Θ Plus

Η περιπέτεια της Νεραϊδότρυπας

του Κυριάκου Παπαγεωργίου*

«Οι δ’ άρα Βουπράσιον τε και Ήλιδα δίαν ένναιον…
πέτρη τ’ Ωλενίη και Αλήσιον εντός εέργει…»
Ιλιάδα Β 615, 617

Υπάρχει ένα βουνό στην Πελοπόννησο (κάτι ανάμεσα σε βουνό, λόφο, ενιαίο βράχο ή και όρος), που έχει το πιο περίεργο σχήμα, αλλά και το πιο ελκυστικό βραχώδες επίθεμα γι’ αυτούς που το παρατηρούν από μακριά.
Ναι! Το βουνό αυτό μόνον από μακριά παρατηρείται. Δύσκολα προσεγγίζεται και πολύ πιο δύσκολα εξιχνιάζεται ή διασχίζεται…
Όχι ότι δεν είναι βατό, αλλά διαθέτει πραγματικά δύσκολα περάσματα, ανεβάσματα και διασχίσματα. Είναι ένας επιμήκης βράχος με διαρκή καμπυλώματα και ταλαντώσεις που δημιουργεί αληθινή πρόκληση, σαν κι αυτή που με ταρακούνησε κι εμένα εδώ και κάμποσα χρόνια, όταν την έβλεπα περνώντας είτε από τον άξονα Πατρών – Πύργου είτε από τον περίφημο 111 (ορεινό δρόμο Πάτρας – Τρίπολης, κάτω από τη Δίβρη [Λάμπεια]).
Μοιάζει με καμπυλωτή ράχη καμήλας (καθώς έχει δυο ισοϋψείς ήβους) ή κοιμισμένη νεράιδα, μιας και οι θρύλοι που το κανακεύουν και το διατηρούν στους αιώνες θέλουν το βουνό αυτό να κρύβει την πιο εντυπωσιακή σπηλιά (σπηλαιοβάραθρο στην πραγματικότητα), που διατηρείται αναλλοίωτο από τα αρχαία χρόνια, μέσα στο οποίο έλαβαν χώρα πολλές αναταράξεις, επιμειξίες και περιπέτειες ανθρώπων και θεών του μυθικού πλέγματος των αρχαίων Ελλήνων.
Σε αυτή την «παγίδα» έπεσε και ο Όμηρος που τη θεωρούσε αρχαίο τόπο λατρείας τον οποίο δύσκολα μπορούσε να επισκεφθεί κανείς.
Μιλούμε για τη Νεραϊδότρυπα του όρους Σκόλλις!
Άκου όνομα για βουνό! Σκόλλις…
Κι όμως αυτό είναι το επίσημο όνομα του βουνού, που καταγράφεται και στους χάρτες της Πελοποννήσου, άλλο αν σήμερα οι ντόπιοι το αποκαλούν με το όνομα του χωριού που ριζώνει στη βορειοδυτική του κόψη: Σανταμέρι…
Υπάρχει ωστόσο και τέταρτο όνομα σε αυτό το βουνό: Πορτιανό βουνό. Βγαλμένο από το όνομα του άλλου χωριού (Πόρτες), που είναι σκαρφαλωμένο στη νοτιοδυτική πλαγιά του βουνού.
Ο Όμηρος λοιπόν το αναφέρει με την ονομασία Ωλένιος Πέτρη, οι αρχαίοι το αποκαλούσαν Σκόλλις και οι σημερινοί το βάφτισαν Σανταμέρι ή Πορτιανό βουνό. Ένα και το αυτό.

