Πολιτισμός

«Ίασις» από την ποίηση της Μαρίας Αλμπανίδου

*του Γιάννη Δ. Πατρίκου

Κυκλοφορήθηκε προ διετίας, τον Δεκέμβριο 2015, από τις Εκδόσεις «Κοντύλι», η πρώτη ποιητική συλλογή 24 αισθαντικών ποιημάτων της συμπολίτιδος εξαιρέτου μαθήτριάς μου Μαρίας Αλμπανίδου (Μ.Α.), δικηγόρου με μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο του Ποινικού Δικαίου, με τίτλο «Ίασις», σχ. 14Χ20,5 εκ. και 31 σελ.
Σε εξομολογητική της συνέντευξη που παραχώρησε στη Χαριτίνη Μαλισσόβα, τακτική κατά Κυριακή, παρουσιάστρια θεμάτων αφορώντων τα Γράμματα και τον Πολιτισμό ευρύτερα, δημοσιευθείσα στην αγαπητή «Θεσσαλία» την Κυριακή 17 Απριλίου 2016, μας εκφράζει τις αφετηρίες εμπνεύσεως αυτής της ποιητικής της προσπάθειας αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Είναι κάποια ποιήματα που έγραψα το 2001 και στη συνέχεια από το 2012 και μέχρι το 2014. Καλύπτουν μία περίοδο της ζωής μου, όπου ό,τι ήθελα να εκφράσω το εξέφραζα με την ποίηση. Ήταν κάτι σαν κάθαρση, καθώς βίωνα διάφορα συναισθήματα από τα ερεθίσματα που είχα γύρω μου, για τα οποία δεν μπορούσα να μιλήσω και ο μόνος τρόπος να κάνω κάτι γι’ αυτά ήταν να τα αποτυπώσω στο χαρτί. Αλλά επίσης ήταν και σαν να ξανασυστηνόμουν μ’ αυτή την πλευρά του εαυτού μου, καθώς είχα, πριν απ’ αυτή την περίοδο αρκετά χρόνια να γράψω». Συνάμα μας πληροφορεί πως αγαπημένοι της ποιητές είναι ο Έζρα Πάουντ, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Κ.Π. Καβάφης, η Μάτση Χατζηλαζάρου και η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ.

Αναγιγνώσκοντας κανείς την «Ίασι» της Μ.Α. διακρίνει πως όλες οι συνθέσεις της διαπνέονται από μια λεπτή θροΐζουσα αύρα ρομαντικής απαισιοδοξίας που τον παρακινεί να εγκύψει βαθύτερα στο περιεχόμενό της και βιώσει το απορρέον εξ αυτών μήνυμα. Η ποιήτρια αισθανόμενη ότι βρίσκεται σε μια σύγχρονη έρημο διερωτάται και προσπαθεί να εντοπίσει τα αίτια που την οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση: «Τι μ’ έφερε σ’ ετούτη εδώ την έρημο; / Τι μ’ έφερε σ’ ετούτα εδώ τα τείχη; / Μήπως η ομορφιά του τοπίου / ή η δυστυχία των πουλιών; / Η άγνοια μερικών ανθρώπων / ή η τέρψις των πολλών; / Η μέθη των ολίγων / ή το γέλιο των αληθινών; / Το άνθος των λουλουδιών / ή η ζάλη και το σφρίγος των νέων κοριτσιών; / Απατηλό όνειρο για μένα η άνοιξη, / μια οπή στην σελήνη» («Η έρημος»).


