Άρθρα

Ο θρυλικός «Καραμούζας», ένας «οικτίρμων αλήτης» του παλιού Βόλου – 49 χρόνια από τον θάνατό του

Του Βλάση Μαργ. Βολιώτη
… «Καρδία ρημαγμένη. Μοναξιά, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη, σώμα βασανισμένον , φθαρμένον,
σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε δια να σταθή, έπιε δια να πατήση, έπιε διά να γλυστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος»…

(Περιγραφή του μέθυσου μπαρμπα-Γιαννιού από το διήγημα «Ο έρωτας στα χιόνια» του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη)

Στο πολύ όμορφο βιβλίο της Βολιώτισσας Μάρης Τσαμακίδου – Παπαποστόλου «Πιστοποιητικό ζωής», συνάντησα αναπάντεχα την ξεχασμένη εικόνα ενός θρύλου του παλιού Βόλου που η ανάμνησή του πάντα συνεπαίρνει και γοητεύει όσους τουλάχιστον τον έζησαν και τον θυμούνται. Γράφει η συγγραφέας: … «Θυμάται τον Καραμούζα, έναν χαρακτηριστικό τύπο του Βόλου, έναν μποέμ αλήτη, που κάθε φορά όταν τη συναντούσε στον δρόμο, της χάιδευε τα μαλλιά με απέραντη καλοσύνη. Απόστολος Παρασκευάς ήταν το πραγματικό του όνομα. Ήρεμος άνθρωπος χωρίς οικογένεια και σπίτι. Φορούσε πάντα μπαλωμένα η σχισμένα ρούχα και κοιμόνταν όπου έβρισκε. Τριγυρνούσε σ’ όλον τον Βόλο και φώναζε με στεντόρεια φωνή «λούκια για καθάρισμα, λεκάνες για ξεβούλωμα». Τα χρήματα που κέρδιζε από τη δουλειά του, τα μοίραζε σε άλλους ανθρώπους, που θεωρούσε, πως ήταν πιο φτωχοί από εκείνον. Ό,τι χρήματα του περίσσευαν τα έδινε για κρασί ή τσίπουρο. Έπινε, έπινε πολύ και τότε γινόταν σερέτης, δύστροπος, ευέξαπτος, όχι όμως και επικίνδυνος. Άφησε αυτόν τον κόσμο μόνος, εγκαταλειμμένος, ταλαιπωρημένος από τον αλκοολισμό και τη σκληρή ζωή του πεζοδρομίου».
Η αναφορά αυτή ήταν το έναυσμα να κατεβάσω από το εικονοστάσι της μνήμης μου την εικόνα αυτού του συμπαθητικού «τύπου» των περασμένων χρόνων του Βόλου. Κάπως έτσι τον έχω κρατημένο στο μυαλό μου και στην ψυχή μου. Ο πατέρας μου είχε κατάστημα στο κέντρο της πόλης, όπου πήγαινα συχνά και βοηθούσα, και τον θυμάμαι, στη δεκαετία του 60, να τριγυρίζει στους δρόμους της αγοράς και να ζητιανεύει. Τεράστιο σώμα, σκυφτός, κουρελής, με ένα μακρύ λερωμένο μαύρο παλτό και σηκωμένους τους γιακάδες, βαδίζει αργά, σχεδόν σέρνει τα πόδια του. Στο μεγάλο αγριωπό πρόσωπό του, δυο μικρά μάτια πνιγμένα στις ρυτίδες και μια μεγάλη μύτη. Είναι πάντα αξύριστος, ενώ στο κεφάλι του φοράει καπέλο χειμώνα καλοκαίρι. Μελαγχολικός, αγέλαστος, και σχεδόν αμίλητος, διακρίνεις στην έκφρασή του θλίψη και πόνο, και αναγνωρίζεις έναν άνθρωπο βασανισμένο από τον αγώνα και τις κακουχίες της ζωής του. Τον θυμάμαι να κοιμάται στο πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου ή να έχει απλωμένες τις αρίδες του στο πεζοδρόμιο της Ιάσονος, κάπου γωνία με το στενό Σποράδων (Εργατικού κέντρου σήμερα). Αυτή η εικόνα του Καραμούζα βέβαια είναι από τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν ανήμπορος πια έχει εγκαταλείψει την ταπεινή εργασία του, και η ανέχεια τον αναγκάζει να ζητιανεύει επισκεπτόμενος καταστηματάρχες «φίλους» του που τον συμπονούν και τον βοηθούν.