Η Ωλένιος πέτρα όπως φαίνεται από δυτικά

*
Ο βασικός μύθος: Στο όρος Σκόλλις (Ωλένιος βράχος), ζούσε μια μάνα που γεννούσε νεράιδες και τις ανάθρεφε βαθιά μέσα σε μια απρόσιτη σπηλιά. Η σπηλιά αυτή στ’ αρχαία χρόνια κουβαλούσε ιδιαίτερο φορτίο. Συμβολικό, αρχαιολογικό και ιστορικό. Από τη σπηλιά αυτή, που ήταν χωμένη σε μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια της βραχώδους πλαγιάς του βουνού, μπορούσε κανείς να εποπτεύει ολόκληρη την πεδιάδα της Ήλιδας, το κάστρο Χλεμούτσι, την Κυλλήνη, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλλονιά και το μισό Ιόνιο πέλαγος.
Είναι πράγματι ένας ιδανικός κι εξαίσιος εξώστης – βίγλα – παρατηρητήριο της Κοίλης Ήλιδας κι όλων των στεριανών μα και θαλασσινών δρόμων.
Η κατοικία αυτή της Νεράιδας – μάνας, ουσιαστικά αποτελούσε ένα βαθύ σπηλαιοβάραθρο κάτω από την κορυφογραμμή του όρους Σκόλλις. Ήταν η έδρα και το φοβερό Ιερό όλων των Νεράιδων, για τις οποίες σήμερα – κι από παλιά – επικρατούσαν αλλεπάλληλες διαφορετικές και ζωντανές αφηγήσεις.
Γι’ αυτό και σήμερα ο τόπος θεωρείται αρχαιολογικός κι επισημαίνεται με αλλεπάλληλες πινακίδες, οι οποίες – όλες – δείχνουν την κατεύθυνση της Νεραϊδότρυπας.
Η νεραϊδότρυπα του Ωλένιου βράχου βρίσκεται ελάχιστα πιο πάνω από το χωριό Πόρτες, στο νότιο σκέλος του Νομού Αχαΐας.
Αυτή η νεραϊδοσπηλιά υπήρξε το επιμέρους κίνητρο που συδαύλιζε την αρχική μου επιθυμία να βρω ποια ήταν η ομηρική Ωλένια Πέτρα.
*
Ξεκινώ από την Πάτρα με καλό καιρό, ακολουθώντας τον παράλιο εσωτερικό της δακτύλιο που οδηγεί στον Πύργο. Περνώ όλα τα δυτικά παράλια, Βραχνέικα, Τσουκαλέικα και στα Καμίνια στρίβω αριστερά εκεί όπου υπάρχει πινακίδα που οδηγεί στη ΒΙΠΕ της Πάτρας. Εκεί τα χιλιόμετρα που γράφει ο χιλιομετρητής μου είναι 15.
Από την είσοδό μου μέχρι το Κατάστημα Κράτησης της Πάτρας (Άγιος Στέφανος) ανεβοκατεβαίνω λόφους με αδιάφορες εικόνες.
