Άρθρα

Ομοιότητες με το 1937

Του Robert J. Shiller*

Η ύφεση που ακολούθησε το κραχ του 1929 χειροτέρεψε οκτώ χρόνια αργότερα, και η ανάκαμψη ήρθε μόνο με την τεράστια οικονομική ώθηση που «έδωσε» ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, μια σύγκρουση που κόστισε πάνω από 60 εκατομμύρια ζωές. Όταν επιτέλους ήλθε ο χρόνος της αποκατάστασης, μεγάλος μέρος της Ευρώπης και της Ασίας είχε ερειπωθεί.
Η σημερινή παγκόσμια κατάσταση δεν είναι τόσο τρομερή, αλλά υπάρχουν ομοιότητες, ιδιαίτερα με αυτή που επικρατούσε το 1937. Τώρα, όπως και τότε, οι άνθρωποι νοιώθουν απογοητευμένοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, και πολλοί είναι απελπισμένοι. Στην ουσία φοβούνται όλο και περισσότερο για το μακροπρόθεσμο οικονομικό μέλλον τους και τέτοιοι φόβοι μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες.
Για παράδειγμα, ο αντίκτυπος που είχε η οικονομική κρίση του 2008 στην Ουκρανική και τη Ρωσική οικονομία, μπορεί να είναι η αιτία για τον πρόσφατο πόλεμο εκεί. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία γνώρισαν θεαματική ανάπτυξη την περίοδο μεταξύ 2002-2007: αυτά τα πέντε χρόνια, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 52% στην Ουκρανία και 46% στη Ρωσία. Τι συμβαίνει σήμερα: Η αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ ήταν μόνο 0,2% το τελευταίο χρόνο στην Ουκρανία, και μόνο 1,3% στη Ρωσία. Η δυσαρέσκεια που προκύπτει από τέτοια απογοήτευση, βοηθά να εξηγηθεί ο θυμός των Ουκρανών αυτονομιστών, η δυσαρέσκεια των Ρώσων, αλλά και την απόφαση του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να προσαρτήσει την Κριμαία και να υποστηρίξει τους αυτονομιστές.
Υπάρχει ένα όνομα για την απελπισία που οδηγεί στην δυσαρέσκεια – και όχι μόνο στη Ρωσία και στην Ουκρανία – από την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Αυτό το όνομα είναι «το νέο φυσιολογικό», και αναφέρεται στις μακροπρόθεσμα μειούμενες προοπτικές για οικονομική ανάπτυξη, όρος που έγινε δημοφιλής από τον Bill Gross, ιδρυτή του γίγαντα των ομολόγων, της εταιρείας, PIMCO.
Η απελπισία που ένοιωθε ο κόσμος μετά το 1937 οδήγησε στην εμφάνιση πολλών παρόμοιων νέων όρων. Ο όρος “κοσμική στασιμότητα”, που αναφέρεται στην μακροπρόθεσμη οικονομική δυσπραγία, είναι ένα παράδειγμα. Η λέξη κοσμική προέρχεται από τη λατινική saeculum, που σημαίνει μια γενιά ή έναν αιώνα. Η λέξη στασιμότητα υποδηλώνει ένα βάλτο, υπονοώντας ένα γόνιμο έδαφος για «λοιμογόνους» κινδύνους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, οι άνθρωποι ανησυχούσαν επίσης για τη δυσαρέσκεια στην Ευρώπη, η οποία είχε ήδη τροφοδοτήσει την άνοδο στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ και του Μπενίτο Μουσολίνι.
Ο άλλος όρος που ξαφνικά επικράτησε γύρω στο 1937, ήταν “υποκαταναλωτισμός» – η θεωρία ότι οι φοβισμένοι άνθρωποι μπορεί να θέλουν να αποταμιεύσουν πάρα πολύ για τους δύσκολους καιρούς που ακολουθούσαν. Επιπλέον αυτό σημαίνει ότι το ποσό της αποταμίευσης που οι άνθρωποι επιθυμούν, υπερβαίνει τις διαθέσιμες επενδυτικές ευκαιρίες. Ως αποτέλεσμα, η επιθυμία για αποταμίευση δεν προσθέτει στην συνολική εξοικονόμηση (διαθέσιμα οικονομικά κεφάλαια) για να μπορέσουν να ξεκινήσουν νέες επιχειρήσεις, να κατασκευαστούν νέα κτίρια και να ανθίσει η κτηματαγορά , και ούτω καθεξής. Αν και οι επενδυτές μπορούν να ανεβάσουν τις τιμές των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού, στην προσπάθειά τους να συσσωρεύσουν πλούτο, επιβραδύνουν την οικονομία.
