Άρθρα

Ιδεογράμματα του γιαλού -Βότσαλα

Του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Να εξηγούμαστε! Δε μιλώ για τον κόσμο που κατακάθεται στους βυθούς. Μα ούτε και για τον κόσμο που βρίσκεται έξω από το νερό.
Δε μιλώ, πολύ περισσότερο, για τον κόσμο εκείνο που βρίσκεται ταριχευμένος σε γραφεία, γυάλες ή προθήκες ή ακόμη εκείνον που περιδιαβάζει στους στίχους των ποιητών.
Μιλώ για τα βότσαλα! Και «για το τραύλισμα των κυμάτων πάνω στα βότσαλα», όπως λέει κι ο ποιητής. Τον αυθεντικό αρχέτυπο κόσμο των γλυπτών θαλασσινών στοιχείων, αλλά και τον μικρόκοσμο των χρωμάτων, των σχεδίων και των γραμμών, των ραβδώσεων και των φλεβών, που ταξιδεύουν μόλις κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ή των ποταμών, κι αυτοσυστρέφονται ή αυτοβυθίζονται. Τον κόσμο της συστροφής και της αγωνίας, τον κόσμο της «αισθησιακής αδηφαγίας» κατά τον Γιάννη Ρίτσο. Τον κόσμο εκείνο που δομείται κάτω από το νερό. Τον διαρκή, τέλος, σιωπηλό, αταλάντευτο και συνάμα ακηλίδωτο κόσμο της πετραδερής κοσμογραφίας.
Τον κόσμο που χρειάστηκαν αιώνες για να διαμορφωθεί, ν’ αποκτήσει φυσιογνωμία και να φτάσει στο σημείο να «μιλάει». Εκείνον που έρχεται από τις θάλασσες και τους ωκεανούς του μύθου και που τον διατρέχει ένα μυστήριο «κάτι», μια γνησιότητα και μια στιλπνάδα που ακτινοβολεί λιτότητα κι ένα αυστηρό φως.
Μιλώ – κι εννοώ – τα βότσαλα που αποπνέουν μιαν αμόλυντη έννοια, καθώς από τη μια αίσθηση περνούνε στην άλλη και ξεπλένουνε τα μάτια προσθέτοντας ένα ειδικό αισθητικό βάρος.
Που ασφαλώς κι έχει σχέση με όλο αυτό το περίγραμμα της ιδέας των μικρών ή μεγάλων σχημάτων που επινοεί κι αποτυπώνει ο στοχαστικός νους των ανθρώπων.
Εδώ μιλώ για την ιδέα, την ομορφιά και τη γεωγραφία των στέρεων σχημάτων, όπως τα αποδίδει η γλώσσα του δρομαίου κυκλώματος των ρηχών βυθών, όπως τους σμίλεψε ο χρόνος, η σιωπή κι ο δισαιώνιος ρόλος της στρωματικής προσαρμογής.
Μιλώ για τους πλανητικούς ήχους, τις ομοηχίες, αλλά και τις αντηχήσεις των επίκρουστων λίθων που αναπλέουν τον κόσμο των φλοίσβων και των παφλασμών. Τη μουσική δηλαδή των νερών στην πάλη τους με τα βότσαλα.


*
Μιλώ για τα βότσαλα. Που εκπέμπουν εκείνα τα υπέροχα, υγρά και βρεγμένα λάμδα. Και την αυλή των θαυμάτων, την οποία σχεδίασε ο χρόνος, η τριβή και ο τροχός, στις κοίτες των ποταμιών, στους ελληνικούς γιαλούς και στους απρόσιτους όρμους των ελληνικών ακτών.
Μιλώ για τα στιλπνά κογχύλια, τους κοχλίες, τα χτένια και τις αχιβάδες που πλημμυρίζουν τις ελληνικές ακτές, πέρα και πίσω από κάθε υγρή λεκάνη όπως εκτείνεται στις αμμουδιές των ελληνικών νησιών και της ηπειρωτικής ακτογραμμής.
Μιλώ για την άτεγκτη οικειότητα που δείχνουν δυο – ή και περισσότερα – διαφορετικά αναμεταξύ τους λαμπερά πέτρινα σώματα που από μιαν αγαστή τυχαιότητα βρέθηκαν πλάι πλάι κι ασφαλώς το ένα δεν αντιμάχεται το άλλο, αλλά όλα μαζί χτίζουν ένα μικρό πελώριο θαύμα. Η γλυπτική τελειότητα και η συμμετρική γειτόνευσή τους φωτίζουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν που συνηθίζει το βλέμμα και που τον αποκαλύπτει η φαντασία.
Μιλώ για την ψυχή της θάλασσας που εστίασε και καθείλκυσε τα ανθρώπινα βλέμματα κι ύστερα τα ζωντάνεψε μπρος στα θαύματα των ελληνικών βυθών.
Μιλώ κοντολογίς για τον άνθρωπο και το περιβάλλον που ανακάλυψε διασχίζοντας τους βωβούς κόσμους της περιάλιας χλωρίδας.
Μιλώ για τα στολίδια που σχεδίασε ο χρόνος, ο βυθός και το αλάτι και στάθηκαν φάρος και ελπίδα ομορφιάς στις καταδύσεις που πραγματοποίησα κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες στη ζωή μου.


