Άρθρα

Μια φορά κι έναν καιρό…

του Παντελή Προμπονά

Τούτες τις γραμμές σας τις γράφω από τη Κομοτηνή και τις χρωστάω πολύ καιρό στον εαυτό μου. Επί πρυτανείας Γιάννη Πανούση το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο είχε θέσει υπό την αιγίδα του έναν μουσικό δίσκο τον οποίο ονόμασε «Επί Πτυχίω». Η παραγωγή του έγινε από το Κύτταρο σε επιμέλεια του Κομοτηναίου μουσικοσυνθέτη Θανάση Γκαϊφύλλια. Το δίσκο τον άκουσα σχολώντας από τη δουλειά στη μπουάτ «Διέξοδος» της Χρύσας και του Ρούλη -καλή τους ώρα- και κράτησα στη καρδιά μου το τραγούδι του Θοδωρή Ξυδιά, με τη φωνή της Λίας Τζιαμπάζη «στη Γκιουμουλτζίνα… στην Κομοτηνή».
Οι στίχοι του γίνονται άνετα πεζό: Μια φορά κι έναν καιρό, με το τρένο της γραμμής, ένα κρύο πρωινό, φτάσαμε Κομοτηνή. Και στον πρώτο πανικό, μια μπουγάτσα να σταθείς, κι άμα είσαι τυχερός, κάπου θα βρεις να κοιμηθείς. Μια φορά κι έναν καιρό, στο ΙΚΑ το παλιό, μια φορά κι έναν καιρό είπα «Θεέ μου θα χαθώ»! Μια φορά κι έναν καιρό, στο παλιό Ελιζέ, μια φορά κι έναν καιρό πόθε μου κρυφέ… Μια φορά κι έναν καιρό, από τότε μέχρι εδώ, τι να πρωτοθυμηθώ…; Στη Γκιουμουλτζίνα, στην Κομοτηνή κάθε σχόλη κάθε Κυριακή, κάναμε τη βόλτα στον σταθμό για ουζάκι και γλυκό. Κι ήταν φθινόπωρο συντροφικό, τον Ριζοσπάστη διπλωμένο στο παλτό, την Αυγή που διάβαζα εγώ, ψωμί – παιδεία για έναν κόσμο αληθινό. Στη Νυχτερίδα κόκκινο κρασί, σε ερωτεύτηκα χωρίς φιλί, θυμάμαι πως με ήθελες κι εσύ κι άντε πάλι φτου κι απ’ την αρχή… Κι από τότε μέχρι εδώ, μου σκίζεις τη καρδιά, από τότε μέχρι εδώ συνέχισε, μ’ αρέσει να θυμάμαι, από τότε μέχρι εδώ κάποιοι χάθηκαν κι εγώ, από τότε μέχρι εδώ, αυτούς που φύγαν νοσταλγώ… Μια φορά κι έναν καιρό, από τότε μέχρι εδώ, τι να πρωτοθυμηθώ…;