Ο Καραμούζας σε στιγμές ξεκούρασης. Φωτογραφία Ιπποκράτη Ζημέρη (από το περιοδικό «Εν Βόλω» τεύχος 29. Άρθρο του αείμνηστου Γιώργου Καφενταράκη)

Αλλά ας πάρουμε το νήμα της ζωής του από την αρχή. Είναι αλήθεια ότι οι Μοίρες στέκονται φειδωλές μαζί του. Αλλά οι ίδιες δίνουν και το κακό και το καλό στους ανθρώπους. Του δίνουν λοιπόν και μια μεγάλη ανεξίκακη καρδιά που πλημμυρίζει από αγάπη, ευαισθησία, καλοσύνη και συμπόνια. Αυτή η μεγάλη καρδιά και το πιοτό φαίνεται να είναι τα πράγματα που δίνουν χαρά και νόημα στην πολυτάραχη ζωή του. Γεννιέται στον Βόλο. Γονείς του ο Νικόλαος και η Χαρίκλεια Παρασκευά. Στο ληξιαρχείο Βόλου δεν υπάρχει ημερομηνία γέννησης, ούτε η σχετική ληξιαρχική πράξη. Αναφέρεται μόνο ότι το 1972 που πέθανε ήταν 66 χρόνων*(1) Άρα είναι γεννημένος το 1906. Έχει και έναν αδελφό τον Κώστα, που εκτελεί μεταφορές με ένα χειροκίνητο καροτσάκι. Δουλειά του είναι να αδειάζει τους βόθρους που ξεχειλίζουν και να ξεβουλώνει τις αποχετεύσεις. Την εποχή εκείνη δεν υπάρχουν τα βυτιοφόρα οχήματα εκκενώσεως βόθρων και η εργασία γίνεται χειρωνακτικά. Διαλαλεί την τέχνη του περιφερόμενος στους δρόμους με τη δυνατή φωνή του, «λούκια για καθάρισμα… λεκάνες για ξεβούλωμα… τα αποχωρητήριά σας…»*(2) Ο Αποστόλης είναι μετρ στη δουλειά του. Έχει συνεργείο με βοηθούς, τα τσιράκια όπως τα έλεγε, και όλο τον εξοπλισμό, κασμάδες, φτυάρια, κουβάδες, βαρέλια ξύλινα και κάρο μεταφοράς. Δουλεύει και τη νύχτα, προφανώς γιατί η δουλειά είναι χρονοβόρα. Κερδίζει πολλά χρήματα, του αρέσουν όμως τα χουβαρνταλίκια, και τα σκορπάει σε «τραπεζώματα και κεράσματα» σε φίλους. Αναζητάει και την τύχη του στο μπαρμπούτι, ενώ βοηθάει πτωχούς και αναξιοπαθούντες συνανθρώπους του. Αυτή τη μεγαλοψυχία του τη συναντάμε και αργότερα όταν ο ίδιος περιέρχεται σε ανέχεια και ζητιανεύει, διαθέτοντας το προϊόν της επαιτείας, σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από τον ίδιο.
Στα πρώτα χρόνια της κατοχής οι δουλειές δεν πάνε καθόλου καλά. Ο κόσμος φεύγει στα χωριά, κακουχίες, δυστυχία. Ο Αποστόλης όπως και ολόκληρος ο λαός βυθίζεται στην πείνα και τη φτώχεια. Πεινασμένος αρχίζει να επαιτεί, ενώ φοράει πια ρούχα παλιά, τρύπια και μπαλωμένα. Αυτά τα ρούχα δεν θα τα αποχωρισθεί ποτέ από πάνω του μέχρι τον θάνατό του, παρόλο που χρήματα θα αποκτήσει ξανά πολλές φορές.
Αλλά η ζωή έχει γυρίσματα. Ξαφνικά μέσα στην κατοχή οι δουλειές ανοίγουν και ο Αποστόλης βρίσκεται και με χρήματα στην τράπεζα. Διαθέτει κατάθεση επτά εκατομμυρίων δραχμών. Αυτή η καλή του οικονομική κατάσταση τον κάνει και περιζήτητο γαμπρό, με πολλά προξενιά. Αλλά κανένα συνοικέσιο δεν ευοδώνεται… και έτσι ο Αποστόλης μένει μόνος του στη ζωή, μαγκούφης.

