Θ Plus

Οδοιπορικό στους δρόμους της Νέας Ιωνίας του 1960: Οδός Νικομηδείας μέρος α’

Της ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΓΙΑΣΙΡΑΝΗ – ΚΥΡΙΤΣΗ

Η Νικομηδείας ξεκινούσε από το ποτάμι του Κραυσίδωνα, την Καραμπατζάκη και κατέληγε στη Μαιάνδρου. Πήρε το όνομά της σε ανάμνηση της σπουδαίας πόλης, στη ΒΔ Μικρά Ασία, στον μυχό του κόλπου της Βιθυνίας. Πήρε το όνομά της, όταν κτίστηκαν τα «Γερμανικά» το 1928-1930. Όμως υπήρχε και άλλη οδός Νικομηδείας στα «Τσιμεντένια» από το 1927 και εκ παραδρομής μάλλον επειδή οι περισσότεροι ήταν από τη Νικομήδεια, ονομάστηκε έτσι. Όμως μόλις η Νέα Ιωνία έγινε δήμος, επί δημαρχίας Ευάγγελου Καραμπατζάκη, στις 6 Αυγούστου 1947, η πρώτη μετονομάστηκε σε Κρήτης και η άλλη παρέμεινε με το όνομά της.
Κατεβαίνοντας δεξιά τον δρόμο ήταν ο μεγάλος κήπος με τα λαχανικά του Γιαννάτου και στο άλλο τετράγωνο μετά τη Χρ. Λούλη άρχιζαν τα «Γερμανικά». Εκεί ήταν το σπίτι της Μαρίας Λαζαρίδου ονομαζόμενης Χατζίνας και του Παναγιώτη Κωνσταντινίδη (Παναή) παντρεμένοι από το 1934, που έμενε με τα παιδιά του. Περισσότερο έντονη ήταν η παρουσία της κόρης του Ζαφείρας που ήταν ωραία κοπέλα, μελαχρινή, με τραβηγμένα τα μαλλιά της πίσω, γεμάτη χαμόγελο, σύζυγος Νικολάου Τίγκα. Ο Παναής ήταν χαρακτηριστικός τύπος της προσφυγικής γειτονιάς. Πόντιος στην καταγωγή, γεροδεμένος ωραίος άντρας, παντρεύτηκε τη Μαρία από τη Νικομήδεια και δεν της χαλούσε χατίρι.
Δούλευε στο λιμάνι φορτοεκφορτωτής, μόνο που είχε ένα ελάττωμα: Του άρεσε το κρασάκι. Και όταν έπινε γινόταν άλλος άνθρωπος. Όμως ποτέ δεν φέρθηκε άσχημα στην οικογένειά του. Μόνο πιο εύθυμος γινόταν.

