Θ Plus

O Έβρος απέναντι – Μια αλλιώτικη διαδρομή

του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Πολλά γίνονται και περισσότερα γράφονται τις τελευταίες μέρες γύρω από το διεθνοποιημένο θέμα Ασιατών και Αφρικανών μεταναστών που μέσω της Τουρκίας πασχίζουν να περάσουν στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Όλα όσα γράφονται κι ακούγονται έχουν επίκεντρο τις δυο όχθες του Έβρου και φυσικά την πιο ευαίσθητη πλευρά του τη δυτική, που ανήκει στην Ελλάδα.
Αλλά ο Έβρος δεν είναι μονάχα ιστορικό, πολιτικό και διεθνές τοπίο με τη στενή του όρου έννοια. Είναι και γεωφυσικό, αποτελεί δηλαδή μια ενότητα πολυσχιδούς φυσικού υδροκρίτη, στα χείλη του οποίου αντιπαρατίθενται οι δυο αντίπαλες κοινότητες της ανατολικής και της δυτικής Θράκης.
Αλλά εδώ, από τη στήλη αυτή, δεν θα μπούμε στα χωρικά ύδατα της διεθνούς (όπως έχει διαμορφωθεί) πολιτικής σκηνής ούτε θα μιλήσουμε για τις ιστορικά και γεωφυσικά διαμορφωμένες συνθήκες κατανομής των παρέβριων περιοχών. Θα μπούμε ασφαλώς στους κήπους, τις πλημμυρίδες και τα παρόχθια ύδατα του ποταμού που άλλοτε τρέχουν σαν καταρράχτες κι άλλοτε πάλι λιμνάζουν και δημιουργούν φαινόμενα πλήμμης.
Ο Έβρος ήταν πάντοτε ένας σημαντικός υδροβιότοπος. Από τη γένεσή του μέχρι τις εκβολές του το ποτάμι αυτό διασχίζει πολλές γήινες ιδιομορφίες, οι οποίες έμελλαν να του καθορίσουν τη ζωή και την «τύχη» του…
*
Το ποτάμι το λέγανε Ρόμβο και το μεταβάπτισαν οι Θράκες σε Έβρο, για να τιμήσουν τον γιο του Κάσσανδρου που προτίμησε να πεθάνει στα νερά του, παρά να ατιμαστεί.
Ο Έβρος, λοιπόν, υπήρξε κυνηγημένος και τυραγνισμένος από την καταδίωξη του πατέρα του, του βασιλιά Κάσσανδρου. Σε αυτόν τον είχε διαβάλει εκείνη η σκρόφα η Δαμασίππη, η μητριά του. Πως της είχε τάχατες ριχτεί, ενώ στην πραγματικότητα εκείνη του την είχε πέσει…
*
Σήμερα θα κάνουμε ένα ιδιότυπο ταξίδι ανηφορίζοντας – τρόπος του λέγειν – από την Αλεξανδρούπολη ώς τα Δίκαια, με πολλές στάσεις και τεντωμένα τα νεύρα εξαιτίας των σκηνοθετημένων επεισοδίων που προέρχονται από την αντίπερα όχθη.
Διασχίζοντας τον Έβρο, μέρες χαλεπές, δεν μπορούμε παρά να ατενίζουμε από τα τζάμια μιας «ταχείας» το παρέβριο τοπίο και τους αναβρασμούς – ποτάμιους και πολιτικοστρατιωτικούς – που παίζονται ερήμην της διεθνούς σκηνής και έξω ασφαλώς από αυτά τα «τζάμια» της γεωστρατηγικής πολιτικής.
Εννιά παρά δέκα το πρωί, είμαι στημένος στο παγκάκι του σταθμού, στην Αλεξανδρούπολη, καρτερώντας το τρένο που θάρθει από τη Διαλογή. Είμαι βυθισμένος σε σκέψεις γύρω από τα γεγονότα που διαδραματίζονται στις όχθες του μεγάλου ποταμού, μα κυρίως είμαι προβληματισμένος με το περίεργο γεωπολιτικό παιχνίδι που παίζει ο Τούρκος αυθέντης. Το σιδηροδρομικό ταξίδι μοιραία υποβιβάζεται και πιάνει δεύτερη θέση στην ταχεία Αλεξανδρουπόλεως – Δικαίων.