Πάντα ρακένδυτος. Φωτογραφία Ιπποκράτη Ζημέρη από το ίδιο περιοδικό «Εν Βόλω»
(Φωτογραφίες από το περιοδικό «εν Βόλω»)

Στην εφημερίδα «Θεσσαλία» της 8ης Απριλίου 1943, σε πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Καραμούζας ή πλούσιοι και φτωχοί» ο αρθρογράφος, που μάλλον είναι ο Τάκης Οικονομάκης, μεταξύ άλλων αναφέρεται και σε ένα ευτράπελο γεγονός. Ο Αποστόλης ρακένδυτος πηγαίνει στην τράπεζα να σηκώσει χρήματα, αλλά ο τραπεζίτης αρνείται να του δώσει το ποσό που ζητάει, γιατί υπάρχουν περιορισμοί στις αναλήψεις. *(3) Αντιγράφω από το φύλλο της εφημερίδας «Εις την απαίτησίν του(του Αποστόλη) ο τραπεζίτης αντέταξεν άρνησιν, διότι το ρευστόν χρήμα ήτο ολίγον και αι απαιτήσεις πολλαί. Ο Καραμούζας τότε εξηγριώθη: «Και τι θα φάω;» είπεν εις τον τραπεζίτην. Ο τραπεζίτης που δεν εγνώριζεν ούτε αυτόν ούτε την ιδιότητά του εθεώρησε καλόν να του δώσει συμβουλές συνιστών εις αυτόν να αρκεσθή εις το ημερομίσόν του. «Να φας από αυτά που βγάζεις κάθε ημέρα» του είπε. «Και τρως του λόγου σου απ’ αυτά;» απάντησεν ο Καραμούζας «για να μου λες να φάω εγώ;».
Ο Καραμούζας είναι ο αδύνατος της κοινωνίας, ο παρακατιανός, ο απόκληρος, κυρίως λόγω της ταπεινής εργασίας του. Συντελεί βέβαια και το χαμηλό κοινωνικό, οικονομικό και πνευματικό του επίπεδο. Η κοινωνία έχει τα δικά της κριτήρια. Αυτή ορίζει ποιες εργασίες είναι καλές και ποιες κακές, ποιες κοινωνικά αποδεκτές και ποιες απόβλητες. Ο κόσμος αρνείται ότι έχει και αυτός έναν ρόλο στην κοινωνία. Το να αδειάζεις βόθρους και να ξεβουλώνεις λούκια, είναι μια εργασία « κατώτερη» και αυτόν που την ασκεί η κοινωνία τον αποκληρώνει και τον βάζει στο περιθώριο. Πολλοί τον χλευάζουν και τον εμπαίζουν . Ακόμη και τα σχολιαρόπαιδα τον κοροϊδεύουν και τον περιγελούν, τα δε τσιράκια του όταν κοιμάται τον περιπαίζουν και του κλέβουν τα χρήματα. Ο Καραμούζας δεν θα συγκρουσθεί μαζί της καταφεύγοντας σε παράνομες και εγκληματικές συμπεριφορές. Θα αντιδράσει με τον δικό του τρόπο. Θα καταφύγει στο πιοτό, και αυτό σιγά-σιγά θα τον οδηγήσει στον χρόνιο αλκοολισμό και στην πλήρη κοινωνική περιθωριοποίησή του. Στο περιθώριο νοιώθει πιο ασφαλής Πίνει «για να πάνε κάτω τα φαρμάκια». Έτσι τον βλέπουμε μελαγχολικό, μεθυσμένο, με κουρελιασμένα ρούχα, βρώμικο, μοναχικό, άστεγο, να περιφέρεται και να ζητιανεύει.