Παναής Κωνσταντινίδης

Έλεγαν πολλά περιστατικά για τον Παναή. Κατοχή, βραδάκι ήταν και ο Παναής γυρίζοντας στο σπίτι είχε πιει τα ποτηράκια του. Στον δρόμο της Αναπαύσεως συνάντησε έναν Γερμανό αξιωματικό στην ίδια μοίρα με κείνον να βαδίζει μια στο ένα μέρος και μια στο άλλο. Συναντήθηκαν και επειδή το κρασί δεν γνωρίζει εχθρούς και φίλους… με μια επικοινωνία άλλη μεταξύ τους, βρέθηκαν αγκαλιασμένοι και πήγαν στο νεκροταφείο, που ήταν κοντά και που δεν έκλεινε ποτέ. Ο Παναής πήρε μια νεκροκεφαλή από τα παρακείμενα κουτιά και άρχισε την κουβέντα. Την έδειχνε και στον Γερμανό κάτι του έλεγε, αυτός δεν καταλάβαινε και έπιναν το κρασάκι τους. Κάποια στιγμή, προς τα ξημερώματα οι δυο φίλοι βρέθηκαν στο υπόγειο του προσφυγικού με δυο μπουκάλια κρασί στα χέρια. Αγκαλιασμένους τους βρήκε το πρωί η Χατζίνα και τραβούσε τα μαλλιά της από απελπισία. Ξύπνησε τον άντρα της και κείνος τον αξιωματικό και έκπληκτοι κοίταζαν ο ένας τον άλλον, χωρίς να θυμούνται τι είχε συμβεί.
Στο μεταξύ οι Γερμανοί στρατιώτες αναζητούσαν στις γύρω γειτονιές τον αξιωματικό τους. Τελικά τον βρήκαν να πίνει τσάι στην αυλή του Παναή και νόμισαν ότι τον είχαν συλλάβει. Αγριεμένοι όρμησαν να κτυπήσουν τον Παναή, εκείνος όμως τους απέτρεψε και έφυγε με ένα χαμόγελο. Την επόμενη μέρα ένα πακέτο με τρόφιμα για τα παιδιά του Παναή έφτασε στο προσφυγικό προς έκπληξη όλης της γειτονιάς.
Νοικοκυρά, περιποιητική η κυρά Μαρία η Χατζίνα, την έλεγαν έτσι γιατί είχε πάει στα Ιεροσόλυμα, κοιτούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της και δούλευε πότε πότε όπου έβρισκε. Είχε τα μαλλιά της δυο πλεγμένες κοτσίδες ανεβασμένες στεφάνι επάνω και ένα μαντήλι σχεδόν μόνιμα στον λαιμό της. Την αγαπούσε ο άντρας της ο Παναής και όταν έπινε και κάτι παραπάνω, της κουβαλούσε όργανα έξω από το σπίτι και της έκανε μέχρι και καντάδες ξεσηκώνοντας τη γειτονιά.
Κάποια άλλη βραδιά, μεσάνυχτα και κάτι ήρθε ο Παναής στο σπίτι με παρέα. Ο ένας ήταν Αρμένης που έπαιζε ούτι και ο άλλος ήταν ένα παιδάκι. Με τη φασαρία ξύπνησε η οικογένεια, σηκώθηκε η κυρά Μαρία και εκείνος μόλις την είδε της είπε χαμογελαστός: «Πήγαινε να σφάξεις τον αλέκτορα να κάνεις σούπα να φάμε και να τραγουδήσουμε». Παρά τις διαμαρτυρίες της ο «Αλέξανδρος», ο αγαπημένος κόκορας της Ζαφείρας, σφάχτηκε και έγινε σούπα. Μισοβρασμένος σχεδόν φαγώθηκε, τα παιδιά πήγαν πάλι για ύπνο και ξεκίνησε το γλέντι. Κάποια στιγμή ακούστηκαν μαλώματα και δυνατές αντρικές φωνές. Ο Παναής μάλωσε με τον Αρμένη για την τιμή που είχαν συμφωνήσει και οργισμένος άρπαξε το ούτι και το έφερε… «κολάρο». Όταν ειδοποιήθηκε ο χωροφύλακας του έκανε παρατήρηση επειδή τον ήξερε και του είπε: «Βρε Παναή, αφού είσαι καλός άνθρωπος, γιατί έσπασες το ούτι…» και τον άφησε με τη διαβεβαίωση ότι θα του αγόραζε καινούριο, πράγμα που το έκανε μόλις πληρώθηκε. Πολλά λέγονταν για το πάθος του με το κρασί.
Του είχαν βγάλει μάλιστα και ποίημα που έλεγε:
Ο Παναής κι ο Γιακουμής καθόνταν στα βαρέλια / και τον Θεό παρακαλούν να μην καούν τα αμπέλια. / Τα αμπέλια εκαήκανε κρασί καλό δεν βγάζουν / και ο Παναής κι ο Γιακουμής πέσανε να πεθάνουν.

