Άρθρα

Η τηλεκπαίδευση εν μέσω πανδημίας

Του Γεώργιου Καπουρνιώτη

Ένας ολόκληρος χρόνος πέρασε από τότε που ο νέος κορωνοϊός (Covid – 19) έφτασε στη χώρα μας. Πολλοί πιστεύαμε ότι ήταν μία μορφή γρίπης και σύντομα θα ανακάλυπταν οι επιστήμονες ένα φάρμακο για την αντιμετώπισή του. Άλλοι πιστεύαμε ότι είναι μία επικίνδυνη νόσος και απομακρυνθήκαμε από φίλους, γνωστούς, συγγενείς. Οι χαμένοι της υπόθεσης, όμως, ήταν οι μαθητές, οι οποίοι έχασαν ένα χρόνο από τη βασική τους εκπαίδευση, αφού η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσει τη δια ζώσης.
Η κ. Σοφία Κοβανίδου, ψυχολόγος δήλωσε ότι «τα προβλήματα της σχολικής χρονιάς εφέτος ήταν πολύπλευρα. Εκτός του ότι είχαμε μια πολύ δύσκολη κατάσταση στα σπίτια πολλών παιδιών, απομακρύνθηκαν τελείως και από το φυσικό τους περιβάλλον μάθησης. Δεν είναι φυσικό να έχεις ένα παιδί καθισμένο τόσες ώρες μπροστά σε μια οθόνη, όταν μάλιστα αυτό του μάθαινες τόσα χρόνια: ότι δηλαδή η πολύωρη έκθεση στις οθόνες δημιουργεί προβλήματα. Επιπλέον στα παιδιά λείπει εξαιρετικά η κοινωνικοποίησή τους, το να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους». Με το θέμα αυτό σχετίζονται και τα παράπονα που ακούμε διαρκώς από τους γονείς / κηδεμόνες όσον αφορά στο θέμα της τηλεκπαίδευσης. Είναι γεγονός πως όταν ένας μαθητής αντιμετωπίζει μία δυσκολία σε ένα μάθημα, μέσω του υπολογιστή έχει την τάση να παραιτείται, πράγμα το οποίο δε θα συνέβαινε στη σχολική τάξη. Οι εκπαιδευτικοί ψάχνουμε συνεχώς νέους τρόπους για να γίνει το μάθημα μέσω Webex, πιο απλό, πιο κατανοητό, πιο ενδιαφέρον. Όσο και να προσπαθούμε, όμως, τίποτα δε μπορεί να αντικαταστήσει τη δια ζώσης διδασκαλία. Ο δάσκαλος έχει τη δυνατότητα να καταλάβει αν έχουν γίνει κατανοητά τα όσα εξηγεί κατά τη διάρκεια του μαθήματος, από το βλέμμα και τις εκφράσεις των παιδιών, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να συμβεί μέσα από μία οθόνη.

Μία γενιά παιδιών, πιθανότατα να μείνει «αγράμματη». Ας αναλογιστούμε πόσες οικογένειες δεν έχουν καλή σύνδεση στο διαδίκτυο, ή πόσα παιδιά, έφηβοι ή ακόμα και φοιτητές συνδέονται στο διαδικτυακό μάθημα, χωρίς να το παρακολουθούν. Σε μία έρευνα που διεξήχθη σε 550 φοιτητές στην Ελλάδα, διαπιστώθηκε ότι το 50,18% παρακολουθούσε τακτικά τα διαδικτυακά μαθήματα, το 36% λιγότερο τακτικά ενώ το 12,45% δεν παρακολουθούσε κανένα μάθημα για ποικίλους λόγους όπως κακή σύνδεση στο Ιντερνέτ.
Ο κοινωνικός λειτουργός κ. Μιχάλης Καβούκης δήλωσε ότι «τα τελευταία δύο χρόνια βιώνουμε εκ νέου μια μεγάλη ανθρωπιστική κρίση. Είναι φοβερό το τι βιώνουμε μέσα στα σχολεία. Πολλές οικογένειες περιθωριοποιούνται, βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και δεν μπορούν να προσφέρουν τα απαραίτητα στα παιδιά τους. Αυτή η εικόνα μοιάζει να χειροτερεύει με τα χρόνια». Διαβάζοντας τα λόγια του κ. Καβούκη, μάς έρχονται εικόνες από τις οικογένειες των μαθητών μας που αδυνατούν για οικονομικούς λόγους να βοηθήσουν τα παιδιά τους. Υπάρχουν οικογένειες που δεν έχουν υπολογιστή ή αν έχουν κι αυτός υποστεί κάποια βλάβη, δεν μπορούν να τον επισκευάσουν και άλλες που δεν έχουν πρόσβαση στο ιντερνέτ ή «δανείζονται» χαμηλής ταχύτητας από τον γείτονα, γεγονός που μπορεί να αποσυνδέει τα παιδιά από το μάθημα πολύ συχνά. Όσες προσπάθειες κι αν κάνουν οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές θα έχουν κενά εξαιτίας της τηλεκπαίδευσης.