“Κοσμική στασιμότητα” και “υποκαταναλωτισμός” είναι όροι που προδίδουν μια υποκείμενη απαισιοδοξία, η οποία, με την αποθάρρυνση των δαπανών, όχι μόνο ενδυναμώνει μια αδύναμη οικονομία, αλλά γεννά θυμό, μισαλλοδοξία, και μια δυναμική για εκδήλωση βίας. Στο σημαντικό έργο του «Οι ηθικές συνέπειες της οικονομικής ανάπτυξης», ο Benjamin M. Friedman παρέθεσε πολλά παραδείγματα όπου η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης οδηγεί – με μεταβλητές και μερικές φορές μεγάλες καθυστερήσεις – στη μισαλλοδοξία, στον επιθετικό εθνικισμό, και στον πόλεμο. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι, «η αξία της ανόδου του βιοτικού επιπέδου δεν έγκειται μόνο στις συγκεκριμένες βελτιώσεις του τρόπου ζωής των ανθρώπων, αλλά στο πώς διαμορφώνει τον κοινωνικό, πολιτικό, και εν τέλει τον ηθικό χαρακτήρα ενός λαού.”
Κάποιοι αμφιβάλλουν για την σημασία της οικονομικής ανάπτυξης. Ίσως, λένε πολλοί, είμαστε υπερβολικά φιλόδοξοι και θα έπρεπε να απολαμβάνουμε μια καλύτερη ποιότητα ζωής με περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Ίσως έχουν δίκιο.
Αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι η αυτοεκτίμηση και οι διαδικασίες κοινωνικής σύγκρισης που ο ψυχολόγος Leon Festinger παρατήρησε ως ένα καθολικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Αν και πολλοί θα το αρνηθούν, πάντα συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και ελπίζουμε να αναρριχηθούμε στην κοινωνική κλίμακα. Οι άνθρωποι ποτέ δεν θα είναι ευχαριστημένοι με τις πρωτόγνωρες ευκαιρίες για αναψυχή αν αυτό μπορεί να έχει ως επακόλουθο την αποτυχία τους σε σχέση με τους άλλους.
Η ελπίδα ότι η οικονομική ανάπτυξη προωθεί την ειρήνη και την ανεκτικότητα βασίζεται στην τάση των ανθρώπων να συγκρίνουν τον εαυτό τους, όχι μόνο με τους άλλους στο παρόν, αλλά και σε ό, τι θυμούνται από τους ανθρώπους – συμπεριλαμβανομένων των ιδίων – στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Friedman, «προφανώς, τίποτα δεν μπορεί να επιτρέψει στην πλειοψηφία του πληθυσμού να είναι σε καλύτερη θέση από ό, τι όλοι οι άλλοι. Οικονομική πρόοδος όμως σημαίνει ακριβώς ότι, οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να είναι σε καλύτερη θέση από ό,τι ήταν».
Το μειονέκτημα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας αναφορικά με τη συμπεριφορά τους στην ανατολική Ουκρανία, είναι ότι μπορεί να προκληθεί μια ύφεση σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτή. Αυτό σημαίνει δυσαρεστημένοι Ρώσοι, δυσαρεστημένοι Ουκρανοί και δυστυχισμένοι Ευρωπαίοι, των οποίων η αίσθηση της εμπιστοσύνης και της υποστήριξης για ειρηνικούς δημοκρατικούς θεσμούς θα αποδυναμωθεί.
Ενώ ορισμένα είδη κυρώσεων κατά της διεθνούς επιθετικότητας φαίνεται να είναι αναγκαία, πρέπει να σκεφθούμε πολύ σοβαρά τους κινδύνους που ενέχει η λήψη ακραίων μέτρων τιμωρίας. Θα ήταν ιδιαίτερα επιθυμητό να καταλήξουν σε συμφωνία για τον τερματισμό των κυρώσεων; να ενσωματώσουν τη Ρωσία (και την Ουκρανία) πληρέστερα στην παγκόσμια οικονομία; και φυσικά να συνοδευτούν αυτά τα βήματα με επεκτατικές οικονομικές πολιτικές. Μια ικανοποιητική επίλυση της τρέχουσας σύγκρουσης δεν απαιτεί κάτι λιγότερο.

Robert J. Shiller, ο οποίος πήρε το βραβείο Νόμπελ 2013 για την Οικονομία, είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Yale και συνιδρυτής του Case-Shiller δείκτη τιμών κατοικιών στις ΗΠΑ. Έχει γράψει το βιβλίο με τίτλο «Irrational Exuberance», στη δεύτερη έκδοση του οποίου προέβλεπε την επικείμενη κατάρρευση της φούσκας της κτηματαγοράς. Τελευταίο του βιβλίο το «Finance and the Good Society».
(μτφ: Ελένη Μανώλη)

Το άρθρο φιλοξενείται στο Project Syndicate

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το