*
Έμειναν, βλέπεις, στη σκέψη μου και την ιστορική της συνείδηση οι υπέροχοι εκείνοι τόποι από την Ελλάδα, στους οποίους απομόνωσα τις ναυαγισμένες βιόπετρες, με τα πιο όμορφα, στιλπνά και πιο έγκυρα κι εξαίσια τοπία της ποσειδώνιας λιθόσφαιρας.
Το Χοντριάμι πρώτα – πρώτα, στη βάση του ορθογώνιου τριγώνου, Εύβοιας, Σκιάθου και Πηλίου, με τις υπέροχες γλυφές κροκάλες, που μέσα τους το βλέμμα μου αναζητούσε το υπερκόσμιο και το φανταστικό, το εξωγήινο δηλαδή, μαζί με τον υποθαλάσσιο καμβά του ονείρου.
Ανηφορίζοντας στις πηλιορείτικες ακτές και προσεγγίζοντας απ’ το φανταστικό της καλντερίμι την Νταμούχαρη, πέφτω απάνω στις λευκές πέτρινες κροκάλες, την ώρα που τις αναφτερώνει το πολεμόχαρο φως της ανατολής, για να το μεταποιήσουν, με ή δίχως επεξεργασία, σε ολοήμερη προέλαση σπασμωδικών κατόπτρων.
Αργά – αργά κατηφορίζω ώς τ’ Αντικύθηρα, όπου μετά τη μεγάλη πορεία προς τις Απολυτάρες, φτάνω σε κείνη την εξαίσια βοτσαλωτή ακτή του Ξεροπόταμου, απέναντι σχεδόν από τα Γλυφάδια, τον βυθό δηλαδή που βρέθηκε ο διάσημος Εφηβος και ο ωρολογιακός του μηχανισμός και βουτάω στον βυθό της ανοίγοντας τα μάτια και βλέποντας εκείνο το θησαυρό των χρωμάτων και των σχεδίων που κοσμεί τον κόσμο των Αντικυθήρων.
Κι από κοντά στο Ταίναρο, στην άκρη του Πάλιρου, τραβώντας για τον φάρο, στάθηκα κι είδα κι ύστερα βούτηξα να ιδώ και να θαμάξω την πιο μεγάλη ομορφιά, την υπέρτατη σοφία του κόσμου των βυθών. Και ασφαλώς λίγο πιο κάτω, στην άκρη του Ταίναρου, οι αρχαίοι τοποθετούσαν την πύλη του όλου Κόσμου, από όπου έμπαιναν κι έβγαιναν οι νεκροί στον Άδη.
Ώσπου έφτασα κολυμπώντας στο νησί της Καλυψώς, με τις βυθόπετρες και τους σωρούς τα μαγικά κοράλλια. Απ’ την ακτή της Παχιάς Άμμου δοκίμασα την πιο μεγάλη έκπληξη της υποβρύχιας ζωής μου. Σπάνια αυτόγραφα του πετρωμένου παραδείσου κατακάθονταν στο βυθό, σαλεμένα, αυθύπαρκτα, ζωγραφισμένα λες από το χέρι κάποιανου Zεύξη ή Πολύγνωτου.
Πιάνοντας την απέναντι ηπειρωτική ακτή φτάνω στον Αμβρακικό, μέσα από εκείνη την πανέμορφη οδική λωρίδα που τέμνει τον ωραίο κόλπο και καταλήγω στην Κορωνησία. Με τα πόδια διασχίζω το ψαροχώρι και βγαίνω ανατολικά, σε έναν απρόσμενα εντυπωσιακό γιαλό, όπου τα μαγιοβότσαλα ζουν και βασιλεύουν με τις εκπληκτικές τους ζωγραφιές, μέσα κι έξω απ’ το νερό.


