Άρθρα

Η ταφή του «άλλου»

του Γιάννη Πολυμενίδη*

Τα κοιμητήρια είναι χώροι μέσα στην κοινωνία μας, όπου «κατοικούν» μνήμες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανίχνευση της ιστορίας ανθρώπων και κοινωνικών ή πολιτιστικών «ομάδων» ανθρώπων. Αντιπροσωπεύουν και αντανακλούν ιστορικές, πολιτικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές «αλλαγές» σε μια κοινωνία. Τα κοιμητήρια, λοιπόν, γίνονται κοινωνικοί χώροι, όπου συγκεντρώνονται πολλές και διαφορετικές συμβολικές έννοιες, τόσο στις υλικές όσο και στις άυλες διαστάσεις τους, και κυρίως ως έκφραση της κάθε κοινότητας και της συγκρότησης της ταυτότητας και της διαφορετικότητας.
Παρόλο που κάθε κοινωνία και πολιτισμός μπορεί να έχει σαφείς κανόνες ταφής, η χωρική διάσταση της ταφής του «άλλου», δηλαδή το ερώτημα για το «που» θα ταφεί, φαίνεται ότι ήταν πιο σημαντικό, από το «πως» θα ταφεί. Για να κατανοηθεί καλύτερα η συνάφεια αυτής της χωρικής διάστασης, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και η χωρική σχέση του ίδιου του κοιμητηρίου με την πόλη. Ο διαχωρισμός των τάφων ή και των χώρων ταφής, σε άλλες εποχές θεωρείται ως θετικό παράδειγμα αναγνώρισης της διαφορετικότητας και σε άλλες ως το ακριβώς αντίθετο.

Η συζήτηση σχετικά με το θέμα της θέσης του «άλλου νεκρού» συνυπάρχει στην ταφική κληρονομιά της κάθε χώρας.
Σήμερα, το δίκαιο στον δυτικό κόσμο, διασφαλίζει την αρχή της μη διάκρισης για θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς λόγους, σχετικά τις ταφικές διαδικασίες. Στην πράξη βέβαια, έχουν δημιουργηθεί ξεχωριστοί χώροι ταφής από θρησκευτικές κοινότητες.

Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, δέχτηκε πολλές φορές μεταναστευτικές εισροές, οι περισσότερες όμως των οποίων κατακλύζονταν από το ελληνικό στοιχείο και οι οποίες έγιναν είτε οικειοθελώς, είτε με βίαιο τρόπο, μετά από εμπόλεμες καταστάσεις. Το τελευταίο όμως χρονικό διάστημα, έχει δεχτεί και δέχεται συνεχείς μεταναστευτικές εισροές, είτε από όμορες χώρες (Βαλκάνια), είτε από χώρες της Ασίας και Αφρικής, λόγω των εμπόλεμων καταστάσεων που επικρατούν εκεί. Αν και ο σκοπός αυτών των σημερινών μεταναστών, είναι να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα, σαν πύλη εισόδου στις ευρωπαϊκές χώρες του βορρά και να συνεχίσουν το ταξίδι τους, παραμένουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη χώρα μας και φυσικά πολλοί από αυτούς παραμένουν μόνιμα. Αντίθετα με τα μεταναστευτικά ρεύματα του περασμένου αιώνα, τα σημερινά δεν εμπεριέχουν το ελληνικό στοιχείο και συνεπώς ούτε την ορθόδοξη, ή ακόμη και τη χριστιανική θρησκεία. Το πρόβλημα είναι αρκετά έντονο, αφού σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, σχεδόν 95.000 μετανάστες έφτασαν στις ακτές της Ευρώπης, μέσα στο 2018. Το βάρος των μεταναστευτικών ροών, δέχονται κυρίως τρεις χώρες: Η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, αλλά και λόγω της μεγάλης ακτογραμμής που διαθέτουν. Η Ισπανία, μέσα στο 2018, δέχτηκε 45.145 άτομα, ενώ η Ελλάδα 25.938 άτομα.

Το μεγάλο χρονικό διάστημα ή και η μόνιμη παραμονή μεγάλου μέρους αυτών, όπως αναφέρθηκε, συνεπάγεται γεννήσεις, αλλά και θανάτους πολλών από αυτούς. Οι μεταναστευτικές εισροές, συνεπάγονται κοινωνικές αλλαγές και ακολούθως, αύξηση της ποικιλίας των τελετουργιών του θανάτου και της μνήμης, αλλά πιθανόν και μεταβολή της όψης των κοιμητηρίων. Η σημερινή κοινωνία, πρέπει να αποδεχτεί το μετασχηματισμό της σε μια πολυφωνική και πολυπολιτισμική κοινωνία, όσο δέχεται τις μεταναστευτικές εισροές. Ένας μετασχηματισμός, που επηρεάζει επίσης την συγκρότηση της ελληνικής ταυτότητας και αντικατοπτρίζεται στην διαχείριση των ταφικών χώρων, αλλά και στα αντίστοιχα τελετουργικά τους.
Τα νεκρά σώματα δεν έχουν κάποιο ειδικό νομικό καθεστώς (π.χ. «νόμιμο», «παράνομος» μετανάστης). Κατά συνέπεια η διαχείρισή τους πρέπει να ακολουθεί τις στοιχειώδεις αρχές του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. όπως προβλέπεται από το ελληνικό Σύνταγμα.
Το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – το οποίο αναφέρεται στο σεβασμό του δικαιώματος στην «προσωπική και οικογενειακή ζωή» – αναγνωρίζει το δικαίωμα των οικογενειών στην αξιοπρεπή ταφή των αγαπημένων τους.

