Πολιτισμός

Μελέτη και έρευνα στα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

της Σοφίας Κανταράκη

«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν την οποίαν ανέπτυσσε μεν εν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχη μπελά από το πρωί ώς το βράδυ;».

Η παρούσα μελέτη με τίτλο «Λησμονημένες πτυχές της εκπαίδευσης στα διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη» (Εκδόσεις 24Γράμματα, Αθήνα) δεν αποσκοπεί σε μια εξονυχιστική, αλλά μάλλον δειγματοληπτική και μεθοδολογικής υφής ενασχόληση με το θέμα της σχολικής πραγματικότητας σε αρκετά διηγήματα του πεζογράφου. Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται περισσότερο στο εκπαιδευτικό κομμάτι και στην επικρατούσα κατάσταση στα σχολεία της επαρχίας, ειδικότερα της Σκιάθου, την πηγή έμπνευσης των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη.
Η μελέτη πάνω στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη παραμένει ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να πλαισιώσουν, αλλά και να διανθίσουν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Το έργο του μάς διοχετεύει ως ποιοτική δεξαμενή θέματα που αφορούν όλες τις πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης, αναδεικνύοντας το μεγαλείο της και παράλληλα τη μικρότητά της. Η συγκεκριμένη έρευνα στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη επικεντρώθηκε σε θέματα εκπαίδευσης και σχολικής ζωής μέσα σε ένα πλαίσιο λογοτεχνικό, ως μια μικρο-ιστορία της εκπαιδευτικής πορείας των θεσμών, των αντιλήψεων με αυτοβιογραφικό υπόβαθρο. Κατανοώντας την περίοδο αυτή, κατανοεί κάποιος τη μεταγενέστερη πορεία των εκπαιδευτικών πραγμάτων.

Η λογοτεχνία για άλλη μια φορά φαίνεται να αντλεί το ιδεολογικό της οπλοστάσιο από την ιστορία, και πιο συγκεκριμένα από την ιστορία της εκπαίδευσης. Η σχέση ανάμεσά τους, μια σχέση που πάει πολύ πιο πέρα από αυτή που μπορεί να φανταστεί ακόμη και ο καλλιεργημένος αναγνώστης, έχει προκαλέσει κατά καιρούς ποικίλες συζητήσεις για το πόσο εφικτό, άραγε, είναι να μοιράζονται το ίδιο γλωσσικό πρωτόκολλο . Η συνεξέταση λογοτεχνίας και ιστορίας θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμη τόσο για τη λογοτεχνική, όσο και για την ιστορική εκπαίδευση. Ειδικότερα, η παράθεση και η αναπαράσταση εκπαιδευτικών ή κοινωνικών-πολιτικών γεγονότων στη λογοτεχνία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο λογοτέχνης εν γνώσει του υποτάσσεται στις απαιτήσεις ιστορικής έρευνας, θα μπορούσε να συνεισφέρει στη μελέτη του ιστορικού συγκείμενου και των χαρακτηριστικών μιας εποχής στην οποία αυτός έδρασε.

Εν κατακλείδι διαπιστώθηκε, και από την ενδελεχή μελέτη πρωτογενούς υλικού και του θεσμικού πλαισίου, η ταύτιση, η συμπόρευση και η συμβατότητα των αφηγήσεων του πεζογράφου με την εκπαιδευτική πραγματικότητα της εποχής. Η γενική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα (1850-1910) στερείτο βασικών θεσμικών δομών αναζητώντας εναγωνίως τον δρόμο της. Πολλά εκ των αναφερομένων στα διηγήματα, αν και ανήκουν στον λογοτεχνικό χώρο, συνεχίζουν να αποτελούν ζητούμενα στην εκπαίδευση ακόμη και σήμερα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Όλα μοιάζουν οικεία και διαχρονικά: Ελλείμματα στην παιδεία, συνεχή νομοσχέδια, ανελλιπείς κτηριακές υποδομές, ελλείψεις προσωπικού, ελλιπής επιμόρφωση διδασκόντων, υπέρογκη ύλη μαθημάτων, επαναλαμβανόμενες αλλαγές στο εξεταστικό κ.ά. Άραγε, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, κατά πόσο τελικά είναι λησμονημένες αυτές οι πτυχές στην εκπαίδευση;
Ευχής έργον θα ήταν αυτά τα «λάθη» του παρελθόντος να αποτελέσουν διδάγματα για το μέλλον της εκπαίδευσης των παιδιών μας και η Παιδεία να αποκτήσει τη θέση που ειλικρινά της αξίζει, χωρίς να θυσιάζεται στον βωμό μικρο-πολιτικών συμφερόντων.
Hayden White «Λογοτεχνική θεωρία και ιστορική συγγραφή», Μτφρ. Γιώργος Πινακούλας, Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα 2015.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το