Νικολάκης Χρηστίδης και η σύζυγός του Εύα

Δίπλα ήταν το σπίτι της οικογένειας του Νίκου και της Ζωής Αραμπατζή με την ξανθομαλλούσα Λαμπρινή, που δούλευε κι αυτός φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι και μετά το στενό στη γωνία το σπίτι του Ιγνάτιου Μαρμαρά.
Θειριανός στην καταγωγή, γιος του Αναστάση και της Αμερσώς Δημητριάδη, δούλευε αρχικά με τον πατέρα του στο μεγάλο νταμάρι του Κουφόβουνου, αλλά μετά τον θάνατό του το 1948 εργάστηκε στα νταμάρια των Αλυκών, του Προφήτη Ηλία, της Μπουμπουλήθρας και του Σαρακηνού. Νοίκιαζε τα βουνά και τα δούλευε μαζί με τον Δημήτριο Κουτσοφλίγγη και με πολλούς εργάτες. Παντρεμένος με τη Νικομηδιώτισσα Ελένη Κονταξή το 1930, που δούλευε στα καπνά, είχε αποκτήσει τον Αναστάση και την Ευαγγελία (Λίτσα), η οποία δεν είχε πολλά χρόνια που παντρεύτηκε τον Κώστα Καϊκλή και μετακόμισε στο δικό της σπίτι, από την άλλη πλευρά της Αναπαύσεως, κοντά στην οδό Δορυλαίου. Η θεία Ελένη, γυναίκα του αδελφού της μητέρας μου, ήταν γυναίκα δυναμική, μεγαλόσωμη, νοικοκυρά, καλή μαγείρισσα, άξια μάνα όσο μπορούσε αφού δούλευε πολλές ώρες και είχε το παρατσούκλι «Λακού», μάλλον γιατί είχε λακάκια στο σαγόνι της.
Η αυλή της στρωμένη με μεγάλες πλάκες από τα νταμάρια ήταν γεμάτη λουλούδια. Ένα σιδερένιο στρογγυλό τραπεζάκι με το κεντητό καρεδάκι δεχόταν τα φλιτζανάκια του καφέ της γειτονιάς με το χειροποίητο κουλουράκι, τα γέλια και τα κλάματα.
Οργανωμένη στην Αντίσταση κατά των Γερμανών είχε βοηθήσει πολλές φορές τις απελευθερωτικές οργανώσεις του τόπου. Μία από τις φορές ήταν η διάσωση ενός Άγγλου. Τα χρόνια πέρασαν, ήλθε η ηρεμία στον τόπο, η Νέα Ιωνία άρχισε να ξαναφτιάχνει και να οργανώνει τη ζωή της και μια μέρα εμφανίστηκε στη γειτονιά ένας Άγγλος που αναζητούσε μια γυναίκα που το μόνο που θυμόταν ήταν «Πλακού». Του είπαν πως υπήρχε μόνο μια γυναίκα «Λακού» και πήγε προς το σπίτι της. Την βρήκε και την ευχαρίστησε που τον έσωσε και έφυγε ευχαριστημένος γιατί το είχε τάξει στον εαυτό του.
Μαζί με τον Ιγνάτιο δούλευε και ο γιος του ο Αναστάσης. Σκληρή δουλειά η εξόρυξη πέτρας. Ξεκινούσαν τη δουλειά από το πρωί στις 7 και μέχρι τις 8 έριχναν τις πέτρες από το βουνό στο οποίο ανέβαιναν δεμένοι με τριχιά στη μέση. «Ξεσχάρωναν» με τα λοστάρια τις μεγάλες πέτρες να μην πέσουν στον δρόμο την ώρα που έβαζαν τα φουρνέλα.
Δίπλα ήταν το σπίτι του πατέρα της Ελένης, του Αχιλλέα Κονταξή. Γεννημένος στη Γιάλοβα της Νικομήδειας ήρθε με τη γυναίκα του την Ευδοξία (Ευθαλία) και τα παιδιά του στον Βόλο και πήρε το σπίτι αυτό στα «γερμανικά».
Στις 28 Αυγούστου του 1928 όμως πέθανε η γυναίκα του σε ηλικία 40 χρόνων και όντας χήρος αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες. Γύρω στα 1932, τον χτύπησε και άλλο κακό. Ο Τηλέμαχος, που ήταν 13 χρόνων, πυροβολήθηκε από έναν κτηματία στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, επειδή ανέβηκε στη συκιά και έφαγε ένα σύκο… Ήταν απαρηγόρητος. Χάθηκε μια νεαρή ζωούλα για ένα σύκο…

