Άρθρα

Μεταρρύθμιση του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος: Μία σύγχρονη εκδοχή του μύθου του Σίσυφου

του Μιχάλη Χλέτσου,
καθηγητή
Πανεπιστημίου Πειραιώς

1. Το σύστημα συνταξιοδότησης ως πυλώνας της κοινωνικής προστασίας
Η ανάγκη εξασφάλισης εισοδήματος για το άτομο σε περιόδους όπου δεν θα μπορούσε να εργαστεί λόγω ηλικίας αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η κοινωνία. Η δημιουργία του κράτους πρόνοιας την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης σηματοδοτούσε την αλλαγή αντίληψης για τον τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών κινδύνων που μέχρι τότε επικρατούσε. Η κοινωνική ευθύνη και ο συλλογικός τρόπος αντιμετώπισης των κοινωνικών κινδύνων μέσω του συστήματος κοινωνικής προστασίας αποτελούν τη βάση της ανάπτυξης του συστήματος συνταξιοδότησης. Ο τρόπος αντιμετώπισης της απώλειας εισοδήματος λόγω του γήρατος υλοποιήθηκε είτε στη βάση της κοινωνικής ασφάλισης είτε στη βάση του συστήματος κοινωνικής βοήθειας ή πρόνοιας. Στην πρώτη περίπτωση το άτομο ασφαλίζεται για τον κοινωνικό κίνδυνο του γήρατος, καταβάλλει σε τακτά χρονιά διαστήματα ασφαλιστικές εισφορές και όταν δεν μπορεί πλέον να εργαστεί το σύστημα ασφάλισης αρχίζει και του καταβάλει τη σύνταξη που του αναλογεί. Στη δεύτερη περίπτωση, του συστήματος κοινωνικής βοήθειας, το άτομο που φτάνει σε ηλικία που δεν μπορεί να εργαστεί δικαιούται να λάβει σύνταξη στη βάση του δικαιώματος που έχει ως πολίτης της χώρας ανεξαρτήτως της συμμετοχής του στα φορολογικά βάρη. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης χρηματοδοτείται κυρίως στη βάση των ασφαλιστικών εισφορών, ενώ το σύστημα της κοινωνικής βοήθειας στη βάση της φορολογίας εισοδήματος. Το ύψος της σύνταξης, η οποία χορηγείται από ασφαλιστικό φορέα, εξαρτάται από τη διάρκεια ασφάλισης, το ύψος των καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών και το ύψος ενός μέσου μισθού που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της σύνταξης. Αντιθέτως το ύψος της σύνταξης που χορηγείται στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής βοήθειας είναι σταθερό προς όλους ανεξαρτήτως εισοδήματος και με μόνο κριτήριο ένα ελάχιστο συγκεκριμένο όριο ηλικίας για να αρχίσει η χορήγηση της σύνταξης. Σήμερα στις περισσότερες χώρες εφαρμόζεται ένα μεικτό σύστημα, όπου ένα μέρος της σύνταξης είναι ίδιο προς όλους και το υπόλοιπο μέρος της σύνταξης εξαρτάται από τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των δύο συστημάτων είναι: α) υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, στο βαθμό που οι σημερινοί ασφαλισμένοι ή φορολογούμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων και β) υπάρχει αναδιανομή εισοδήματος από αυτούς που εργάζονται προς αυτούς που δεν εργάζονται. Αυτά τα χαρακτηριστικά προσδιορίζουν και την ίδια τη φύση, αλλά και τα όρια του συστήματος συνταξιοδότησης. Η ευημερία των συνταξιούχων και η οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος εξαρτώνται από τους ασφαλισμένους και γενικά τους φορολογούμενους εργαζόμενους.