Στα 18 χιλιόμετρα φτάνω στην πρώτη μεγάλη διασταύρωση, όπου βλέπω την πρώτη πινακίδα που γράφει Σανταμέρι. Από δω και πέρα εμφανίζονται παράξενα ονόματα χωριών, όπως Διδαχέικα, Μοιρέικα, Κουνελέικα, Μπινιαρέικα, Σπηλιαροπουλέικα…
Περνώ το Κατάστημα Κράτησης (Φυλακές του Αγίου Στεφάνου) από όπου αρχίζει ο καζάς του Δήμου Ωλενίας.
Διασχίζοντας τα Ζησιμέικα και μέσα στα αδιαφανή όρια των χωριών Φώστενα και Άχλα διακρίνω, καθώς οδηγώ, προς νότο, ένα περίεργο λοφώδες ανάχωμα με στυλωμένες πέτρες στην κορυφή του. Στα ριζά του πευκιωμένου λόφου διακρίνω επίσης μια γερμένη πινακίδα με τον ολωσδιόλου παράξενο τίτλο ΑΙΓΥΠΤΟΚΑΣΤΡΟ.
Σταθμεύω και κοιτάζω γύρω μου. Ένα αγροτόσπιτο με τεράστιο υποστατικό, ένα αμπέλι κι ένα ποτάμι που διακινεί μπόλικο νερό μέσα από μια ειδυλλιακή κοιλάδα. Δεξιά μου παρατηρώ μια πρόχειρη στάνη και κάποια σκυλιά κλεισμένα σε περίφραχτο κιόσκι. Αριστερά μου βλέπω μια νεαρή αγρότισσα, η οποία με ενημερώνει πως μπορώ ν’ ανέβω στο κάστρο, ώς την κορυφή του λόφου, αρκεί να μετακινήσω τη σιδεριά που φράζει την είσοδο.
Παίρνω τις μηχανές μου κι ανηφορίζω. Παρακάμπτω τα σκυλιά και διασχίζω πέτρες που σωριάστηκαν από αλλεπάλληλες κατολισθήσεις του άγνωστου κάστρου.
Σε πέντε λεπτά βρίσκομαι μπροστά σε ένα εντυπωσιακό υπόλειμμα πυργοειδούς πύλης που αφήνει ελάχιστο πέρασμα στο εσωτερικό του κάστρου. Περνάω με προσοχή, γιατί εξακολουθούν οι πτώσεις και οι κατολισθήσεις, αφού δεν έχει ληφθεί καμία πρόνοια για τη στήριξη και προστασία του μεσαιωνικού αυτού κάστρου, που παρόλα αυτά θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο κάστρο σε ολόκληρη την Αχαΐα.
Είναι δυστυχώς αφημένο στην τύχη του και όπως όλα τα μνημεία σε αυτή τη χώρα αντιμετωπίζονται ως εχθρικά υπολείμματα.
Φεύγω εντυπωσιασμένος μα και χολωμένος για την τύχη του, αφού μέρα με τη μέρα το κάστρο αυτό γέρνει, σωριάζοντας στο έδαφος κομμάτια από τους τοίχους και την πυργοειδή του κατασκευή.

