Άρθρα

Μάλι Μάδι – Η άσβεστη μνήμη

Του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Θυμόσαστε που το ’99 βρέθηκα το βράδυ της Απόκριας στη Μικρολίμνη; Α ναι, τότε θα θυμάστε που στο καφενείο, βραδιάτικα γύρω από το χωνί της σόμπας μερικοί γερόντοι, ταλαιπωρημένοι από τον Εμφύλιο – δίκαια ή άδικα – πυροδοτούσαν άσβεστες μνήμες – όχι πληγές – με την επανειλημμένη φράση «συμμορίτες», που αφορούσαν γειτόνους τους που καλώς ή κακώς ανήκαν στο άλλο στρατόπεδο κι αφήκαν το χωριό έρημο ξεσηκώνοντας κι όλα τα παιδόπουλα για το «σιδηρούν παραπέτασμα»… (δική τους η περίφραση, που βέβαια την ακούγαμε κι εμείς συχνά πυκνά).
Αν όχι, ευκαιρία να την ακούσετε. Κι όχι βέβαια να μάθετε. Αλλά να προβληματιστείτε. Με τη σύγχρονη κιβωτό της ιστορίας μας…
*
Ε! Οι γερόντοι εκείνοι δεν θέλαν να θυμούνται ούτε ν’ ακούν τι έγινε στην πλάτη τους. Ποια πλάτη τους; Μα πίσω ακριβώς και πάνω από το ωραίο λιμναίο χωριό τους.
Τι έγινε θα μου πείτε; Μα γίνεται να το πούμε με λίγα λόγια; Ας το επιχειρήσουμε ωστόσο ιστορώντας το όσο μπορούμε πιο ανώδυνα και πιο παραστατικά. Αν αυτό εξακολουθεί στις μέρες μας να γίνεται ανώδυνα…
*
Η λίμνη της Μικρής Πρέσπας σβήνει στο κομμάτι εκείνο που είναι γεμάτο βούρλα, δίπλα από τον παραλίμνιο οικισμό Αγκαθωτό, κάτω από το χωριό Βροντερό.
Το Αγκαθωτό βρίσκεται από την εκείθε όχθη της Πρέσπας, ενώ η Μικρολίμνη από τη δώθε. Πάνω από το Αγκαθωτό υψώνεται το βουνό Ντάβος, ενώ από τη δώθε πλευρά, πάνω από τη Μικρολίμνη, με νότια διεύθυνση, ξεκραίνει ένας περίεργος ογκώδης σχηματισμός – φύλλο από σφεντάμι το σχήμα του – από βουνίσιες κορφές, που κυμαίνονται από 1.426 μέτρα έως τα 1.750. Οι κορφές αυτές φέρουν τα ονόματα: Γκαμήλα, Ρουσέλιτσα, Παρατηρητήριο, Αγκαθωτό, Ψυχογιού και η κύρια κορυφή που κρατάει το όνομα του βουνού: Τρικλάρι. Η Σφήκα.
Εμάς όμως μας αρέσει να κρατάμε το παλιό του όνομα, το σλάβικο, που είναι Μάλι Μάδι.
Το βουνό αυτό κλείνεται δυτικά από την ελληνοαλβανική μεθόριο, βόρεια από τη Μικρή Πρέσπα, ανατολικά από τον οδικό άξονα Φλώρινας – Πρεσπών και νότια από τον άλλο οδικό άξονα Καστοριάς Κρυσταλλοπηγής. Τρεις χωματόδρομοι σήμερα προσεγγίζουν τις κορυφές του βουνού. Ένας απέναντι από το χωριό της Κρυσταλλοπηγής, δεύτερος από το χωριό Βατοχώρι κι ένας τρίτος που διακλαδίζεται ερχόμενος από τα Πρεσποχώρια Καρυές και Οξιά. Ο τελευταίος αυτός χωματόδρομος διαγράφει μια καμπύλη τροχιά στην αρχή, παράλληλη με την όχθη της Μικρής Πρέσπας για ν’ ανηφορίσει έπειτα νότια και λίγο ανατολικά σιμώνοντας τα κράσπεδα της κύριας κορυφής.
Αυτό τον δρόμο πήραν κάποτε τα μπουλούκια των άτακτων οπλιτών του ΔΣΕ για να διαφύγουν, αφού κράτησαν τα υψώματα για μήνες και μήνες αλώβητα.
Αυτοί λοιπόν οι οπλίτες («συμμορίτες» κατά τη φρασεολογία των γερόντων) που ακολουθούσαν αδιαμαρτύρητα και πειθήνια τις εντολές της κομματικής ηγεσίας, εγκατέλειψαν το ύψωμα του Τρικλάριου (Μάλι Μάδι) κατηφορίζοντας προς τη λίμνη από όπου θα διέφευγαν ύστερα από την τελική πτώση, στις ανατολικές χώρες (Σιδηρούν Παραπέτασμα ακόμη για τους γερόντους). Αφού δώσουν το τελευταίο ντουφεκίδι εκεί κάτω στους βάλτους της Μικρής Πρέσπας και αφήσουν μερικές εκατοντάδες πτώματα μέσα στα βαλτόνερα της λίμνης.