Πώς θα μας φαινόταν αν γινόταν επανάληψη της χρονιάς σε αυτά τα παιδιά; Το έτος αυτό, δηλαδή, να μην υπολογίζεται στην εκπαιδευτική πορεία των μαθητών, ως έτος επανάληψης της χρονιάς αλλά ως έτος εκπαιδευτικής υποστήριξης. Αυτό είναι το πρότυπο του Γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο θα μπορούσε η χώρα μας να ενστερνιστεί προκειμένου να υποστηρίξει την εκπαίδευση όλων των μαθητών. Πρέπει το υπουργείο Παιδείας να δράσει άμεσα, για να ενισχύσει την εκπαίδευσή τους.
Επιπροσθέτως, το θέμα των Πανελλήνιων εξετάσεων είναι πολύ σημαντικό καθώς οι μαθητές θα εξεταστούν αποκλειστικά σε ότι διδάχτηκαν στα φροντιστήρια. Λαμβάνει άραγε το υπουργείο Παιδείας υπόψη του το άγχος των παιδιών αυτών που οι συγκεκριμένες εξετάσεις καθορίζουν το μέλλον τους; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε γιατί τους αφήνει μέχρι τελευταία στιγμή να αγωνιούν; Πρέπει να βρεθεί μία λύση. Τόσο ως γονέας, όσο και ως εκπαιδευτικός εκτελώ ρόλους ψυχολόγου ή κοινωνικού λειτουργού προκειμένου να σταθώ δίπλα στα παιδιά μας και να τα υποστηρίξω. Δεν είναι δυνατόν να ζουν στην αβεβαιότητα. Παροτρύνω όλους τους γονείς να στηρίξουν τα παιδιά τους, να τα ακούν, να τα συμβουλεύουν γιατί ζούμε σε δύσκολη εποχή αντιμετωπίζοντας πρωτόγνωρες καταστάσεις και έχουν την ανάγκη μας, περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή. Η κ. Κοβανίδου, ψυχολόγος, έχει δηλώσει πως… «Βέβαια, τα παιδιά έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται και να αναπτύσσουν άμυνες. Ωστόσο, εγώ μέσα στις τάξεις, και ειδικά στο Λύκειο, βλέπω παιδιά τρομερά αγχωμένα. Έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη να μιλήσουν. Έρχονται μόνα τους και με βρίσκουν. Θέλουν να ξεσπάσουν, να ξεδώσουν, να εκφράσουν όλα όσα νιώθουν», γεγονός που σημαίνει ότι οι μαθητές έχουν ανάγκη να μιλήσουν για αυτή τη νέα κατάσταση που βιώνουν.
Κι ας μην ξεχνάμε… «Η εκπαίδευση είναι δύναμη που γιατρεύει την ψυχή» και «η παιδεία είναι δεύτερος ήλιος για τους ανθρώπους», όπως σημείωσε ο κλασικός φιλόσοφος, Πλάτων.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το