Μοιραία λοιπόν μου διαφεύγουν εικόνες κι εντυπώσεις γύρω από τα καθημερινά σουσούμια των ντόπιων.
Φαντάροι πολλοί, ύστερα από άδειες ή «επιταγμένοι» να ξαναγυρίσουν, καθώς τους καλούν τα γεγονότα που τρέχουν, γεμίζουν τα βαγόνια του τρένου. Ο Έβρος ξαναγεμίζει νερό, ζωογόνο νερό και ξαναγίνεται η κοιτίδα, μα και η λεκάνη υποδοχής χιλιάδων ελπίδων, αλλά και ο τάφος χιλιάδων προορισμών και ματαιοτήτων. Ονείρων και ελπίδων για ένα ευρωπαϊκό αύριο…
Αλλά η Ευρώπη μπορεί να αντέξει αυτό το υπερμέγεθες ποσοτικό «αύριο», όπως φουσκώνει παρά φύση τα τελευταία χρόνια;
Εδώ είναι το θέμα, που τινάζει τις διασκέψεις στον αέρα. Θ’ αφήσουν οι Ευρωπαίοι, αυτά τα ανεξέλεγκτα εκατομμύρια των Ασιατών και των Αφρικάνων της υφηλίου να περάσουν τα «σύνορα» της ελπίδας ή θα υψώσουν στον Έβρο φράγματα συρματοπλέγματα και ναρκοθετημένες ζώνες;
Αναλογιζόμουνα, καθώς ανέμενα το τρένο, την περιπέτεια που με περίμενε, αν θα μου ανοίξει το παράθυρο ενός πρωτόφαντου μυστηρίου, και θα μου δώσει την ευκαιρία ν’ ανακαλύψω κόσμους κυνηγημένους, ανέστιους και παρασιτικούς, μακριά από τις στενάχωρες κάμαρες της καθημερινής μας βιοτής.
Η δηζελομηχανή σέρνοντας τρία βαγόνια θάρθει με ένα τέταρτο καθυστέρηση για να φύγει ύστερα από δέκα λεπτά με προορισμό τα Δίκαια των συνόρων.
Πόσο «δίκαια» άραγε θα είναι τα σύνορα αυτά που θα καθορίζουν τις τύχες τόσων χιλιάδων ανθρώπων, ενόσω ο μονάρχης της διπλανής πόρτας αποφάσισε να τους μεταφυτέψει στην Ευρώπη μέσω του Έβρου;
*

Η πλατύτερη κοίτη του Έβρου. Παλιά κυκλοφορούσαν μόνο φλαμίνγκος. Σήμερα

Θα επιβιβαστώ κουβαλώντας μονάχα ένα δισάκι με τη μηχανή, το μπλοκάκι και τα μολύβια μου, καθώς και μια μονογραφία για τη Θράκη που θα με συντροφέψει δυόμιση ώρες στο δρομολόγιο του συνοριακού τόξου. Ενός τόξου που ανοίγει το διάφραγμα του εθνικού ορίζοντα, από τη μεριά του ανατολικού παράθυρου και ατενίζει την εβρίτικη λεκάνη με την υδρογενετική ποικιλία και τα πουλιά, που δεν συναντούν εμπόδια, φράγματα, απειλές, στρατούς και κάννες στραμμένες απάνω τους.
Δίπλα μου θα παρακαθίσουν στο «δείπνο του ταξιδιού» στρατιώτες, αξιωματικοί, δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ, οπερατέρ, μια γκάμα ανθρώπων που δεν έχω συγκατοικήσει ούτε συνταξιδέψει άλλη φορά με οποιοδήποτε μέσο μαζικής κυκλοφορίας και αποστολής.
Η «αποστολή» μου μοιάζει τόσο διαφορετική από των αλλωνών. Οι άλλοι τρέχουν είτε για να εμπλουτίσουν τα γεγονότα με αυτοψίες είτε να καταγράψουν εικόνες φρίκης, απειλών, πιέσεων, αλλά και σποραδικών πυροβολισμών.
