Άρθρα

Μνήμες που πληγώνουν: Η διαχείριση της αποικιοκρατικής ιστορίας

Του Παναγιώτη Σωτηρόπουλου 
(Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελλών ΙΙΙ)

Με τον θάνατο του George Floyd στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εναντίωση στην πολιτική των διακρίσεων, ως απότοκο της αποικιοκρατικής πολιτικής που ταλάνισε για αιώνες την ανθρωπότητα, απέκτησε νέα δυναμική. Οι κινητοποιήσεις που έγιναν σε όλη την υφήλιο επανάφεραν το πρόβλημα της ιστορικής αναθεώρησης περιόδων που στιγματίστηκαν από φρικτά εγκλήματα και εμπέδωσαν νοοτροπίες και αντιλήψεις που δύσκολα αλλάζουν. Στο Βέλγιο, πραγματοποιήθηκαν διάφορες αντιρατσιστικές διαδηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων των Βρυξελλών που συγκέντρωσαν 10.000 άτομα. Τα αγάλματα του Λεόπολντ ΙΙ λεηλατήθηκαν από τους διαδηλωτές, και η έρευνα απέδειξε μεταξύ των αστυνομικών ότι ο ρατσισμός παραμένει ισχυρός ως νοοτροπία και ως συμπεριφορά σε ορισμένα αστυνομικά τμήματα. Από πολλές πλευρές μπήκε στη συζήτηση το ζήτημα της αναθεώρησης των ιστορικών γεγονότων όπως διδάσκονται οι νεότερες γενιές στα σχολεία και ανάληψη πρωτοβουλιών και δράσεων που θα επιχειρήσουν βαθμιαία να μετασχηματίσουν παγιωμένες αντιλήψεις.

Η υπουργός Παιδείας Caroline Désir (PS) δήλωσε πως προτίθεται να οργανώσει υποχρεωτικά μαθήματα για την ιστορία του Κονγκό και τον αποικισμό σε όλα τα δίκτυα και σε όλους τους τομείς της Ομοσπονδίας Βαλλονίας-Βρυξελλών. Η ιστορία του αποικισμού του Κονγκό από το Βέλγιο παραμένει άγνωστη στους πολίτες της χώρας. Αναγνώρισε επίσης ότι η περίοδος αυτή της ιστορίας του Βελγίου έχει διαμορφώσει τις νοοτροπίες των πολιτών, προκαλώντας κάποιες φορές ασυνείδητο ρατσισμό. Η εκπαίδευση,το σχολείο στην περίπτωση αυτή,μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή.

Εκπαιδευτικά προγράμματα όπως αυτό που οργάνωσε το Μουσείο για τη Βελγική ιστορία BElvue σκοπεύουν να ανταποκριθούν στην ανάγκη να δοθεί μια πιο διαφανής θέση της ιστορίας του αποικισμού του Βελγίου στην εκπαίδευση με την έκδοση εκπαιδευτικού υλικού και την υλοποίηση του παιδαγωγικού εργαστηρίου «Ματιές στο αποικιακό παρελθόν» (Regards sur le passé colonial).

Ο Βελγικός αποικισμός στην Κεντρική Αφρική δεν έπαψε ποτέ να είναι παρών, είτε στην επιστημονική έρευνα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε στη δημόσια συζήτηση, μέσα από τα ερωτήματα που θέτει και από τις απόψεις που διατυπώνονται στις ειδήσεις. Ωστόσο, οι έρευνες των εκπαιδευτικών σε όλη τη χώρα δείχνουν την έλλειψη γνώσεων και τη δυσκολία αντιμετώπισης αυτού του περίπλοκου θέματος στην τάξη. Το 2017, το Ίδρυμα «Βασιλιάς Baudouin» (Fondation Roi Baudouin) πραγματοποίησε μια μεγάλη έρευνα μεταξύ των Βέλγων απογόνων των πληθυσμών από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το Μπουρούντι και τη Ρουάντα, τρεις χώρες που προηγουμένως αποικίστηκαν από το Βέλγιο. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύουν τα συναισθήματα σχετικά με τη θέση της αποικιακής ιστορίας στην εκπαίδευση στο Βέλγιο, που θεωρείται σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκής.

Η διαχείριση του ιστορικού παρελθόντος, φορτισμένου με πράξεις που συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, είναι μια ανοιχτή πληγή που χαίνει ακόμη. Παρόλα αυτά η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα έχει αποχρώσεις που δείχνουν πως χρειάζεται συστηματική παρέμβαση για να αποδώσει μια πολιτική αναγνώρισης των εγκλημάτων και συμφιλίωσης. Ενώ το αποικιακό ζήτημα είναι καυτό θέμα των ειδήσεων, το ίδια τα επιχειρήματα και οι αντιπαραθέσεις φαίνεται να επανέρχονται ξανά και ξανά στις δημόσιες συζητήσεις.

Η καταπιεσμένη για χρόνια αποικιακή μνήμη επιχειρεί μια ηχηρή επιστροφή στη δημόσια συζήτηση. Οι αναστολές, οι δικαιολογίες, η τύχη που πρέπει να επιφυλάσσεται για τα αποικιακά μνημεία είναι ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν. Ακτιβιστές της αποικιακής πολιτικής και νοσταλγοί του «προστάτη πατέρα», κατά κανόνα ακροδεξιοί, προβάλλονται στα μέσα ενημέρωσης, όπου τα αντίθετα οράματά τους για το παρελθόν τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τη σημερινή πραγματικότητα. Σε άλλες περιοχές οι εντάσεις δεν διαφέρουν, όπως το ανοιχτό ζήτημα της πολιτικής των διακρίσεων στους Αφροαμερικανούς και Λατίνοαμερικανούς στις ΗΠΑ, των εθνοτικών ομάδων (Κούρδων, Αρμενίων) στην Τουρκία για να αναφέρουμε μερικές μόνο από τις περιπτώσεις.