Στη περίπτωση της Λέσβου, του νησιού που έχει δεχτεί τον μεγαλύτερο όγκο των ροών από το Αιγαίο, η πλειοψηφία των θυμάτων έχει ταφεί στο Παλαιό Κοιμητήριο του Αγίου Παντελεήμονα, με αρκετά πρόχειρη σήμανση. Λόγω απουσίας θεσμοθετημένης διαδικασίας ή αρχής, η οποία ηγείται της διαδικασίας, κάθε ταφή ακολουθεί διαφορετική πορεία και εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα πόρων από πλευράς τοπικών αρχών, ούτως ώστε να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της ταφής. Ο ρόλος των τοπικών ΜΚΟ είναι κομβικής σημασίας, τόσο στη στήριξη των οικογενειών, όσο και στην προετοιμασία μιας αξιοπρεπούς ταφής. Η αύξηση του αριθμού των πολύνεκρων ναυαγίων, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο διαθέσιμο χώρο στο κοιμητήριο, είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία νέου χώρου ταφής, στη θέση Κάτω Τρίτος, περίπου 20 χιλιόμετρα από την πόλη της Μυτιλήνης. Να σημειωθεί ότι είναι ο πρώτος χώρος ταφής μουσουλμάνων στο νησί. Το νέο κοιμητήριο σίγουρα αποτελεί θετική εξέλιξη, αφού δίνει μια οριστική λύση στο πρόβλημα εξεύρεσης χώρου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένας Αιγύπτιος εθελοντής διαχειρίζεται το χώρο και διασφαλίζει ότι τα θρησκευτικά και πολιτισμικά ταφικά έθιμα τηρούνται. Για παράδειγμα, έχει δημιουργήσει ειδικό χώρο για την πλύση των νεκρών – απαραίτητη διαδικασία κατά τα μουσουλμανικά ταφικά έθιμα – και προετοιμασία για την ταφή. Αν και η περίπτωση του εθελοντή, χαρακτηρίζεται με θετικό πρόσημο, αυτό όμως καταδεικνύει τα κενά που υπάρχουν στο θεσμικό πλαίσιο και στις δομές.

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση, είναι στο ηπειρωτικό πέρασμα των μεταναστών στην Ελλάδα, στο ποταμό Έβρο. Συγκεκριμένα, στο μικρό Πομάκικο χωριό Σιδηρώ (Ντιμίριαν), από τα πρώτα χρόνια, οι μετανάστες θάβονταν σε δυο κοιμητήρια, που προϋπήρχαν. Με τα χρόνια όμως αυξήθηκαν οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές και κατά συνέπεια και οι θάνατοι, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, το 2005, έξω από το χωριό ένα νέο κοιμητήριο, αποκλειστικά για μετανάστες, όπου οι σοροί θάβονται με τις ισλαμικές παραδόσεις. Η σήμανση των τάφων είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη, και σ’ αυτή τη περίπτωση.
Στην άλλη γωνιά της Μεσογείου, η Ισπανία έχει να επιδείξει παραδείγματα αξιοπρεπούς διαχείρισης νεκρών σωμάτων, μελών άλλων θρησκειών, αλλά και διαχρονικά αντίθετα αποτελέσματα. Ιστορικά στην Ισπανία, αν και με το Βασιλικό Διάταγμα (Real Orden) του 1787 ρυθμίστηκαν τα θέματα των κοιμητηρίων, καθώς και της επιμέλειας αυτών, ωστόσο το ζήτημα των μη καθολικών θανόντων, παρέμενε ανεπίλυτο, παρά το γεγονός ότι η συνθήκη της Μαδρίτης του 1667, επέτρεπε ειδικά κοιμητήρια για Βρετανούς. Με το Διάταγμα του 1831, του Ferdinand VII, επιτράπηκε η δημιουργία κοιμητηρίων χωρίς εκκλησίες ή παρεκκλήσια. Το βρετανικό κοιμητήριο της Μάλαγα, ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε το 1831, ενώ ακολούθησαν στη Λα Κορούνια, Σανταντέρ και Μαδρίτη, όπου υπήρχαν βρετανικά προξενεία. Μετά την επανάσταση του 1854, θεσπίστηκε νέος νόμος, προβλέποντας την ίδρυση πολιτικών κοιμητηρίων, ή κοιμητηρίων για «μη καθολικούς». Η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, που απορρέει από το ισπανικό σύνταγμα του 1869, επέτρεψε την ίδρυση ιδιωτικών κοιμητηρίων, όπως το εβραϊκό στη Θέουντα. Παρά όλους τους νόμους που θεσπίστηκαν κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο σεβασμός στην αξιοπρεπή ταφή του «άλλου» δεν ακολουθήθηκε σε όλες τις περιπτώσεις. Τα πολιτικά κοιμητήρια, ήταν συνήθως χωροθετημένα «σε μια γωνιά στο δημοτικό ή καθολικό κοιμητήριο» και ακόμη περισσότερο η ταφή όσων δεν άξιζαν μια εκκλησιαστική τελετή, τοποθετούνταν στα τείχη των κοιμητηρίων, ή και έξω απ’ αυτά. Βέβαια αυτοί οι χώροι, μετατράπηκαν σε χωματερές, εγκαταλελειμμένοι και ερημοποιημένοι.