***
Βιώνοντας αυτή την αυχμηρή κατάσταση βρίσκει λυτρωτική καταφυγή στην ποίηση: «Η ποίησή μου με λυτρώνει. / Ξεχνώ ότι μερικές φορές την κακολογώ / κι άλλες φορές πέφτω στην αγκαλιά της. / Ξεχνώ ότι μερικές φορές θυμώνω / κι άλλες εξανίσταμαι με τα καμώματά της. / Ξεχνώ πάλι ότι πάντα παρευρίσκομαι εκεί μαζί της. Πάντα» («Η ποίησή μου»). Το ίδιο αισθάνεται και βλέπει φως αισιοδοξίας εκπορευόμενο από την άυλο πνευματικότητα την οποία γεννάει η Τέχνη και φθάνει πλατωνικά ν’ ατενίσει την Θεότητα. «Η τέχνη μού σφραγίζει τη ζωή. / Ακούραστα βλέμματα και σώματα ασώματα πάνω στο δικό μου, / πάνω στο δικό σου. / Ο φλοίσβος ν’ ακουμπά στα χείλη μου / και συ ν’ αναρωτιέσαι ακόμα, / υπάρχει Θεός; («Θεός»).
***
Συνήθως δύο αδελφές σε μια οικογένεια συνδέονται με αμφίδρομη αγάπη κι εμπιστοσύνη, σαν τη θυγατέρα προς τη μάνα κι αλληλοκοινωνώντας τα παθήματα, τις περιπέτειες και τα δυσαχθή προβλήματα της ζωής, για τα οποία διαλεγόμενες αναζητούν, μάταια, τη λύση τους, γιατί στη δύσκολη του ατομικού συμφέροντος σημερινή ζωή που διερχόμαστε δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα γλυτωμός και βοήθεια: «Αρχαία νοιώθω / άγονη κραυγή, / μέσα από τα σωθικά μου βγαίνει το σπέρμα το αιώνιο, / μάνα και κόρη βαφτίστηκαν δύο αδελφές και σιγοκουβεντιάζουν. / Τα βάσανά τους λένε η μία στην άλλη. / Τι θα κάνουν; / Πώς θα μπορέσουν να πορευτούν; / Ταξίδι λέει η μία βλέπει. / Χαμό η άλλη. / Ποιος τους γλιτώνει; / Ποιος τους βοηθά;» («Μάνα και κόρη»).
***
Σ’ ετούτο τον κόσμο, διακηρύσσει η ποιήτρια αποφθεγματικά, όλοι δικαιούνται να νοιώθουν πως, έστω και λίγο, υπάρχουν κάποιοι που τους αγαπούν και πως μετέχουν στις εκφάνσεις της ευτυχίας: «Όλοι δικαιούνται μια στάλα αγάπης / και μια σταγόνα βροχής» («Μια στάλα αγάπης»).
Πολλοί στα νεανικά τους χρόνια ονειρεύονται να διαβούν στη ζωή τους μέσα από λυτρωτικούς παραδείσους, αλλά οι αντιξοότητες και η σκληρή πραγματικότητα της ζωής τούς ξαναγυρίζουν στην οδυνηρή πραγματικότητα, αντιλαμβανόμενοι πως ακολούθησαν, δυστυχώς, το πεπρωμένο και υπήρξαν θύματα μιας πλάνης και μιας χίμαιρας: «Αγέρωχη μνήμη, / φωτισμένη από το πεπρωμένο / και τα πετρώματα της στιγμής. / Θύματα είμασταν μιας πλάνης, / μιας χίμαιρας. / Λυτρωτικοί παράδεισοι / μας περίμεναν να τους διαβούμε, / μπας και σώσουμε τις θήκες των σπαθιών μας, / μπας και τραγουδήσουμε ένα αγιάτρευτο τραγούδι» («Το αγιάτρευτο τραγούδι»).
***
Ο καθένας είναι και μία διαφορετική προσωπικότητα με τις δικές του απόψεις, τις ξεχωριστές συνθήκες, όπου έζησε ή και βιώνει, τις προσωπικές επαναστάσεις του χαρακτήρα του, τη γοητεία που ασκεί στον περίγυρό του, κοντολογής την ιδιοπροσωπία του. Δυστυχώς ασκούνται πανταχόθεν έντονες πιέσεις για εξομοίωση, ομογενοποίηση όλων. Τούτο καταγγέλλει ευθαρσώς και κατηγορηματικά η Μ.Α. απευθυνόμενη σ’ όλους, και κυρίως, φρονώ, σε γονείς και παιδαγωγούς: «Δεν αντέχουν όλες οι δυνάμεις / σ’ ένα ασκί. / Δεν μπορούμε να χωρέσουμε όλοι σ’ ένα τσουβάλι» («Πιέσεις»).
***
Πολλοί νέοι ερωτεύονται, αλλά για διάφορους λόγους οδηγούνται στη διάσταση, στον χωρισμό, αναπολώντας στο κενό που, πλέον, ζουν τα τρυφερά αισθήματα του όμορφου παρελθόντος. Και διερωτάται η ποιήτρια αναζητώντας τους λόγους που δεν επικράτησε ο ψύχραιμος διάλογος για αναζήτηση της εκατέρωθεν αγάπης και για την αδράνεια που αμφότεροι επέδειξαν στη λήψη πρωτοβουλίας, για να βγουν από το σκοτάδι της απραξίας και με οδηγό το φως της λογικής διακρίνοντας ξεκάθαρα χωρίς εγωισμούς τα αίτια του χωρισμού να επανασυνδεθούν με τους δεσμούς της αμοιβαίας αγάπης: «Σαστίζει η καρδιά μου / όταν σε σκέφτομαι / και νοιώθω τα σωθικά μου ανάκατα. / Δυο γοργές ματιές στο τραπέζι και φεύγω. / Δυο φλυτζάνια αδειανά και μια κούπα αλεύρι. / Νοιώθω τα τρυφερά σου δάχτυλα / ν’ ακουμπούν τα μαλλιά μου / και σπαράζω, / κλαίω από λύπη και πόνο / που δεν μπόρεσα ν’ αφουγκραστώ / το μέγεθος των συναισθημάτων / που κρύβει το κενό / η θλίψη / η αντάρα / ο πόνος / η λευτεριά / η δικαιοσύνη / η αγάπη / η χαρά. / Ποιος πόθησε πιο πολύ τον άλλο; / Εσύ ή εγώ; / Εγώ ή εσύ; / Και ποιος σηκώθηκε πάνω από το σκοτάδι / να σταθεί στο φως και να μιλήσει. / Να μιλήσει δυνατά / όλος φωνή / όλος μάτια / όλος δύναμη» («Πόθος»).
Αισθαντική, πηγαία, βιωματική ποίηση με κρυφούς συμβολισμούς, που αναρριπίζει στον αναγνώστη προβληματισμούς και σκέψεις για τις δυσκολίες της ζωής που περιβάλλουν σφιχτά όλους μας και ιδιαίτερα τους νέους. Συνιστώντας στην πολύ αγαπητή μου Μαρία Αλμπανίδου να συνεχίσει το ανέβασμα στην της ποιήσεως υψηλή σκάλα, διότι διαθέτει πολλές ικανότητες, τη συγχαίρω εγκάρδια και ολοψύχως της εύχομαι ο Θεός να της χαρίζει υγεία κατ’ άμφω, τη χαρά και τον φωτισμό Του, ώστε να μας προσφέρει κι άλλους τέτοιους ηδύγευστους ποιητικούς καρπούς προς τέρψιν και ίασιν ψυχής τε και πνεύματος.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το