Άρθρα

Όταν η Τέχνη γίνεται η Ιστορία

Της Μαρίας Σπανού 
Με αφορμή την έκθεση της Κατερίνας Σαμαρά στον Χώρο Τέχνης «δ.»

Με βάση τη γνωστή φράση του Howard Gardner, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και εισηγητή της θεωρίας της πολλαπλής νοημοσύνης, ότι «περισσότερες σκέψεις για τον ισπανικό εμφύλιο διαμορφώθηκαν και άλλαξαν από την «Γκουέρνικα» του Πικάσο και τα μυθιστορήματα του Χεμινγουέι και του Μαλρώ παρά από τα χιλιάδες δελτία ειδήσεων», έχουν επιχειρηθεί – κατά καιρούς – προτάσεις σύνδεσης της τέχνης, και πιο συγκεκριμένα των εικαστικών, με τη διδασκαλία της Ιστορίας. Παρά το γεγονός ότι μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι εύκολα μετρήσιμη, παραμένει ωστόσο πειστική, καθόσον γνωρίζουμε τη μετασχηματιστική ισχύ της τέχνης, τόσο σε γνωστικό, όσο και συγκινησιακό, αλλά και στοχαστικό επίπεδο (Α. Κόκκος 2011 για θεωρία μετασχηματίζουσας μάθησης των J. Mezirow, P. Freire).

Σε αυτό το πνεύμα, πιστεύω ότι εντάσσεται η περίπτωση της παρούσας έκθεσης έργων τέχνης της Βολιώτισσας Κατερίνας Σαμαρά, με τίτλο «Τώρα κεντάς μεσ’ τη σιωπή ξανά τα όνειρά σου», στον Χώρο Τέχνης «δ.», η οποία και συνεχίζεται. Πρόκειται, όπως σημειώνει στο προλογικό σημείωμα του σχετικού εντύπου η Μάγδα Κουμπαρέλου, ιστορικός τέχνης, «για την ενότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της Κ. Σ., που αφορά στις προσωπικές μνήμες από την περίοδο του Εμφυλίου και συγκεκριμένα για την περίοδο 1949-1950, σημαδιακή για την ίδια, αλλά και τον γενέθλιο τόπο της…».

Έχει ειπωθεί ότι σε αυτή τη χιλιετία, όταν οι ιδεολογίες έχουν σχεδόν καταρρεύσει ή τουλάχιστον έτσι έχει επικρατήσει να λέγεται, κάθε αναφορά στη στρατευμένη τέχνη μοιάζει παρωχημένη. Σήμερα η διαχρονική σχέση Τέχνης και Πολιτικής δείχνει να είναι χαλαρή, σχεδόν αμήχανη (Π. Κουνενάκη, Επτά Ημέρες, 9.1.2005, Η Καθημερινή). Όμως δεν έπαψαν ποτέ φαινόμενα έκφρασης καλλιτεχνών, όπου η ιδεολογική λειτουργία των έργων τους τεκμηριώνουν τη φορτισμένη με εικόνες και νοήματα δυναμική τους στη διαμόρφωση του θεατή, μέσω της αναπαράστασης. Είναι γνωστό ότι ο Πόλεμος του 1940 απελευθέρωσε τεράστιες λαϊκές δυνάμεις και κοντά σε αυτές η παρέμβαση των διανοουμένων και των καλλιτεχνών ήταν καταλυτική. Έτσι, παράχθηκαν έργα κάθε μορφής τέχνης, που αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες του Αγώνα. Το ίδιο συνέβη και αργότερα, στις εποχές της έντονης πολιτικοποίησης και των ιδεολογικών ανακατατάξεων. Η περίοδος της δικτατορίας έδρασε καταλυτικά στην απελευθέρωση των καλλιτεχνών και στο ιδεολογικό υπόβαθρο των επιλογών τους, ενώ ταυτόχρονα η τέχνη ανοιγόταν σε σύγχρονες πρωτοποριακές μορφές έκφρασης. Κατασκευές, τολμηρές φόρμες, χρήση πραγματικών αντικειμένων, διάδραση και άλλα πολλά, είναι μερικά από τα ευπρόσδεκτα «νέα υλικά», που η κοινωνία έδειξε να κατανοεί ως νέες ερμηνείες εικαστικών έργων, απέναντι στα κάθε λογής κοινωνικά φαινόμενα με πολιτικό ή μη χαρακτήρα.

