Ελλάδα

Μαφία των λαϊκών: Πώς τα σκισμένα χαρτάκια από τις μίζες ξεσκέπασαν το κύκλωμα

Στις τάξεις των επαγγελµατιών στις λαϊκές αγορές της Αττικής επικρατούσαν φόβος και τροµοκρατία, αφού αναγκάζονταν να εργάζονται µέσα σε ένα καθεστώς ανοµίας και διαφθοράς. Ηταν αναγκασµένοι να υπακούουν στους νόµους που υπαγόρευαν µπράβοι και νταβατζήδες. Τα παραπάνω περιγράφονται εκτενώς µέσα στις 485 σελίδες του διαβιβαστικού που συνέταξαν οι αστυνοµικοί του Τµήµατος ∆ίωξης Εκβιαστών για την επιχείρηση µε την κωδική ονοµασία «Τζον Τράµπουλ».

Φερόµενος ως αρχηγός της οργάνωσης είναι ένας 57χρονος που µέχρι πρότινος ήταν επικεφαλής της Διεύθυνσης Λαϊκών Αγορών της Περιφέρειας Αττικής. Αλλοι 19 συνελήφθησαν, εκ των οποίων τρεις που έχουν διατελέσει πρόεδροι σωµατείων, και κατηγορούµενοι για την ίδια υπόθεση είναι ακόµη 14 άτοµα. Πώς, όµως, οι Αρχές έδωσαν ένα τέλος σε ένα κύκλωµα µε κέρδη εκατοµµυρίων, το οποίο δρούσε τουλάχιστον από το 2006 και που ως βάση του είχε κανόνες της «νύχτας»;

Ολα ξεκίνησαν το 2014 όταν ένας πωλητής, έχοντας ξεπεράσει τα όρια ανοχής του, υπερνίκησε τον φόβο και αποφάσισε να σπάσει την οµερτά. Αφού απευθύνθηκε σε όλες τις αρµόδιες Αρχές χωρίς αποτέλεσµα, ανέβηκε στον έβδοµο όροφο της ΓΑΔΑ και χτύπησε την πόρτα του Τµήµατος Δίωξης Εκβιαστών. Οταν οι αστυνοµικοί τού ζήτησαν να καταθέσει, προκειµένου να έχουν ένα πρώτο στοιχείο, εκείνος έκανε πίσω. Λίγο καιρό αργότερα, όµως, επέστρεψε και στα χέρια του κρατούσε σκισµένα χαρτάκια στα οποία αναγράφονταν ονόµατα και µικρά χρηµατικά ποσά. Σύµφωνα µε αστυνοµικές πηγές, τα µέλη της εγκληµατικής οργάνωσης, για να αποµυζούν οικονοµικά τα θύµατά τους, είχαν συστήσει παράνοµη εταιρεία σεκιούριτι.

Εως 20 ευρώ ηµερησίως
Με το πρόσχηµα της ασφάλειας για κλοπές και ληστείες έπαιρναν καθηµερινά από κάθε πάγκο ποσά που ξεκινούσαν από τρία ευρώ και έφταναν µέχρι και τα 20 ευρώ. Η «ταρίφα» ήταν ανάλογη της θέσης τού εκάστοτε πάγκου, αλλά και του ιδιοκτήτη του. Και ενώ υποτίθεται ότι το κόστος αυτό θα ήταν 1.000 ευρώ τον µήνα για δύο «έξτρα» υπαλλήλους, εκείνοι µάζευαν µικροποσά σε καθηµερινή βάση. Υπήρχαν φορές που ζητούσαν τον συγκεκριµένο «φόρο» ακόµη και δύο φορές µέσα στην ίδια ηµέρα. Κάθε φορά, όµως, µόλις έπαιρναν τα χρήµατα, έσκιζαν τα χαρτάκια και τα πετούσαν.
Σιγά σιγά και άλλοι αγανακτισµένοι εργαζόµενοι συνάδελφοί του άρχισαν να συγκεντρώνουν τα χαρτάκια και να τα δίνουν στους αστυνοµικούς οι οποίοι τα ένωναν και τα κολλούσαν µε πολλή προσοχή. Με αυτόν τον τρόπο οι Αρχές µπόρεσαν σε πρώτη φάση να βεβαιώσουν ένα σηµαντικό και µεγάλο δείγµα από πολίτες που εκβιάζονταν σε µια ζώνη λαϊκών αγορών.

Ετσι, ενηµέρωσαν την Εισαγγελία και διατάχθηκε έρευνα για προκαταρκτική εξέταση σε βαθµό κακουργήµατος. Οι αστυνοµικοί, όµως, στην πορεία των ερευνών βρήκαν ότι εκτός από τη λαϊκή για την οποία έγινε η αρχική καταγγελία, εµπλέκονταν και άλλες δύο. Ετσι, ενηµέρωσαν και πάλι τον εισαγγελέα, ο οποίος εξέδωσε δεύτερη παραγγελία ζητώντας από τους αστυνοµικούς η έρευνα να επεκταθεί σε όλες τις λαϊκές αγορές της Αττικής. Για να εξαρθρωθεί η εγκληµατική οργάνωση χρησιµοποιήθηκαν διάφορα µέσα. Με σύγχρονα µέσα, οι αστυνοµικοί παρακολουθούσαν τους στόχους τους, όπου βρίσκονταν αυτοί, εκτός από τα σπίτια τους. Για να αποτυπώσουν το εύρος της εγκληµατικής τους δραστηριότητας σήκωσαν µέχρι και drones, ενώ προχώρησαν και σε αστυνοµική διείσδυση.

