Τοπικά

«Μικρός θησαυρός» παλαιών αντικειμένων στην Ερμού – Ο Ν. Θεοδώρου διατηρεί το παλαιοπωλείο πάνω από 50 χρόνια

Πίσω από τα παλιά αντικείμενα κρύβονται και κάποιες ιστορίες. Αντικείμενα που κάποτε ήταν στη μόδα και πέρασε η «μπογιά» τους, αλλά πάντα θα υπάρχουν οι «εραστές» και λάτρεις των παλιών αντικειμένων που κρύβονται σε ένα παλαιοπωλείο. Βέβαια οι εποχές που τα παλαιοπωλεία ανθούσαν έχουν περάσει ανεπιστρεπτί λόγω της οικονομικής κρίσης. Εδώ ακόμα και συλλέκτες αναγκάζονται να πωλήσουν ό,τι με κόπο και χρήμα μάζεψαν για μια ζωή.


Πίσω από τα δεκάδες αντικείμενα που ανασύρουν την ποιότητα και την καλαισθησία άλλων εποχών, κρύβονται ολόκληρα καλλιτεχνικά κινήματα όπως εξπρεσιονισμός, ποπ αρτ κ.ά.
Σε κάθε παλαιοπωλείο μπορεί να κρύβεται ένας μικρός θησαυρός. Για κάποιους μπορεί αυτός να είναι μεγάλος, για άλλους πάλι μπορεί να πρόκειται για μία παλιατζούρα. Πίσω όμως από κάθε αντικείμενο προς πώληση κρύβεται μια ιστορία, η οποία μπορεί να μη μαθευτεί ποτέ και να παραμείνει ένα μυστικό για αυτούς που τα είχαν στην κατοχή τους και έφυγαν από τη ζωή.
Τα παλαιοπωλεία σπανίζουν πλέον στις μέρες μας και στον Βόλο έχουν παραμείνει να λειτουργούν ελάχιστα, τα οποία παλεύουν για να κρατηθούν στη «ζωή». Η οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλά αντικείμενα προς πώληση, αλλά πλέον δεν υπάρχει αγοραστικό κοινό. Για αυτό και οι παλαιοπώληδες αγοράζουν λίγα, δεν «στοκάρουν» και κυρίως φθηνά για να μπορέσουν να πουλήσουν γρήγορα, ώστε να βγει το μεροκάματο.

Ένα τέτοιο παλαιοπωλείο λειτουργεί και στον Βόλο, από τα ελάχιστα και μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού.
Ο κ. Νικόλαος Θεοδώρου, εκτιμητής – παλαιοπώλης, τόνισε ότι η επιχείρηση λειτουργεί πάνω από 50 χρόνια, άρχισε τη λειτουργία της από τον πατέρα του, πέρασε στα χέρια του και σήμερα λειτουργεί από τον γιο του, τον Αλέξανδρο.


Ο ίδιος ανέφερε ότι «συνήθως οι πελάτες είναι αυτοί που τηλεφωνούν για να επισκεφτούμε σπίτια, να δούμε από κοντά τα προς πώληση και εκτίμηση αντικείμενα, δίνουμε μια προσφορά, ακολουθεί το απαραίτητο παζάρι και μόλις τα βρούμε με τον πωλητή-πελάτη, εκδίδονται τα απαραίτητα παραστατικά και μεταφέρονται στο κατάστημα του Βόλου ή της Νέας Ιωνίας».
Κάποια από τα αντικείμενα πωλούνται απευθείας από το μαγαζί, ενώ κάποια από διάφορα παζάρια ανά την Ελλάδα.
Όπως ο ίδιος επισήμανε, συνήθως πωλητές είναι παιδιά που έχασαν τους γονείς τους και δεν ξέρουν τι να κάνουν τα αντικείμενα που «κληρονόμησαν».
«Οι εποχές είναι πολύ δύσκολες. Για αυτό αγοράζουμε λίγα πράγματα. Κι αυτό διότι δύσκολα θα πουληθούν, αλλά και το αγοραστικό κοινό έχει μειωθεί λόγω της κρίσης» εξηγεί ο ίδιος για να συμπληρώσει πως «πρέπει να αγοράσουμε πολύ φθηνά, ώστε να πουλήσουμε πολύ φθηνά».
Οι συλλέκτες είναι λίγοι πλέον. «Σπανίζουν κι έχουν εκλείψει, λόγω της οικονομικής κρίσης. Συλλέκτες έχουν απομείνει λίγοι. Αρκετοί από αυτούς έχουν αρχίσει και πουλάνε τις συλλογές τους» τόνισε.

Όσον αφορά στις δύσκολες εποχές ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «παλιότερα αγοράζαμε έναν μπουφέ και λέγαμε ότι βγάλαμε μεροκάματο. Σήμερα αγοράζουμε έναν μπουφέ και λέμε πότε θα τον πουλήσουμε».
«Ο μπουφές τα παλιότερα χρόνια μπορούσε να πουληθεί μέχρι και 300.000 δραχμές. Σήμερα ο αγοραστής ακούει 100 ευρώ και εξαφανίζεται» επισήμανε για να προσθέσει πως οι καλές εποχές του επαγγέλματος έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.


Στο παλαιοπωλείο της Ερμού, μπορεί κάποιος να βρει αντικείμενα 30 και 40 χρόνων. Βιβλία, δίσκοι βυνιλίου, υαλικά, πίνακες, πολύφωτα, νομίσματα, χαρτονομίσματα, διάφορες συλλογές, γραφομηχανές, παλιές παραδοσιακές φορεσιές, μπιμπελό, ρολόγια τοίχου και κουρδιστά, πίπες, γραμμόφωνο, περιοδικά κόμικς, δισκάκια 45 στροφών, ζυγαριά με τάσια, ραδιόφωνα κ.ά.
Οι αντίκες είναι σπάνιες. Ο κόσμος προτιμάει τα vintage, που είναι τα αντικείμενα που χρονολογούνται άνω των 25 ετών. Οι αντίκες είναι τα αντικείμενα άνω των 70 ετών.

Χειρόγραφα εκατομμυρίων δραχμών
Ο κ. Νικόλαος Θεοδώρου θυμήθηκε μια ιστορία πριν 30 χρόνια, που είχε πάει μαζί με άλλα 6 ξαδέρφια του σε ένα αρχοντικό στο Άργος, το οποίο ανήκε σε μια οικογένεια με πολύ μεγάλη ιστορία. Μόλις αντίκρισαν το αρχοντικό, το οποίο είχε 30 κρεβατοκάμαρες, έμειναν έκπληκτοι με αυτά που αντίκρισαν, αν και τα πιο σημαντικά και ακριβά αντικείμενα, όπως πίνακες κ.λπ., δεν υπήρχαν.
«Αγοράσαμε τα έπιπλα γεμίζοντας ένα φορτηγό. Εκείνη την εποχή πρέπει να βγάλαμε από την πώλησή τους από 1,5 εκ. δρχ. περίπου ο κάθε ένας» σημείωσε ο ίδιος.
Το υπόγειο κελάρι ήταν γεμάτο με χειρόγραφες υποθέσεις και αποφάσεις δικαστηρίων της εποχής. «Δεν θεωρήσαμε σημαντικά έγγραφα αυτά που είδαμε, αλλά μετά από καιρό μάθαμε ότι αυτά τα χειρόγραφα πωλούνταν πανάκριβα σε σεναριογράφους» κατέληξε ο ίδιος.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το