Είναι σημαντικό πως μέσα από τη δημόσια συζήτηση αναδεικνύεται μια οπτική της παγκόσμιας ιστορίας που φωτίζει τις ομόλογες επιδιώξεις της αποικιοκρατικής πολιτικής. Το καθεστώς στυγνής εκμετάλλευσης που θέσπισε ο Leopold II στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ιδιαίτερα βίαιο ως χαρακτηριστικό του καθεστώτος. Ο Leopold, ωστόσο, ήταν μόνο ένας δράστης σε μια παγκόσμια διεργασία, αυτή της επέκτασης των ευρωπαϊκών εθνών σε άλλες ηπείρους. Μια επέκταση που δικαιολογείται από την αλαζονική βεβαιότητα στην ανωτερότητα των «Λευκών», που ασκείται με βία και υποστηρίζεται από την ασύδοτη εκμετάλλευση των τοπικών πόρων. Γιατί ακόμη και μετά την κατάκτηση της ανεξαρτησίας από τις πρώην αποικίες το νέο νομικό πλαίσιο που αναδείχθηκε, δεν μετέβαλλε ριζικά την άσκηση εξουσίας. Όσο κι αν καταργήθηκε επίσημα η καταναγκαστική εργασία στις πρώην αποικίες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά εξακολουθούν να προσλαμβάνονται βίαια για να εξυπηρετήσουν επιχειρήσεις στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα οικονομίας. Παρόλα αυτά οι νέες μορφές εκμετάλλευσης δεν αναιρούν τα εγκλήματα του παρελθόντος. Η καταναγκαστική εργασία, η εξαναγκαστική εξόρυξη πόρων, η βία όλων των ειδών, ο βιασμός αλλά και οι σφαγές και η στρατιωτική καταστολή επιβλήθηκαν σε ένα πλαίσιο θεσμοθετημένου ρατσισμού και ατιμωρησίας. Η συζήτηση όμως στη διαλεκτική της αντιπαραβολής ιστορικών καταστάσεων προβάλλει ενδιαφέρουσες πτυχές που συχνά αγνοούνται από τη δημόσια συζήτηση όχι όμως από την ιστορική έρευνα. Τον 19ο αιώνα, η βελγική δημοκρατία είναι εξίσου ασυνεπής παντού. Στο ευρωπαϊκό έδαφος, η εργατική τάξη παρέμεινε στην πλειοψηφία της στερημένη από το δικαίωμα ψήφου και οι συνθήκες εργασίας του εργατικού πληθυσμού παρέμειναν τρομακτικές (14 ώρες, παιδική εργασία, πενιχροί μισθοί κ.λπ.). Το ζήτημα της συνέχειας ανάμεσα στον πατερναλισμό της αστικής τάξης στη μητρόπολη και αυτό (της «φυλής») στην αποικία είναι ένα θέμα που έχει μελετηθεί πολύ από τους ιστορικούς.

Η μελέτη στο συγκεκριμένο ιστορικό περικείμενο καθιστά πιο ευκρινή την προσέγγιση του παρελθόντος. Ο αποικισμός εμφανίζεται σε ένα ιστορικό πλαίσιο παγκόσμιας κυριαρχίας από την Ευρώπη, και άλλες δυτικές δυνάμεις που χρησιμοποιούν τη βία ως μέσο αυτής της κυριαρχίας που δικαιολογείται από φυλετικά επιχειρήματα. Ταιριάζει επίσης σε ένα πλαίσιο κοινωνικών ανισοτήτων που υπάρχουν στην Ευρώπη, σε ένα πλαίσιο ανάπτυξης και διάδοσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.

Μια προσέγγιση όμως που σχετικοποιεί τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα ενέχει τον κίνδυνο αναγνώρισης υπεριστορικού άλλοθι που αναγνωρίζει ελαφρυντικά ειδικών καταστάσεων στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν. Ίσως γι’ αυτό η λεπτή διάκριση είναι αναγκαία όπως την επεσήμανε ένας επιφανής Γάλλος ιστορικός της αποικιοκρατίας ο Claude Liauzu σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στις 8 Μαΐου 2005. «Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος απόκρυψης των εγκλημάτων και του ρατσισμού που ενυπάρχουν στο αποικιακό γεγονός. Αυτές οι αρνήσεις της ιστορίας ενθαρρύνουν εκείνους που επανενεργοποιούν τα εθνικιστικά αντανακλαστικά σήμερα και παρηγορούν, με τη σειρά τους, εκείνους που υποστηρίζουν τον κοινοτικό περιορισμό των αποκλεισμένων ομάδων, απαγορευμένων από το παρελθόν. Από τη μία πλευρά, έχουμε μια λανθασμένη ιστορία, αυτή του θετικού αποικισμού και, από την άλλη, μια παραμορφωμένη ιστορία, που βασίζεται στη δυσαρέσκεια: είναι εξαιρετικά επικίνδυνες και από τις δύο πλευρές».

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το