Νικομηδείας με Δορυλαίου

Όμως ήταν δυνατός άνθρωπος. Βρήκε δουλειά φύλακας στον μύλο του Πάντου στο Βελεστίνο και συγκρατούσε τα μέλη της οικογένειας όσο μπορούσε. Χαρούμενος χαρακτήρας, αγαπούσε τη μουσική και είχε στο σπίτι μια λατέρνα με ωραίες ζωγραφιές ηθοποιών της εποχής και όπου γλέντι στη γειτονιά, όπου γάμος και χαρά ο μπάρμπα Αχιλλέας ήταν ο πρώτος προσκεκλημένος με τη λατέρνα του. Η παρουσία της τον συνόδευσε μέχρι που πέθανε. Μετά δόθηκε μαζί με τη μεγάλη φωτογραφία και τα πράγματά του.
Μετά το στενό Ανακρέοντος ήταν το μπακάλικο του Νικολάκη Χρηστίδη. Είχε δύο εισόδους. Η μία, η μεγάλη, που ήταν ταμπλαδωτό πορτοπαράθυρο από τη Νικομηδείας και η άλλη από το στενό που ήταν και η είσοδος του σπιτιού του. Μπροστά στην πόρτα ήταν τα τσουβάλια με τα όσπρια και πίσω ήταν ο ξύλινος πάγκος όπου είχε τη ζυγαριά, ζύγιζε και ακουμπούσε τα πράγματα που έδινε. Δεξιά του ήταν τα μπιτόνια με τα λάδια και πίσω από τον πάγκο οι ντενεκέδες με τα τυριά.
Ο χώρος ήταν μικρός, αλλά ήταν καλά οργανωμένος και χωρούσε τα πάντα πάνω στα ράφια του τοίχου. Ο Νικολάκης Κωνσταντινουπολίτης παντρεμένος με την Εύα απόκτησε τον Σταύρο και την Κλεονίκη. Ο Σταύρος από πολύ μικρός μπήκε στο μαγαζί με τον πατέρα του και τον συναγωνίστηκε στον επαγγελματισμό του. Ο Νικολάκης ήταν γλυκόστομος, ευγενικός, δεν αρνούνταν ποτέ να εξυπηρετήσει την πελατεία, οποιαδήποτε ώρα και αν χτυπούσαν το κουδούνι του μαγαζιού.
Φορούσε πάντα μια καφεδί ολόσωμη ποδιά και η παρουσία της γυναίκας του Εύας δεν ήταν και συχνή. Ο γιος του Σταύρος ανέλαβε μόνος του το μπακάλικο μετά τον θάνατο του πατέρα του κρατώντας τον επαγγελματισμό και την αγάπη για το μαγαζί τους. Το κράτησε μέχρι σχεδόν το 1970, όταν συνταξιοδοτήθηκε. Το οίκημα γκρεμίστηκε και έγινε σπίτι που τίποτε δεν θυμίζει την παλιά γειτονιά.

Πηγές: Προσωπικές μαρτυρίες, Λίτσας Καϊκλή, Ελένης Βαφειάδου, Άρτεμης Συρταριώτου, Ζωής Σαββοπούλου, Κων/νου Ανδρουλάκη, Δημήτρη Αναστασιάδη.
Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «ΔΡΟΜΟ-ΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ», εκδόσεις ΩΡΕΣ, 2006, Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Συναξάρι των πρώτων οικιστών της Ν. Ιωνίας από το 1924», 2013, Β. Γιασιράνη «Από τον παππού στον εγγονό», 2011, Ημερολόγιο «Μικρασιάτες φορτοεκφορτωτές», 2014.
Συνεχίζεται…

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το