Κατά την διάρκεια του εμφύλιου πολέμου στην Ισπανία, δημιουργήθηκαν πολλά κοιμητήρια για τους Μαροκινούς φονευθέντες στρατιώτες, που αγωνίστηκαν στο πλευρό του Φράνκο. Πολλά από αυτά εγκαταλείφθηκαν μετά τον πόλεμο και κάποια επαναλειτούργησαν στη δεκαετία του ‘80 και χρησιμοποιούνται σήμερα από μουσουλμανικές κοινότητες, όπως αυτό της Σεβίλλης. Το καθεστώς του Φράνκο (1939-1975) επέστρεψε στην Καθολική Εκκλησία τη διαχείριση των κοινοτικών κοιμητηρίων, ως ιερούς χώρους. Σ’ αυτά όμως, συμπεριέλαβε και τα ήδη υφιστάμενα πολιτικά κοιμητήρια, όπου άρχισαν να συγκεντρώνουν θανόντες από άλλες θρησκείες, σε διακριτούς χώρους, μέσα στα κοινοτικά. Η σαφής διάκριση, μέσα στην ομοιογένεια των καθολικών κοιμητηρίων, ήταν το χαρακτηριστικό αυτών των χώρων. Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ακυρώθηκε αυτό το θεσμικό πλαίσιο. Ο νόμος 48/3ης Νοεμβρίου 1978, απαγόρευσε την διάκριση των ταφικών χώρων και τελετουργιών, για θρησκευτικούς λόγους και ανέθεσε και πάλι στην τοπική αυτοδιοίκηση τη διαχείριση των κοιμητηρίων, ως χώρους πολιτικής και θρησκευτικής ταφής. Ο νόμος 7/1980 ολοκλήρωσε την θρησκευτική ελευθερία και αναγνώρισε το δικαίωμα, σε μια «αξιοπρεπή ταφή, χωρίς διακρίσεις για θρησκευτικούς λόγους». Στη συνέχεια βέβαια, το 1992, οι εβραϊκές και μουσουλμανικές κοινότητες, κατοχύρωσαν νομικά, την ίδρυση και διατήρηση ειδικών χώρων ταφής.
Συνοπτικά, οι κοινωνίες που δέχονται μεταναστευτικές ροές, αντιμετωπίζουν προβλήματα, όσον αφορά την προσαρμογή των υπηρεσιών, του θεσμικού πλαισίου και των δομών, ώστε να καλύψουν τις ανάγκες για μια αξιοπρεπή ταφή των «άλλων» θανόντων, με διαφορετικές θρησκευτικές και τελετουργικές απαιτήσεις.
Οι διακρατικές σχέσεις που διατηρούν οι μετανάστες με τις χώρες προέλευσής τους, παίζουν επίσης ένα σημαντικό ρόλο στις ταφικές τους πρακτικές, ειδικά όσον αφορά τον επαναπατρισμό του θανόντος.

Σήμερα πλέον προκύπτει ότι, όλο και περισσότεροι μετανάστες ζουν και πεθαίνουν μακριά από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρώντας παράλληλα σημαντικούς δεσμούς μ’ αυτή, ακόμη και αν είναι αρκετά απομακρυσμένη από εκεί που ζουν.
Η συζήτηση σχετικά με το θέμα της θέσης του «άλλου νεκρού» πρέπει να ενσωματώνεται στην ταφική κληρονομιά της κάθε χώρας.

*τοπογράφου μηχ. – υποψ. διδάκτορα Πολεοδομίας Χωροταξίας
αν. διευθυντή κοιμητηρίων Δήμου Βόλου

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το