Διάγραμμα 1: Δαπάνες για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ

2. Το σύστημα συνταξιοδότησης και οι επιπτώσεις του στην ανάπτυξη και στην ευημερία της κοινωνίας
Η γήρανση του πληθυσμού έχει ως συνέπεια να αυξάνονται οι δαπάνες για συντάξεις στο βαθμό που τα άτομα ζουν περισσότερα χρόνια. Ταυτόχρονα ο αριθμός των εργαζομένων και των ασφαλισμένων είναι μειωμένος σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι και οι δαπάνες για συντάξεις αυξάνονται, λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, και λιγότεροι ασφαλισμένοι – φορολογούμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν περισσότερες δαπάνες για συντάξεις.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι δαπάνες για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερες απ’ ότι ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ. Το 2004 το ποσοστό των δαπανών για συντάξεις στο ΑΕΠ στην Ελλάδα γίνεται μεγαλύτερο από το αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το 2016 η Ελλάδα δαπανά το 25,7% του ΑΕΠ για συντάξεις. Έκτοτε το ποσοστό των συντάξεων στο ΑΕΠ μειώνεται.
Από το ανωτέρω διάγραμμα προκύπτει ότι ο δείκτης εξάρτησης, δηλαδή ο πληθυσμός των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προς τον πληθυσμό ηλικίας 20 – 64 ετών, αυξάνεται περισσότερο στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το 2025 αναμένεται η αύξηση των τιμών του δείκτη στην Ελλάδα να είναι πιο έντονη σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ. Το 2025 το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω προς το σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 20 – 64 ετών είναι 39,2%, ενώ το 2050 αναμένεται να είναι 73,4% και το 2075 αναμένεται να είναι 75,2%.
Είναι σαφές ότι ολοένα και λιγότεροι ασφαλισμένοι ή εργαζόμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν ολοένα και περισσότερους συνταξιούχους. Ως εκ τούτου απαιτείται αύξηση της χρηματοδότησης, μέσω ασφαλιστικών εισφορών και φόρων, για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να χρηματοδοτηθούν οι συνταξιοδοτικές δαπάνες. Η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και των φόρων επηρεάζει αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση, αλλά και την ευημερία των νεότερων. Μέσα από αυτό το πρίσμα για να διατηρηθεί η ευημερία των γηραιότερων θα πρέπει να μειώνεται η ευημερία των νεότερων επηρεάζοντας αρνητικά το αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών.

Διάγραμμα 2: Δείκτης εξάρτησης

3. Η ένταξη της Ελλάδας στα μνημόνια και οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις
Η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να μπορέσει να εξυπηρετήσει τα ελλείμματα και το χρέος της την οδήγησαν εκτός αγορών και στην ένταξης στα μνημόνια. Το ύψος των δαπανών για συντάξεις στο ΑΕΠ αποτελούσε για τους δανειστές της ελληνικής οικονομίας το σημαντικότερο πρόβλημα στη διόγκωση του ελληνικού χρέους. Το σύστημα συνταξιοδότησης στην Ελλάδα παρουσίαζε πρόβλημα βιωσιμότητας, το οποίο ετίθεντο πολύ πιο έντονα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο απ’ ότι από την Ε.Ε. και την ΕΚΤ. Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από μεγάλο αριθμό παθογενειών, όπως κατακερματισμός σε πολλά ασφαλιστικά Ταμεία, ανισότητες ως προς τις παροχές που προσέφεραν στους δικαιούχους τα διαφορετικά ασφαλιστικά Ταμεία, άσκηση κοινωνικής πολιτικής σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων και αδυναμία ουσιαστικής στήριξης των φτωχών ηλικιωμένων. Ήδη από τη δεκαετία του ’90 διαπιστώθηκε η ανάγκη για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων λαμβάνονται μέτρα περικοπής των συντάξεων, αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών και αλλαγής της δομής του συνταξιοδοτικού συστήματος. Η σύνταξη θα αποτελείται από δύο συνιστώσες. Η πρώτη είναι η εθνική σύνταξη, η οποία είναι ένα σταθερό ποσό ίδιο για όλους και η οποία θα χρηματοδοτείται μέσω της φορολογίας. Το δεύτερο μέρος της σύνταξης θα είναι ανταποδοτική και θα συνδέει το ύψος της, τόσο με τις ασφαλιστικές εισφορές, όσο και με το ύψος του μέσου μισθού και των δημογραφικών μεταβολών. Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ μέσω της υπερβολικής αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες, για τους οιονεί μισθωτούς που αμείβονταν με μπλοκάκι επηρέαζε αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα, ωθούσε τα άτομα να εισφοροδιαφεύγουν και «έστρεφε» ακόμη περισσότερο τους εργαζόμενους εναντίον των συνταξιούχων και του δημόσιου συστήματος συνταξιοδότησης. Οι προθέσεις του νέου υπουργού Εργασίας, όπως αυτές έχουν μέχρι στιγμής διατυπωθεί, δείχνουν την πρόθεση της κυβέρνησης να διορθώσει αρκετές από τις αδικίες που προκλήθηκαν από τον νόμο Κατρούγκαλου. Μένει να διαπιστωθεί αν οι εν λόγω παρεμβάσεις συμβάλλουν ή όχι στην επίτευξη της βιωσιμότητας του συστήματος και στην ενίσχυση της αλληλεγγύης των γενεών ή δημιουργούν τις συνθήκες για τη σταδιακή υποκατάσταση του δημόσιου συστήματος συνταξιοδότησης από ιδιωτικά σχήματα.

