Πολιτισμός

Ο Κώστας Ακρίβος μιλά στη «Θ» και μας «λυτρώνει» με Γάλα Μαγνησίας – ‘Ενα βιβλίο είναι η μνήμη χιλιάδων ανθρώπων

Ρωτήσαμε τον Κώστα Ακρίβο «πώς είναι η μνήμη σας» και εκείνος μας ξετύλιξε την ιστορία της ζωής μας. Γιατί το Γάλα Μαγνησίας, είναι η μνήμη χιλιάδων ανθρώπων, που μπερδεύεται «βολικά» με τη μυθοπλασία και η παρουσίαση αυτού του μυθιστορήματος θα γίνει την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου στις 7 το απόγευμα στο Πανεπιστήμιο.
Οι δύο άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται το βιβλίο είναι το ζήτημα της ευθύνης και το θέμα της μνήμης, σε χρόνια δύσκολα, γκρίζα. Σε χρόνια που αφήσαμε πίσω επίτηδες αχαρτογράφητα, μέσα στο μυαλό μας.
Στο «Γάλα Μαγνησίας» ο Κώστας Ακρίβος διερευνά τη λειτουργία της μνήμης, το ζήτημα της απώθησης των ενοχών και της επιστροφής τους, έως ότου αναδυθούν και τις βγάλει απ’ το σώμα, λυτρώνοντάς το, η μετάνοια, σαν γάλα Μαγνησίας.
Μια παρέα εφήβων μεγαλώνουν, όπως και ο ίδιος, εσώκλειστοι σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο της γενέτειράς του, του Βόλου, το 1975.
Ο Κώστας Ακρίβος παρουσιάζει τον μωσαϊκό μικρόκοσμο και το περίκλειστο περιβάλλον του οικοτροφείου χωρίς να χάνει από τα μάτια του την πόλη, ζωντανεύοντας τη μνήμη όλων.
«Στις προθέσεις μου ήταν να δώσω το περίγραμμα της πόλης του Βόλου όπως διαγράφεται τη δεκαετία του 1970 και ταυτόχρονα το κλίμα της εποχής από μια χώρα που μόλις έβγαινε από τα σκοτάδια της εφτάχρονης δικτατορίας. Αν το πέτυχα ή όχι, θα το κρίνουν οι αναγνώστες είτε είναι κάτοικοι του Βόλου είτε όχι, επειδή τόσο τα γεγονότα, όσο και τα πρόσωπα του βιβλίου είναι δημιουργήματα αποκλειστικά και μόνο της λογοτεχνικής μυθοπλασίας», λέει ο συγγραφέας στη «Θ».
Ίσως το πιο παράξενο άγαλμα που υπάρχει σε ολόκληρη τη χώρα είναι εκείνο που αντίκριζε καθημερινά όταν ήταν μαθητής στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων Βόλου και το οποίο βρίσκεται ακόμα στη θέση του: Η προτομή ενός μαθητή, που πνίγηκε για να σώσει κάποιον φίλο του.
«Με τα χρόνια αυτό το γεγονός άρχισε να με απασχολεί όλο και πιο συχνά, καθώς αναρωτιόμουν αν είναι έγκλημα ή όχι αν δεν απλώσεις το χέρι σου να σώσεις κάποιον ενώ μπορείς».
Το ερώτημα αυτό έπλασε στο Γάλα Μαγνησίας τη δράση μιας παρέας δεκαεφτάρηδων, που τη ζωή τους τη σημαδεύει ένα τραγικό περιστατικό.
Σύμφωνα με το μυθιστόρημα, το καλοκαίρι του 1975 στην παραλιακή τοποθεσία Πλάκες του Βόλου πνίγεται ένας μαθητής. Για τον πνιγμό υπαίτιοι θεωρούνται τέσσερις συμμαθητές του, που κολυμπούσαν στην ίδια μ’ αυτόν παραλία. Ποιοι, όμως, είναι αυτοί και ποια η σχέση τους με το θύμα; Είναι πράγματι ένοχοι ή φταίει η κακιά στιγμή, όπως ισχυρίζονται; Κανείς, ούτε το Λιμενικό ούτε η Χωροφυλακή, δεν μπορεί να βρει τι πραγματικά συνέβη, άρα αδυνατούν να αποκαλύψουν την αλήθεια. Εκείνο που όλοι γνωρίζουν είναι ότι οι συγκεκριμένοι μαθητές όχι μόνο δεν είχαν φιλικές σχέσεις με το θύμα, αλλά πολλές φορές μάλωναν και για διάφορους λόγους έρχονταν στα χέρια. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι καλά έκαναν και τα έβαζαν μαζί του, επειδή το θύμα ασκούσε βία σε κάποια μικρότερα παιδιά που οι ίδιοι τα υπερασπίζονταν. Οι εν λόγω μαθητές και το θύμα ήταν συμμαθητές, όμως ήταν και εσώκλειστοι στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο της πόλης. Επομένως γνωρίζονται πολύ καλά μεταξύ τους καθώς περνούν παρέα τις νύχτες και τις μέρες της εφηβείας τους. Κατάγονται από διάφορα χωριά της ευρύτερης περιοχής της Μαγνησίας και ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Αυτή λοιπόν είναι η μαθητική, αυτή και η ιδιωτική ζωή τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2011, οι δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές του επεισοδίου θα συναντηθούν εντελώς τυχαία στην Αθήνα. Πρόκειται για μια συνάντηση που πρόκειται να αλλάξει το παρελθόν και το παρόν της ζωής τους, γιατί ο ένας από τους δύο κατηγορεί τον άλλον ότι εκείνος έφταιξε που πνίγηκε ο συμμαθητής τους, ενώ μέχρι τώρα, όλα αυτά τα χρόνια, εκείνος αλλιώς τα είχε στο μυαλό του…

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το