Δεν τρέχουν να καταγράψουν εικόνες του μυθικού ποταμού ούτε πλημμύρες και παραστρατίσματα της ροϊκής του δίνης…
Τρέχουν για το Σουφλί (και όχι για τη Δαδιά), για το Διδυμότειχο (και όχι για τα τζαμιά του), τρέχουν για την Ορεστιάδα (και όχι για το παζάρι της), τρέχουν για τις Καστανιές και το σημείο τομής του Έβρου με τον Άρδα (και όχι για το river party)…
Τρέχουν… Κι εγώ μαζί τους τρέχω δίχως αποστολή, δίχως προορισμό και δίχως σκοπό, να γεμίσω το μπλοκάκι μου με δηλώσεις πολιτικών και στρατιωτικών κύκλων, έγκυρων τοποτηρητών και παρατηρητών που καταφτάνουν για να φωτίσουν με το κύρος και την επιστημοσύνη τους τη «διαφορά» που έχει «αιφνίδια» προκύψει…
Από την Αλεξανδρούπολη θα περάσουμε ένα ανοιχτό πεδίο παλιών κι εγκαταλειμμένων κτιρίων και σκόρπιου σιδηροδρομικού υλικού σε μια τεράστια πεδινή αλάνα.
Ατενίζοντας την αχανή πλατφόρμα του Έβρου σκύβω ν’ απομονώσω τα χαρίσματα του εθνικού δρυμού που σήμερα – πρώτη μου φορά – τα αφήνω στην άκρη. Μπορεί να περιμένει η Δράνα, το Λακί, τα Παλούκια, η λίμνη των Νυμφών και της Σκέπης, το Λημνιό και το Τοπσί. Μπορούν να περιμένουν….
Μπορούν να περιμένουν οι υγρότοποι, οι λιμνοθάλασσες, τα αλόφυτα, οι καλαμιώνες και τα παραποτάμια δάση του Έβρου. Η ήρεμη φύση και οι λεπτές αποχρώσεις της γαλήνιας ζωής του τόπου, της πλουτοφόρας αυτής ζώνης κι αυτή μπορεί να περιμένει…
Πρέπει πρώτα να διευθετηθεί το μέγα θέμα που έχει προκύψει με το ποτάμι, τα σύνορα, τις ελπίδες των θυματοποιημένων και τις παγίδες που στήνει ο απέναντι Ρεΐζ-Εφέντης.
Θ’ αποχαιρετήσουμε τον περιαστικό θύλακα της πόλης και σιγά σιγά πλησιάζοντας το ποτάμι και τη συνοριακή γραμμή θα πάρουμε βορεινή κατεύθυνση φτάνοντας στον πρώτο σταθμό της πορείας μας, τις Φέρες.
Εκεί το τρένο θ’ αποβιβάσει πλήθος φαντάρους και ύστερα από λιγόλεπτη αναμονή θα συνεχίσει το δρομολόγιό του με βορεινή πλέον πορεία ακολουθώντας τη συνοριακή γραμμή και τα σκέρτσα του ποταμού.
Σε κάθε σταθμό ο συρμός θα ενδίδει σε ένα βιαστικό πέρασμα, στο οποίο θ’ αντιστοιχεί κι από ένας ευλογημένος θύλακας καλλιεργημένης γης, με τις μικρές πολιτείες ή τα χωριουδάκια, από δω κι από κει των συνόρων.
*
Κοιτάζοντας όλους τους ελληνικούς και τούρκικους οικισμούς που αναπτύσσονται στις λάκες και τα υψώματα πέριξ του Έβρου, στις παρυφές των δυο χωρών αναλογίζομαι την τελευταία περιήγηση που είχα κάνει πριν μερικά χρόνια, για λογαριασμό του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΟΡΑΜΑΤΟΣ.
Ήταν ένα οδοιπορικό στη Θράκη, μια περιοχή της Βαλκανικής που η έντονη γεωπολιτική διπλωματία τη χώρισε σε ανατολική και δυτική.