Μια συζήτηση ενός ζευγαριού, εικάζω φοιτητών που πήγαν να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη στη Κομοτηνή της δεκαετίας του ’80. Μετέωρη η εποχή της αλλαγής και οι τεκτονικές αλλαγές που βίωνε η ελληνική κοινωνία και σίγουρα η ηχώ τους δεν αντηχούσε ακόμη την ευαίσθητη ακριτική πόλη. Στο άκουσμα των αποτελεσμάτων πολλοί την αναζητούσαν στο χάρτη. Μετρούσαν τις πόλεις που θα φωνάξει ο εισπράκτορας του τρένου μέχρι τον προορισμό. Δυο δεκαετίες μετά κι όμως η ηρεμία που υπόσχεται το νοσταλγικό τραγούδι και οι σχέσεις αποτέλεσαν διαχρονικές αλήθειες. Η πόλη άλλαξε, μεγάλωσε, η πλατεία πεζοδρομήθηκε, τα μαγαζιά αλλάξαν όνομα, το Life style εγκαταστάθηκε και το πανεπιστήμιο μεγάλωσε πολύ.
Είμαι (ξανά) εδώ για να συμμετάσχω σε μια διημερίδα του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας. Την όγδοη στη σειρά, ένας θεσμός που δίνει τη δυνατότητα σε φοιτητές όλων των βαθμίδων, προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς, διδακτορικούς να παρουσιάσουν μέρος της δουλειάς τους. Θα σκεφτείτε «τι το ξεχωριστό έχει μια συνηθισμένη ακαδημαϊκή εκδήλωση»; Και δίκιο θα έχετε…
Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας πω μια ιστορία. Θα μπορούσα να σας αφηγηθώ την άσχημη πλευρά της, την κακή εκδοχή ενός πανεπιστημιακού κατεστημένου, τον κακώς νοούμενο κομματισμό, αλλά αυτά έχουν γραφτεί στο παρελθόν. Θα καταγράψω τη φωτεινή πλευρά αυτής της ιστορίας για δύο λόγους: Πρώτον γιατί πιστεύω πως είναι μια ωραία ιστορία που υπερασπίζεται αρχές και αξίες και δεύτερον γιατί το κείμενο αυτό θα δημοσιευθεί στη λήξη της διημερίδας και πιστεύω πως θα χαμογελάσουν οι άνθρωποι εδώ, όσοι τα έζησαν τουλάχιστον…

Σε μια φοιτητική συνέλευση μέσα στη φωτιά του Μάη – Ιούνη 2006 (το διαβόητο κίνημα για τη μη αναθεώρηση του Άρθρου 16) βλέπω στο πάνω διάζωμα του αμφιθεάτρου έναν μουσάτο κύριο, σίγουρα όχι φοιτητή, που παρακολουθεί τη διαδικασία. Στο τέλος με πλησιάζει και μου λέει «εύχομαι μέσα από την καρδιά μου καλή επιτυχία στον αγώνα σας, μόλις κερδίσετε σου θυμίζω ότι Πέμπτες στις 09.00 έχεις μάθημα». Ήταν ένας νεοεκλεγής λέκτορας που δίδασκε στην υποβαθμισμένη -τότε- κατεύθυνση Εθνολογίας των 4-5 φοιτητών.
Λίγο από ντροπή, λίγο από ενδιαφέρον ξεκίνησα να πηγαίνω και γρήγορα συνειδητοποίησα πως είχα πιάσει ένα σωσίβιο που με ανέβασε και πάλι στο καράβι. Αν παλεύαμε για κάτι ήταν για να μην απαξιώνεται το μέσα, αυτό που έπρεπε να γίνεται στα αμφιθέατρα. Αυτός ο άνθρωπος μάς ταξίδεψε είκοσι ώρες μέσα σε ένα πούλμαν για να μας πάει στο πρώτο μας επιστημονικό συνέδριο στη Σλοβενία, διόρθωσε με επιμονή τα κείμενά μας, νοιάστηκε για το μέλλον μας, μας ενέπλεξε σε ακαδημαϊκές συνέργειες, αισθάνθηκε ότι πρέπει να ανταποδίδει μορφωτικά στους φοιτητές του αυτό που πρέπει. Μη γελιέστε, δεν είναι αυτονόητο.
Επιστρέφοντας σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, δεν άλλαξε από έναν άνθρωπο, αλλά ένας υπήρξε η θρυαλλίδα. Στα μάτια μου εικονοποιείται ό,τι αισθάνομαι πως πρέπει να προστατευθεί στο δημόσιο πανεπιστήμιο: Ο αλτρουισμός και η μορφωτική αυτοτέλεια. Επιστρέφουμε κάθε χρόνο, μετριόμαστε και βλέπουμε πού φτάσαμε και βαδίσαμε διαδρομές λίγο πιο αναφορικές από άλλους συναδέλφους. Μια σπονδή στα χρόνια άλλων ερωτημάτων και ανησυχιών. Μεγάλη υπόθεση να υπάρχουν τόποι που μοιραζόμαστε. Και το σπουδαιότερο ξέρετε ποιο είναι, πως όλα αυτά δεν έγιναν μια φορά κι έναν καιρό, αλλά το ανέλπιστα κοντινό μας 2006.

[email protected]

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το