Ναι, ο Καραμούζας έχει το πάθος του αλκοολισμού. Δεν έχει όμως άλλες αδυναμίες. Είναι φτωχός και αγράμματος, όμως διαθέτει πολλά έμφυτα ψυχικά χαρίσματα. Είναι ταπεινός, οικτίρμων, μεγαλόψυχος, ευαίσθητος και αλληλέγγυος στους συνανθρώπους του. «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται». Υπάρχουν καταγεγραμμένες πολλές περιπτώσεις όπου ο Καραμούζας συμπονά και συνδράμει συνανθρώπους του. Δεν είναι μυθεύματα. Είναι αλήθεια. Γιατί ποιος θα κάθονταν να ωραιοποιήσει την εικόνα του Καραμούζα; Και γιατί; Όλοι μιλούν για έναν «φιλάνθρωπο αλήτη». Αλήτης στην αρχική σημασία της λέξης, είναι αυτός που περιπλανάται. Είναι ένας «κλοσάρ»*(4), ένας μποέμ. Ο Καρλ Μαρξ βέβαια θα τον θεωρούσε «λούμπεν προλεταριάτο»*(5) αφού ανήκει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ζει στο περιθώριο και κυρίως γιατί δεν έχει ταξική συνείδηση.
Ο συμπολίτης μας κ. Γεώργιος Παπαδόπουλος που είχε κατάστημα χρωμάτων στη Δημητριάδος θυμάται: «ήταν ένας ωραίος τύπος, πολύ καλός άνθρωπος, άκακος. Καθάριζε βόθρους, αλλά είχε και κάποιες αδυναμίες. Έπινε και μεθούσε και κοιμόνταν στους δρόμους. Στέκια του ήταν το ουζερί του Θανάση του Ζήση στο στενό Σποράδων και η Σώταινα στην Κουταρέλια. Πολλές μανάδες φόβιζαν τα παιδιά τους όταν έκαναν αταξίες. Καθίστε καλά γιατί θα σας πάρει ο Καραμούζας».
Ο Αποστόλης και στον ρόλο του μπαμπούλα…

*(1) Στο ρεπορτάζ των τοπικών εφημερίδων της 11ης Μαρτίου 1972 (την επομένη του θανάτου του), η μεν «Θεσσαλία» τον αναφέρει 66 χρόνων ο δε «Ταχυδρόμος» 76 χρόνων.
*(2) Από την πολύ δυνατή και μπάσα φωνή του, προέκυψε και το παρατσούκλι του, Καραμούζας.
*(3) Κάτι αντίστοιχο με τους γνωστούς κεφαλαιακούς ελέγχους (capital controls), προφανώς λόγω της κατοχής.
*(4) Από τη γαλλική λέξη clochard που σημαίνει αλήτης.
*(5) Λούμπεν από τη γερμανική λέξη lumpen που σημαίνει κουρέλι.
(Συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή:
«Ένα ποίημα για τον Καραμούζα»)

e-mail: [email protected]

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το