Αρκετά πιο κάτω, στη μακρινή τη Γαύδο, δίπλα στην Τρυπητή, ανάμεσα στις τρύπες και τους δαίδαλους των βράχων, τριμμένα υπολείμματα από το χέρι του άγριου σορόκου, φυτεμένες στην βοτσαλιά, βραχόπετρες και μπροσούρες από μαύρες, πράσινες και πορφυρές γιαλόπετρες, βυθισμένες μέσα στο αέναο και άσβεστο φως του πυθμένα.
Κι ύστερα ξανά στα βόρεια, στον ανήφορο του Αιγαίου, απ’ την απέξω μεριά του Όρους, που βλέπει την Ανατολή, δυο τρεις οργιές κάτω από το νερό, στον Μυλοπόταμο του Άθωνα, όπου βούτηξα με τα ρούχα, καθώς με κοιτούσαν οι μοναχοί μ’ αγριεμένο μάτι, μεσ’ από τα κιόσκια και τους φεγγίτες του παλιού βυζαντινού Πύργου. Σωροί στην ακτή οι βυθόπετρες που από χέρια μαστόρων και μοναχών του Μυλοπόταμου στοιχήθηκαν στ’ αμπέλια που φύτεψε ο Επιφάνιος, ο ζωντανός αυτός θρύλος, για να κάμει τον ωραιότερο αμπελώνα του Όρους.
Λίγο πιο κάτω έπειτα, στην Ψαθούρα, το πρώτο νησί που αράξαμε, ύστερα από τέσσερις ώρες πελαγινή τραβέρσα, όπου τράβηξα περπατώντας ένα τέταρτο με τα πόδια, για να βουτήξω στην αγκαλιά της βυθισμένης πολιτείας. Με τις μαύρες, κατάμαυρες και ογκώδεις αμμόπετρες που σκορπίζανε τον υποθαλάσσιο πλανήτη πλαισιώνοντας έναν απίστευτο κόσμο συμμετρίας και αντιθέσεων.
Λίγες απλωτές ακόμη στα βαθιά και το μάτι μου αποκάλυψε την αρχαία πολιτεία, τα ερείπια της οποίας κραυγάζανε μέσα από τους βυθούς της σιωπής και του αιώνιου τάφου.
Κι ως ταξιδεύαμε απάνω από τη θάλασσα, αφήνοντας την κρυμμένη ομορφιά και τα παλάτια του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, φτάναμε, αργά μέσα στο χρόνο, έξω από τις Σπέτσες, και προσαράζαμε σε μια σπηλιά, μ’ ένα μικρό στόμιο, απ’ όπου έβγαινε περίεργο μουγκρητό και σουρωτό αντιμάμαλο.
Είχαμε πια φτάσει στη σπηλιά του Μπεκίρη, όπου μπήκαμε, κολυμπώντας, για ν’ αποφύγουμε τα βράχια, πάνω από το κεφάλι μας και να εισέλθουμε στην απόλυτη μαγεία του μυστηρίου, των απώτατων μυστικών του υποβρύχιου κόσμου.


Άνοιξα τους οφθαλμούς κι ανένηψε το φως το μυστικό φωτίζοντας μυστήρια σχήματα, από στόματα δεινόσαυρων μέχρι φτερά αρπακτικών και σπλάχνα μεγαθηρίων. Εκεί μέσα ήρθε η στιγμή να μάθω τη λέξη, να γνωρίσω τη σχέση που έχει η ύλη με τη γλώσσα, όταν χρειάστηκε ν’ αποτυπώσω γλωσσικά το σχήμα, το χρώμα και την ομορφιά του βότσαλου.
Kαι τέλος όταν γνώρισα την έννοια και τη μορφή των βότσαλων, μακριά από τη θάλασσα, στην καρδιά της Ευρυτανίας, διασχίζοντας το Πανταβρέχει, όπου περπάτησα ένα χιλιόμετρο πάνω στις ποταμίσιες κροκάλες, που ήταν βυθισμένες ένα μ’ ενάμιση μέτρο, κάτω από το διάφανο νερό κι έδειχναν όλη τη στιλπνότητα, τη διήθηση και την ασπιλοσύνη τους με τα διαθλούμενα χρώματα και τις αντανακλάσεις του φαραγγιού επάνω τους.
Άκουγα, καθαρά πια, «εκείνο το υγρό Λάμδα» που βγάζει το «πραγματικά βρεμένο βότσαλο» (*). Και συνάμα αφουγκραζόμουνα την «οστρεοκόλλητη και κογχυλόφθαλμο νύμφη», που αναδυόταν από τα βάθη της θάλασσας, όπως θαυμάσια την έχει περιγράψει ο άγιος των γραμμάτων μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης…
*


Έτσι έγινα κοινωνός των μυστηρίων της κρυφής και σιωπηλής ζωής των βυθών. Αναμετρώντας και αναπλάθοντας τον κόσμο των βότσαλων.
Ήταν η ώρα που τελείωνα το μεταπτυχιακό της ενάλιας ζωής μου, επάνω στη δορά της φύσης και των εγγενών μυστικών της θάλασσας.
Ήταν η ώρα που η λέξη βότσαλο έβγαινε πια από τη μυστική της κρύπτη, έπαιρνε ύφος, όραμα και όψη μετακόσμια και περνούσε στην άλλη ζωή με χορούς και πανηγύρια.
*
Την ίδια ώρα ανακαλούσα από το λεξικό της ζωής τα ψηφία, τους τόνους και τα φωνήεντα που τη συνθέτουν, για να οικοδομήσω την έννοια του ωραίου και του ταπεινού, στον κόσμο της σοφίας, της γαλήνης και της ομορφιάς.

(*) Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το