Βιογραφικό σημείωμα του Μιχάλη Χλέτσου

Ο Μιχάλης Χλέτσος έχει διδακτορικό στην οικονομική επιστήμη από το Πανεπιστήμιο Picardie – Amiens της Γαλλίας. Είναι καθηγητής πρώτης βαθμίδας στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς στο γνωστικό αντικείμενο «Οικονομική Ανάλυση». Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στο οποίο υπηρέτησε επί σειρά ετών στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή και στη βαθμίδα του καθηγητή. Διδάσκει περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Διοίκηση Μονάδων Υγείας και τα τελευταία χρόνια και στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Διαχείριση της Γήρανσης και Χρόνιων Νοσημάτων. Είναι συντονιστής των θεματικών ενοτήτων Οικονομικά της Υγείας, Ασφαλιστικοί Φορείς και Ιδρύματα Αποκατάστασης, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Σύλλογοι Ασθενών. Αποτελεί μέλος της Ειδικής Διιδρυματικής Επιτροπής (ΕΔΕ) του αν λόγω προγράμματος. Υπήρξε πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών την περίοδο 2004 – 2008 και αντιπρόεδρος του εν λόγω Τμήματος την περίοδο 2008 – 2017. Υπήρξε μέλος της κοσμητείας της Σχολής Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος Οικονομική Ανάλυση και Πολιτική του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών την περίοδο 2003 – 2009 και 2011 – 2019. Υπήρξε διευθυντής του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από το 2008 έως και το 2019. Έχει διατελέσει Διευθυντής της Διεύθυνσης Ερευνών του Παρατηρητηρίου Απασχόλησης Ερευνητική Πληροφορική (ΠΑΕΠ ΑΕ), ανώτερος ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και ερευνητής στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών. Σήμερα είναι διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος «Οικονομικά της Εκπαίδευσης» του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι στον χώρο της κοινωνικής προστασίας, της κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας, στις οικονομικές ανισότητες και στη φτώχεια, στα οικονομικά της Εργασίας και στα οικονομικά της Υγείας. Αυτή τη στιγμή εργάζεται ερευνητικά σε θέματα που αφορούν στο κόστος της αναπηρίας, στην ένταξη των ευπαθών ομάδων στην αγορά εργασίας και στις ανισότητες στην υγεία. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή και εθνικά ερευνητικά προγράμματα, έχει συνεργαστεί με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας σε μελέτες που αφορούσαν την ελληνική περίπτωση και λειτουργεί ως «εθνικός εκπρόσωπος» (national expert) στο Cedefop στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Skills forecasting». Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα διεθνών συνεδρίων και έχει δημοσιεύσει πληθώρα άρθρων σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, καθώς και βιβλία τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό σε θέματα σχετικά με τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το