Θ Plus

Η Μάνη του Φέρμορ – Μικρά και μεγάλα μονοπάτια της ιστορίας

Του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Βαδίζοντας στο ξερακιανό τοπίο της Μάνης, δεν μπορείς να μη σκέφτεσαι τον μεγάλο «Μανιάτη» συγγραφέα, ταξιδιώτη και περιηγητή, που έζησε σαράντα – και βάλε – χρόνια από τη ζωή του σε αυτές τις εσχατιές γράφοντας συνάμα ένα από τα πιο αξιόλογα βιβλία που έχουν γραφεί για τη χερσόνησο της πέτρας, των πύργων και της αδούλωτης ελευθερίας: Tη «Μάνη»…
Ο «Μανιάτης» συγγραφέας δεν είναι άλλος από τον Βρετανό Πάτρικ Λη Φέρμορ, μόνιμο κάτοικο της Μάνης τα τελευταία σαράντα χρόνια (1963-2011), αφού το «σπίτι» που έχτισε υπήρξε η εστία συνάντησης πλήθους πνευματικών ανθρώπων της θρυλικής γενιάς του τριάντα…
Το σπίτι του Φέρμορ, όπως αναφέραμε την περασμένη Κυριακή, βρίσκεται στο προάστιο Καλαμίτσι, ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την Καρδαμύλη.
Ωστόσο ο «πολίτης» αυτός της Καρδαμύλης αναλώθηκε – όσο κανένας άλλος στην Ελλάδα – στη Μάνη και μάλιστα την Προσηλιακή, τη Μάνη της πέτρας, του φρύγανου και του αδάμαστου φρονήματος των «ταραχοποιών» Ελλήνων.
H περιήγηση που έκανε στο μανιάτικο ύπαιθρο, το ξεσκάλισμα των μανιάτικων θρύλων και χαρακτήρων, το λιοπύρι κι οι αγρύπνιες, καθώς και τα φεγγαρόλουστα δείπνα στις ταράτσες των πυργόσπιτων, έμειναν παροιμιώδη, γιατί αυτά και τόσα άλλα μυστικά του σκληρού, πυρωμένου τοπίου της, τον κατέστησαν κοινωνό και μύστη της, αλλά και περίτεχνο αφηγητή του τόπου και των ανθρώπων στη χώρα μας.

Η αυλή του σπιτιού του

Ο άνθρωπος που εγκατέλειψε την πατρίδα του το 1933 για να πεζοπορήσει ώς την Κωνσταντινούπολη, ο άνθρωπος που βάδισε στην Ελλάδα περιπλανώμενος στα πιο ιδιόμορφα τοπία της ελλαδικής χώρας, τα Κράβαρα, τη Μάνη και το Άγιον Όρος, ο άνθρωπος που στην Κρήτη έγινε ο εμπνευστής και εκτελεστής της απαγωγής του Κράιπε, ο άνθρωπος που έγινε θρύλος στον Ψηλορείτη και στον Ταΰγετο, ο συγγραφέας δυο υπέροχων βιβλίων ταξιδιωτικού περιεχομένου για την ηπειρωτική Ευρώπη, ο «φτωχός προσκυνητής, ο περιπλανώμενος καλόγερος, ο περιηγητής φιλόσοφος κι ο μοναχικός ιππότης», όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλείται, αυτός «ο πλάνητας γόης και πολεμιστής», κατά την έκφραση της βιογράφου του Άρτεμης Κούπερ, ένας «λογοτεχνικός θησαυρός, ένα αμάλγαμα δράσης και παρατήρησης», κατά τον Observer, υπήρξε ο καλύτερος, κατά την άποψή μας, ανιχνευτής, συγγραφέας και αφηγητής του παραμυθιού της Μάνης.
Ενός βιβλίου που μιλάει με γνώση και αγάπη για την πολιτεία της πέτρας, τον άνθρωπο και το τοπίο, τους μύθους και τα κατορθώματα, την περιπέτεια της ξερολιθιάς που κάνει τον περισσότερο κόσμο ν’ απομακρύνεται γρήγορα και κάποιους άλλους να μη θέλουν ποτέ να φύγουν απ’ αυτήν. Ένας απ’ αυτούς τους τελευταίους έγινε και ο Φέρμορ…
Η ασίγαστη περιέργειά του, η βαθιά γνώση της ελληνικής ιστορίας κι ο λιτός ενθουσιασμός του τον έχρισαν μανιακό πότη του Μανιάτικου τοπίου, το οποίο άσκησε επάνω του τέτοια γοητεία και επιρροή, που δεν το εγκατέλειψε ποτέ.
Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ο κατά κόσμον Μιχάλης, έζησε σαν πολεμιστής Μανιάτης, γυρνώντας κάθε σπιθαμή της γης της και σαρώνοντας όλες τις γωνιές της Μανιάτικης φύσης.
Έτσι βγήκε η «Μάνη» του. Mια «Μάνη» που γράφτηκε στη μητρική του γλώσσα και αποδόθηκε στα ελληνικά με έναν υπέροχο γλωσσικό τρόπο από τον Τζανή Τζανετάκη – ναι, τον πρώην πρωθυπουργό, της μεταβατικής κυβέρνησης.
Το βιβλίο του Φέρμορ για τη Μάνη κινείται σε πολλά επίπεδα, αλλά και σε πολλές περιοχές. Εμείς εδώ θα «περπατήσουμε», παρέα με τον Φέρμορ, σε τρία ειδικά μανιάτικα τοπία, τη Βάθεια, το Τηγάνι και τους Νυκλιάνους.