Η Κατερίνα Σαμαρά με μια πολυσήμαντη καλλιτεχνική διαδρομή ανήκει στους σύγχρονους καλλιτέχνες, που και σήμερα παράγουν έργα με ανάλογο περιεχόμενο. Τα έργα της δεν υπεκφεύγουν της πολιτικής διάστασης, αφού λιγότερο ή περισσότερο υπαινικτικά ή ενίοτε – και με απόλυτη σαφήνεια – την εξομολογούνται. Στην παρούσα έκθεση, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με μια σειρά χρωματιστά ανάγλυφα, επιχειρηματολογεί πάνω στην ιστορική μας συνείδηση. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι νοηματοδοτεί την ιστορική διαδρομή των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής του Πηλίου – Μαυροβουνίου. Τα έργα της είναι ακούσματα και γλυκόπικρες παιδικές αναμνήσεις μιας ταραγμένης εποχής, που ενσωματώθηκαν στο γεωφυσικό τοπίο, καθώς το αγαπημένο της υλικό, είναι αυτά τα ιδιότυπα χρωματιστά «χώματα» – πετρώματα που συλλέγει από την περιοχή του γενέθλιου τόπου της, του Σκλήθρου. Και όπως έχει γράψει ο Άγγλος ιστορικός Τέχνης Roger Wollen για τη δουλειά της «…μέσα στην «ύλη» του κάθε τόπου (όπως λέει η ίδια) καταγράφονται και υπάρχουν μέσα της οι άνθρωποι με τους θρύλους, τους μύθους, και την ιστορία του χωριού της, εκεί εστιάζονται τα προσωπικά της βιώματα, γύρω από τις λαϊκο-μυθολογικές παραδόσεις της περιοχής και την τραγωδία του Εμφυλίου Πολέμου». Η Κατερίνα με αυτά τα χρωματιστά χώματα και το ανάγλυφο του τοπίου που τόσο τη σαγηνεύει, τις φωτογραφίες, τα υφάσματα και άλλα υλικά που αρμονικά εμπλέκει, συλλαμβάνει και μεταφέρει την εντύπωση των γεγονότων στο σήμερα.
Σε κάθε της έργο είναι σαφής η απεικόνιση τόσο του ηρωισμού, όσο και της δυστυχίας που γεννά ο πόλεμος. Τα πρόσωπα των έργων της δείχνουν τη θέληση για αγώνα και ελευθερία. Καταγγέλλουν και προτρέπουν.

Υπενθυμίζουν και ευαισθητοποιούν. Προσωπικές μνήμες μέσα στο πλέγμα της τοπικής ιστορίας και της συλλογικής μνήμης. Σημαντικές και ασήμαντες στιγμές. Άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας που αναγκάζονται μαρτυρικά να μεταναστεύσουν. Παιδιά με τρόμο στα μάτια και νέοι αποφασισμένοι για ζωή και θάνατο. Γέροντες με δωρικές μορφές που σε κοιτούν ίσα στα μάτια, ζητώντας απαντήσεις. Λογαριασμό για τα κέρδη και τις απώλειες. Για τα τραύματα και τις πληγές. Και μέσα σε αυτές τις συνθέσεις, σπαράγματα ποίησης, από το δικό της αδημοσίευτο έργο, λειτουργούν ως συνδετικό υλικό στην αφήγηση. Παρακαταθήκες και ιδεολογίες. Συναισθήματα και οράματα με κυρίαρχο το αντιφασιστικό μήνυμα. Το μαύρο τού πένθους με το κόκκινο του αίματος, που μπορεί όμως να είναι και το κόκκινο του έρωτα και της ζωής. Της ελπίδας για αναγέννηση.

Άλλη σημαντική παράμετρος αυτής της έκθεσης είναι ο έντονος επικοινωνιακός της χαρακτήρας, ταυτόσημος με τον ορισμό της τέχνης ως πνευματικό-κοινωνικό φαινόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η καλλιτέχνης δημιουργεί με συγκεκριμένες προθέσεις, απευθυνόμενη σε ένα κοινό που θεωρεί ότι είναι πρόθυμο να ανταποκριθεί, να συγκινηθεί, να κατανοήσει και να αξιολογήσει τα μηνύματά της. Η καλλιτέχνης λειτουργεί σαφώς επηρεασμένη από το κοινωνικό, ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έζησε και βίωσε εμπειρίες, η ίδια, η οικογένειά της και το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον. Ως εκ τούτου και τα έργα της, ανοικτά σε κάθε είδους ερμηνείες, έχουν τη δυναμική να επηρεάσουν την κοινωνική ομάδα, προτείνοντας τρόπους σκέψης και καλλιεργώντας αξίες για το μέλλον. Έτσι και αλλιώς, εάν θεωρήσουμε ότι τα έργα τέχνης είναι φορείς πολλαπλών αξιών που υπερβαίνουν τα άτομα που τα δημιούργησαν, εν τέλει γίνονται «πολιτιστική ιδιοκτησία» μιας ολόκληρης κοινωνίας. Με αυτή την υπόθεση, η έκθεση αυτή αποκτά μια ιδιαίτερη συλλογική ταυτότητα με ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον, που αποτυπώνει το ταλέντο και την ευαισθησία της φίλης δημιουργού.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το