Τρεις µυστικοί αστυνοµικοί έστησαν πάγκο σε λαϊκή στην οποία λειτουργούσε και παραλαϊκή αγορά. Πωλούσαν κάρβουνα και λουλούδια και στον εξοπλισµό τους είχαν εντάξει ένα αγροτικό αµάξι. Την πρώτη ηµέρα δεν δέχτηκαν κρούση από τα µέλη του κυκλώµατος. Τη δεύτερη ηµέρα, ωστόσο, κατηγορούµενος, που ήταν µέχρι πρόσφατα πρόεδρος σωµατείου, τους πλησίασε έχοντας γύρω του µπράβους ως προσωπική ασφάλεια. «Κουµάντο κάνω εγώ εδώ» είπε στους αστυνοµικούς και τους ενηµέρωσε ότι ανάλογα µε το πού θα στήσουν τον πάγκο τους υπάρχουν συγκεκριµένα ποσά τα οποία θα πρέπει να καταβάλουν.

Οι αστυνοµικοί βρίσκονταν στην τελευταία, και συνεπώς χειρότερη, θέση της «παραλαϊκής» και σε αυτήν παρέµειναν και την τρίτη ηµέρα της διείσδυσης, καθώς εάν επέλεγαν µία θέση-φιλέτο και η ταυτότητά τους προδιδόταν, τότε µπορεί να γινόταν συµπλοκή και να κινδύνευαν πολίτες. Στις τρεις ηµέρες που διήρκεσε η αστυνοµική διείσδυση είχαν καταγράψει πολύτιµο οπτικοακουστικό υλικό που αποδείκνυε ατράνταχτα πλέον τις παρανοµίες και τους εκβιασµούς και το οποίο προστέθηκε στην ογκωδέστατη δικογραφία. Το ίδιο πρόσωπο που πλησίασε τους αστυνοµικούς οι οποίοι υποδύθηκαν τους πωλητές φέρεται να είχε προτείνει σε πρόεδρο άλλου σωµατείου να του δίνει 4.000 ευρώ τον µήνα, για να τον καλύπτει στο να πουλά λαθραία τσιγάρα στη λαϊκή όπου ήταν επικεφαλής. Οπερ και εγένετο.

Ο ίδιος, µάλιστα, σε εκλογές άλλης ζώνης, όταν αποκαλύφθηκε ότι συνεργός του εκλεγόταν πρόεδρος µε νοθεία, εµφανίστηκε µε µπράβους και έγινε σοβαρό επεισόδιο. «Εγώ έχω δώσει στον πρόεδρο (σ.σ. εννοεί τον φερόµενο ως αρχηγό της εγκληµατικής οργάνωσης) 10.000 ευρώ και κάνω ό,τι θέλω» συνήθιζε να λέει προς όλους όσοι του εναντιώνονταν.

Εψαχναν «άκρες» σε κόµµατα
Και δεν ήταν ο µόνος. Οταν τα µέλη του κυκλώµατος έµαθαν ότι γίνονται έρευνες σε βάρος τους, άρχισαν να απειλούν όχι µόνο τους µάρτυρες, αλλά και τους ίδιους τους αστυνοµικούς που χειρίζονταν την υπόθεση. Εψαχναν, µάλιστα, να βρουν άκρες σε πολιτικά κόµµατα, προκειµένου να κλείσει η έρευνα, ενώ ρωτούσαν αστυνοµικούς και δικηγόρους για το ποιόν των αξιωµατικών του Εκβιαστών και της Ασφάλειας. Πολλοί µάρτυρες, µάλιστα, ενώ απευθύνθηκαν στην Αστυνοµία, στο τέλος έκαναν πίσω γιατί τους απειλούσαν ότι έχουν πλάτες πολιτικών. Χαρακτηριστικά τούς έλεγαν «η δίωξη είναι πολιτική και όχι ποινική. Θα βρούµε πολιτικές άκρες και θα σταµατήσουµε τη ∆ικαιοσύνη. Θα διώξουµε τον διοικητή. ∆εν θα γίνει δίκη. Θα σας κάνουµε αγωγές και θα σας πάρουµε τα σπίτια». Τελικά κατάθεση έδωσαν 224 άτοµα. Και όπως λένε πηγές της ΕΛ.ΑΣ. «αυτοί είναι ένα πολύ µικρό ποσοστό των ανθρώπων που υπέφεραν στα χέρια τους». «Το ίδιο», επισηµαίνουν, «ισχύει και για την εκτίµηση ότι τα κέρδη τους φτάνουν τα τρία εκατοµµύρια ευρώ». Ηδη έχει γίνει άρση του τραπεζικού απορρήτου σε όλους τους δράστες και στους υπόπτους που εµπλέκονται µε ενδείξεις, οι οποίοι µελλοντικά ενδέχεται να είναι και αυτοί κατηγορούµενοι. «Το µόνο σίγουρο είναι ότι ο ανακριτής ∆ιαφθοράς που χειρίζεται πλέον την υπόθεση θα έχει µακρύ έργο και πολλή µεγάλη έρευνα να εκτελέσει, προκειµένου να αποκαλυφθούν οι πραγµατικές διαστάσεις του κυκλώµατος» σχολιάζουν οι ίδιες πηγές. Οσο για τον λόγο που η επιχείρηση έλαβε κωδική ονοµασία µε το ονοµατεπώνυµο του Αµερικανού ζωγράφου Τζον Τράµπουλ, ο οποίος το 1817 δηµιούργησε τον διάσηµο πίνακα «Η ∆ιακήρυξη της Αµερικανικής Ανεξαρτησίας», οι ίδιοι υπογραµµίζουν: «Με την έρευνά µας έγινε επανάσταση στις λαϊκές και απέκτησαν και πάλι την ανεξαρτησία τους»

Πηγή: Έθνος

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το