Το Αιγυπτόκαστρο

Καθώς πλησιάζω στο Σανταμέρι – έτσι πια το βλέπω στις πινακίδες και το λέω – όλο και διογκώνεται η παράξενη κορμοδεσιά του με τους πολλαπλούς ήβους που αχνίζουν στο μεσημεριάτικο φως.
Στα 37 χιλιόμετρα από την Πάτρα υπάρχει είσοδος αριστερή που γράφει «Σανταμέρι» και «Αλεξίπτωτο Πλαγιάς». Ανηφορίζω για χίλια περίπου μέτρα ώσπου σταματάει ο δρόμος σε εξωκλήσι με κάθετα βράχια από πάνω μου. Λίγο πριν, φεύγει χωματόδρομος δεξιά, που σε άλλα χίλια μέτρα τερματίζει στον χώρο των εγκαταστάσεων του Αλεξιπτώτου.
Γύρω μου απλώνεται μια παράξενη ησυχία που τη διογκώνει η άπλετη ορθοπλαγιά του βουνού. Ένας βοσκός με ενημερώνει ότι στην κορυφή ανοίγεται ένα τεράστιο πλατό, από το οποίο έχεις εκπληκτική θέα σε όλον τον Μοριά. Ερευνώ με προσοχή το εξαίρετο αυτό τοπίο και κινούμαι προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις από όπου θα είχα τη δυνατότητα να σκαρφαλώσω στην κορυφογραμμή. Δεν έχω όμως χρόνο γιατί βιάζομαι να δω το σπηλαιοβάραθρο της Νεραϊδότρυπας.
Επιστρέφω στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί, σε άλλα έξι χιλιόμετρα, στο χωριό Πόρτες. Εδώ διαπιστώνω ότι υπάρχουν αλλεπάλληλες κατευθυντήριες πινακίδες που δείχνουν τον Αρχαιολογικό Χώρο. Ποιον αρχαιολογικό;
Στα 43 χιλιόμετρα ακριβώς από την Πάτρα σταθμεύω στο επάνω μέρος του χωριού Πόρτες, όπου και το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη.
Αριστερά μου ορθώνονται τεράστιοι και συμπαγείς ογκόλιθοι. Η πινακίδα γράφει «Νεραϊδότρυπα» και με τεράστιο γαλάζιο μαρκαδόρο είναι γραμμένες πάνω στις λευκόγκριζες μεγαλιθικές βραχόπλακες οι λέξεις:
50 μ. (με όρθιο βέλος) Σπηλιά.
Δοκιμάζω έκπληξη, καθώς δε διακρίνω ομαλή είσοδο – ανάβαση για τη σπηλιά, εκτός από το σημείο που δείχνει το βέλος, το ύψος του βράχου του οποίου ξεπερνάει τα δυο μέτρα.
Πώς θ’ αναρριχηθώ;
*
Κάνω τρεις απόπειρες, αλλά και οι τρεις χωρίς επιτυχία.
Ύστερα δοκιμάζω να γαντζωθώ από μια απειροελάχιστη εγκοπή του βράχου και να συρθώ επάνω του μέχρι να πατήσω σε άλλο βραχάκι που διαθέτει μικρή πατούρα.
Μαζί μου όμως κουβαλώ δυο μηχανές, οι οποίες με παρενοχλούν στα πιασίματα και τις έλξεις που επιχειρώ, καθώς στροβιλίζονται γύρω από τον άξονά μου, αφού είναι δεμένες χιαστί στον ώμο μου.
Η ανοδική και σχεδόν κάθετη απόσταση από το δρομάκι ίσαμε το χείλος της Νεραϊδότρυπας δεν ξεπερνάει τα πενήντα μέτρα, όπως σωστά το έχουν γράψει οι ντόπιοι. Αλλά καθώς τα βράχια είναι αιχμηρά, κατακόρυφα – ευτυχώς όχι ολισθηρά – μου αναλώνουν χρόνο μισής ώρας, ώσπου να βρεθώ στο σημείο του θεϊκού στομίου, από το οποίο θα αγναντέψω τον βυθό της σπηλιάς, τα ολόγυρα κρημνώδη τειχία και την εποπτική θέα που απλώνεται σε απέραντο μήκος.
Από τη μεριά που σκαρφαλώνει κανείς – φυσικά με τη βοήθεια των χεριών – υψώνεται σαν ομπρέλα μια καμπύλη γραμμή ενός φυσικού και προστατευτικού για τον πυθμένα της σπηλιάς περίβολου, ο οποίος κλείνει σφραγίζοντας το βάραθρο από την ομαλότερη – ας την πούμε έτσι – πλευρά της Νεραϊδότρυπας.
Είναι λίγες οι φραστικές δυνάμεις του ανθρώπου που θα μπορούσαν να αποδώσουν με λέξεις το θέαμα, την ανάβαση, αλλά και την εκπληκτική κάτοψη της Νεραϊδότρυπας.
Οι πλακώδεις ασβεστόλιθοι δυναμιτίζουν την όλη απόπειρα, αλλά εργαλειοποιούν το εγχείρημα της ανθρώπινης δυναμικής ώστε να αναρριχηθώ και στη συνέχεια να καταρριχηθώ ώς τον πυθμένα του σπηλαιοβάραθρου.
Φυσικά η απόπειρά μου μένει ημιτελής, αφού δεν έχω τα μέσα, τις δυνάμεις, τη συντροφιά και το σθένος αν θέλετε, για να κατέβω στον βυθό του βάραθρου, που ας σημειωθεί είναι κατάφυτο από αναδενδράδες και πυκνή βλάστηση (σύσταση άγριας πόας) μέχρι τουλάχιστον το στόμιο της τρούπας.
Από κει και μέσα άγνωστο το τι υπάρχει…
Ωλένιος Πέτρα είναι αυτή…

9 του Mάρτη 2019

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το