Ρίχνω φευγαλέες ματιές στις δυο όχθες του Έβρου, όπου κρύβονται τα μυστικά ενός καινούργιου «βάλτου»:
Βλέπω τις Φέρες, πρώτο σταθμό του ελληνικού δρομολογίου κι απέναντι βλέπω το Γενικαρπουζλού (Yenikarpouzlu). Βλέπω τους Κήπους και τον Πέπλο κι απέναντι τα Ύψαλα (Ιpsala), τη Θυμαριά κι απέναντι το Σαρή Κααλί (Sarikaali), το Τυχερό κι απέναντι το Μπαλαμπαντσίκ (Balabangik), τα Λαγυνά κι απέναντι το Αντασαρχανλί (Adasarhanli), τη Λυκόφη και τη Δαδιά κι απέναντι το Κουπλού (Κuplu), το Σουφλί κι απέναντι το Καντιντοντουρμά (Kadidonturma), τη Μάνδρα και τα Λάβαρα κι απέναντι το Αλίμπεη (Alibey), το Αμόριο κι απέναντι τη Ραχμάνκα (Rahmanca), το Διδυμότειχο κι απέναντι το Σερέμ και το Ακσαντάν (Serem και Akcadam).
Καθώς το βλέμμα μου μπερδεύεται σε όμορα έθνη και συνεχίζει την εποπτεία του ανηφορίζω ώς το Θούριο απέναντι από το οποίο βρίσκεται το Σακιμονσελίμ (Sacimonselim). Φτάνω στο Νέο Χειμώνιο απέναντι απ’ το οποίο βρίσκεται το Ελσιτί (Elciti) κι απέναντι από την Ορεστειάδα το Ντοϋράν (Doyran) και το Καρακασίμ (Karakasim). Περνάω από την Καβύλη κι απέναντι έχω το Ουγιουκλουτατάρ (Uyuklutatar), και φτάνω στις Καστανιές, όπου και το τελωνείο Ελλάδας – Τουρκίας. Απέναντί μου η Αδριανούπολη (Edirne). Τελειώνοντας τις απέναντι όχθες του Έβρου, που είναι γεμάτες μετανάστες ξεχωρίζω κάποιον Σελήμ να παζαρεύει τον διάπλου του ποταμού με πολλά πολλά γρόσια στο Γενικαντίμ (Yenikadin) που είναι απέναντι από τα Μαράσια και λίγο πριν φτάσω στο Δίλοφο και η γραμμή στα απώτατα βορειοανατολικά όρια του ελληνοτουρκικού κράτους, απέναντι βρίσκεται το Κεμάλ (Κemal), σημαδιακό όνομα του τελευταίου χωριού της τουρκικής μεθορίου, πάνω στο λεγόμενο Τριεθνές.
Έχοντας το όνομα αυτό στη μικροθήκη του μυαλού του ο δερβέναγας της απέναντι Πύλης, στέλνει νταϊφάδες να καθαρίσουν το «τοπίο» και προετοιμάζει για τον εαυτό του τον θρόνο που άφησε ο άλλος Κεμάλ που έμεινε στην ιστορία, τουλάχιστον για τους Τούρκους ως ο αναμορφωτής του Οθωμανικού κράτους, ο ήρωας, ο απελευθερωτής, τόσων και τόσων εδαφών της δυτικής Ασίας.
Αυτές είναι κατά βάση οι πολιτείες και τα χωριά τόσο της ελληνικής παρέβριας επικράτειας, όσο και των τουρκικών περιοχών που ακραγγίζουν τις παρυφές του Έβρου.
*
Το «ταξίδι» όμως αυτό αποκαλύπτει πέρα από όλα τα άλλα και μια απόκρυφη πτυχή και άλλο τόσο δραματική όσο και δυσάρεστη εκδοχή. Τα παιγνίδια που παίζονται εκατέρωθεν, τις μυστικές διαβουλεύσεις, τα παζάρια του απέναντι δοβλετίου, τα κρυφά περάσματα, τα στενώματα του ποταμού (αλλού εκατό κι αλλού μονάχα ογδόντα μέτρα), τους πνιγμούς, τα ακάρινα τσόφλια των διεκπεραιωτών, τις συλλήψεις, τις προσαγωγές, τις εναγώνιες και ταλαιπωρημένες φάτσες χιλιάδων παιδιών, τις σποραδικές τουφεκιές που οργανώνουν απειλώντας τη ζωή του ποταμού για χάρη μιας ανυπέρβλητης δοκιμασίας της ανθρώπινης περιπέτειας…
Ο Έβρος δεν είναι μακριά…

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το