Βομβαρδισμένο χωριό του Μάλι Μάδι

*
Το βουνό σήμερα φαντάζει έρημο κι απάνθρωπο. Αφού έφαγε κάποιες εκατοντάδες ανθρώπους κι από τις δυο πλευρές, χόρτασε αίμα και ζωντανή σάρκα, ναρκώθηκε, ισοπεδώθηκε και σήμερα μοιάζει λεκάνη απορροής φρικτής μνήμης. Εμεινε δε στον αιώνα κρατώντας στα σπλάχνα του γι’ ανάμνηση κάμποσες γούρνες από βόμβες μεγατόνων.
Σήμερα δεν είναι έτσι. Ωστόσο για πολλούς σήμερα είναι το χτες. Σήμερα για το βουνό θα είναι πάντα χτες. Γυροφέρνουμε τις ντάπιες, τις γούρνες, τα κουφάρια των δέντρων, τις λάσπες που κρατάνε ακόμη τη θολούρα του ανασκολοπισμένου χώματος, έως και τα βότανα, γυροφέρνουμε, που είναι αφύσικα μεγαλωμένα από το λίπασμα του αίματος χιλιάδων ανθρώπων.
Το βουνό δεν κουβαλάει τη θέα και την ομορφιά των άλλων βουνών. Κουβαλάει όμως το άχθος της αρούρης, το εμφύλιο άγος των ανθρώπων που το σφράγισαν με την εμμονή τους να τους διαφυλάξει.
Το βουνό δεν κρατάει ομήρους παρά μονάχα τις ασήκωτες πέτρες, έως και τις μοναχικές θυσίες που δεν έπιασαν τόπο. Θυσίες;
Το βουνό έχει όμως κι άλλα πολλά να πει. Όπως φερ’ ειπείν ότι το είπανε Τρικλάρι, καθώς έτσι το βάφτισε ο Στράβωνας (Χώρα των Τρικλάρων).
Ότι οι ντόπιοι το αποκαλούσαν Σφήκα από το όνομα του χωριού που ισοπεδώθηκε. Ότι οι παλιοί το λέγανε και Βάρμπα, μέχρι να το μετονομάσουν για πολλοστή φορά σε Μάλι Μάδι, όπως και την ψηλότερη κορφή, αλλά η μεταξική δικτατορία το διέγραψε γιατί μαθές είχε σλάβικη προέλευση.
Κι όμως οι ορειβάτες τον τελευταίο καιρό το βάζουν στο σακούλι των προορισμών και διασχίσεων. Ανεβαίνουν στην κορφή του. Για να δουν και να μυρίσουν τον αθάνατο θάνατο μες απ’ το χώμα. Για να δουν και να μυρίσουν τη γαλάζια κρούστα της λίμνης, να δουν και να μυρίσουν μια μεθόριο ξεχασμένη, απροσδόκητα ζωντανή, μια λίστα από εικόνες ασυνήθιστης ωμότητας και μνήμης, γοερής μαζί κι ελπιδοφόρας.
Οι ορειβάτες ακολουθούν, λέει, το ευρωπαϊκό μονοπάτι μεγάλων αποστάσεων, που αποκαλείται Ε6 κι έρχεται από τον Κρανιώνα, τον Γάβρο και το Βατοχώρι, διασχίζει το Μάλι Μάδι, περνά τον παλιό ορεινό όγκο της Σφήκας, στέκεται για λίγο ν’ ανασάνει αποθαυμάζοντας το σύμπαν των Πρεσπαίων λιμνών κι ύστερα κατηφορίζει για την Οξιά, ώστε να καταλήξει στη Μικρολίμνη, με τους γερόντους αΐσκιωτους και πικρομανείς, να περιμένουν τους ξεπνεμένους πεζοπόρους για να τους ταξιδέψουν στα αλησμόνητα παιδικά τους βιώματα…
*
Γι’ αυτό σου λέω, θυμάσαι εκείνο το βράδυ, που δεν είχα πού να πάω κι αναγκάστηκα να καθίσω στον καφενέ της Μικρολίμνης; Στον καφενέ με τους γερόντους – μα πού ήταν οι νέοι; – να πιω ένα τσίπουρο και ν’ ακούσω, θέλω δε θέλω, τις ιστορίες που περιέθαλψαν τόσα χρόνια στα θυλάκια της ματωμένης τους μνήμης. Μιας μνήμης αιμορραγούσας και αγιάτρευτης που κρατάει ακόμη πύον ανακατωμένο με πίκρα, πόνο και μίσος…
Τους άκουγα ήρεμα όπως ήρεμοι ήταν κι αυτοί κι ας έλεγαν πως ήταν πληγωμένοι, αλλά αποκριάτικα δεν άντεξα και καμώθηκα τον ασυγκίνητο τόσο από τις ιστορίες τους, όσο και από το κερασμένο τους τσίπουρο, πριν τους εγκαταλείψω για τον Άγιο Αχίλλειο όπου με περίμενε η άπλετη φεγγαράδα του νησιού, για να με λούσει πατόκορφα όπως έλουζε πατόκορφα και το Μάλι Μάδι απέναντι και πάνω μου, με τους ασημένιους βοστρύχους του να καταλύουν κάθε ωμή παρέμβαση των εμφυλιακών αναμνήσεων…

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το