή στον Βόλο, της Δρακοπούλου. Ήταν καλοκαίρι του ’74, θυμάμαι πως τότε έγιναν και τα γεγονότα της Κύπρου».
Η κ. Ουρανία Καλλιανού-Γιακείμ, όταν τα παιδιά της μεγάλωσαν και βρέθηκαν εκτός σπιτιού, αποφάσισε να «γεμίσει» δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο που πλέον είχε. Έτσι προέκυψε η ενασχόλησή της με την κατασκευή των παραδοσιακών στολών για κούκλες, πολλές από τις οποίες έχει εκθέσει στο παρελθόν και στο Λαογραφικό Μουσείο Σκοπέλου. «Με ρωτάνε πόσες έχω φτιάξει μέχρι στιγμής. Έχω χάσει το μέτρημα. Σίγουρα πάνω από 100, όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι. Μία κούκλα μπορεί να μου πάρει από δύο μέρες μέχρι κι ένα μήνα. Ανάλογα το μέγεθός της. Πάντως, οι πιο περίτεχνες ενδυμασίες είναι της Σκοπέλου, του Τρικερίου και της Καρπάθου», είπε στη συνέχεια, για να συμπληρώσει: «Με κάθε φορεσιά που διαλέγω κάθε φορά, μου δίνεται η ευκαιρία να γνωρίζω και την παράδοση από άλλους τόπους, αφού κάθε μέρος έχει τη δική του ενδυμασία. Για τον λόγο αυτό, επιλέγω στολές απ’ όλη την Ελλάδα».

Πέρσι η νησιώτισσα κεντήτρια με υπομονή και επιμονή, κατασκεύασε την πρώτη στολή της σε πραγματικό μέγεθος. «Μεγάλες φορεσιές έχω φτιάξει τέσσερις μέχρι στιγμής. Η πρώτη που δοκίμασα, ήταν ο «μόρκος». Έτσι λέγεται η στολή που είχαμε παλιά για γάμους και γιορτές», σημείωσε. Ο «μόρκος» ήταν η πιο εντυπωσιακή στολή, την οποία μπορούσαν να παραγγείλουν μόνο οι πιο εύπορες οικογένειες του νησιού. Η πρεσβυτέρα σημείωσε: «Μόλις ένα κορίτσι γινόταν δέκα ετών, έπρεπε ο πατέρας να φροντίσει να φτιάξει μία στολή ή όταν αρραβωνιαζόταν, περίμενε ο μνηστήρας να γίνει η στολή, για να στεφανωθεί η κοπέλα. Κι εάν δεν υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες, έφτιαχναν την πράσινη-κόκκινη, που ήταν για τις «νύφες τις φτωχές», όπως λέγαμε κάποτε στο νησί».
Συνεχίζοντας την αναδρομή στο παρελθόν της Σκοπέλου, η 65χρονη γυναίκα ανέφερε επίσης τα εξής: «Πιο παλιά κάθε σπίτι είχε τη στολή του. Σήμερα εάν έχουν 20 άτομα στο νησί είναι ζήτημα. Περισσότερες φορεσιές, παραδοσιακές κεντητές που να σώθηκαν στα μπαούλα των γιαγιάδων μας, δεν νομίζω πως υπάρχουν. Οι καλές στολές χάθηκαν στην Κατοχή. Εκείνα τα χρόνια που είχε διακοπεί η τροφοδοσία του νησιού, όσοι ήθελαν να φτιάξουν έπιπλα και να τα δώσουν για προικιά, έσκιζαν τις στολές και επένδυαν καναπέδες και πολυθρόνες. Όλα τα κεντήματα ξηλώνονταν, νομίζοντας πως ήταν εύκολο να τις ξανακάνουν. Μοιραία σταμάτησε η τέχνη κατασκευής των παραδοσιακών στολών από τις κεντήστρες του νησιού. Και άρχισαν να παραγγέλνουν από βιοτεχνίες. Σήμερα είναι αλλιώς τα πράγματα. Για παράδειγμα αγοράζουμε τους μουλινέδες και τα φτιάχνουμε. Εκείνα τα χρόνια έπρεπε να θρέψουν μεταξοσκώληκες, να βγάλουν μετάξι, να το βάψουν και να κεντήσουν. Και τα πουκάμισα τα έφτιαχναν στον αργαλειό. Τώρα πας σ’ ένα μαγαζί, παίρνεις το ύφασμα και απλά προσθέτεις τα χρυσά στολίδια. Γι’ αυτό, όσο άξιζε ένα σπίτι, άξιζε και μία στολή».

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το