Άποψη της Καρδαμύλης

*
Η Βάθεια είναι το γνωστό Μανιάτικο καστροχώρι που αποτελείται μονάχα από πυργόσπιτα κι είναι χτισμένο σε ένα φυσικό έξαρμα ψηλόσωμου λόφου. Το Τηγάνι είναι ένας μακρύς επίπεδος «λαιμός» που χώνεται βαθιά μέσα στη θάλασσα και που στην άκρη του είναι σωριασμένο ένα από τα σπουδαιότερα Μανιάτικα φρούρια, το οποίο έχτισε ο Γουλιέλμος ο Β’ ο Βιλλαρδουίνος, περίπου το 1248. Οι Νυκλιάνοι τέλος είναι μια ράτσα άγριων κι αδάμαστων Μανιατών που κατοίκησαν την περιοχή ανάμεσα στην Κίττα (ή Κοίτα) και τα Νόμια, δυο από τους σημαντικότερους οικισμούς της Μέσα Μάνης, στον δρόμο για τον Γερολιμένα και το Ακροταίναρο.
Περπατήσαμε λοιπόν και στα τρία μανιάτικα τοπία, αλλά «περπατήσαμε» και μέσα από τις υπέροχες σελίδες των αφηγήσεων και των περιγραφών που επιχειρεί να δομήσει ο εξαίσιος αυτός συγγραφέας και ταξιδευτής.
Όμως αυτοί οι Νυκλιάνοι ποιοι ήταν;
«Είχα ακούσει αυτή την ασυνήθιστη λέξη», γράφει ο Φέρμορ. «Τι σήμαινε; Οι Νυκλιάνοι, αντίθετα απ’ τους αχαμνόμερους (1) ή δουλοπάροικους, ήταν ένα είδος στρατιωτικής γαιοκτημονικής αριστοκρατίας. Από ποιο μέρος της γης ήρθε αυτή η λέξη, μια και στα ελληνικά που μιλάμε δε σημαίνει τίποτα… Αυτός ο παράξενος φεουδαρχισμός ανήκε στη Νυκλιάνικη οικογένεια των Γκλεζάκων, των Γκλέζων, μια αταίριαστη παρέκκλιση απ’ τον δημοκρατικό κόσμο της μεταβυζαντινής Ελλάδας, που ηχούσε τόσο ιδιόρρυθμα που αποφάσισα ν’ ανακαλύψω περισσότερα»….
Και παρακάτω δίνει, με όμορφη περιγραφή, τις κατοικίες, τους πύργους, τον χαρακτήρα και το περιβάλλον των Νυκλιάνικων χωριών.
«Ένα πυκνοπλεγμένο διχτυωτό από τοίχους σκεπάζει αυτό το κατωφερικό τοπίο μέχρι τις χαλαρές άκρες των ατραπών, σε μικρή απόσταση απ’ τις απότομες πλαγιές του Ταΰγετου και σβήνει ανάμεσα στους βράχους… Ο συμπαγής βράχος της Μάνης σπάζει μέσα απ’ τα σποραδικά σταροχώραφα σε ασπρισμένες γυρτές ράχες φαλαινών και λεπτές λεπίδες μεταλλεύματος. Όλα είναι άσπρα σαν το κόκαλο. Μερικές φορές σωροί απ’ τις σχιστές αυτές πέτρες συγκεντρώνονται κοντά κοντά και σου δίνουν την αυταπάτη ολόκληρων χωριών. Τυχαίοι ογκόλιθοι που μοιάζουν με άγρια Κελτικά μνημεία… Αγριλιές και κάκτοι περιβάλλουν τα κομμάτια απ’ τις πέτρες πούναι σκορπισμένα εδώ και κει και μονάχα ένας τραχύς σταυρός χαραγμένος στο κεφαλόθυρο ή ένα σκαλισμένο ζώο που δείχνει ότι χρονολογούνται από τη λίθινη εποχή. Τα μοναδικά άλλα κτίρια που υπάρχουν είναι τα αμέτρητα μικροσκοπικά παρεκκλήσια, σκεπασμένα με στεγόπλακες σαν καβούκια δασυπόδων»…
Αλλά ας πλευροκοπήσουμε λίγο τη μεγάλη αυτή χερσόνησο (του Κάβο Γκρόσσο), κινούμενοι δυτικά από τα Νόμια, για να περπατήσουμε, μαζί με τον Φέρμορ, ώς τη βόρεια άκρα της που αποτελεί, γεωγραφικά, αλλά και ιστορικά, ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της Μάνης, το θρυλικό Τηγάνι.
Το ακρωτήρι Τηγάνι, «το δυνατό χέρι με τη σφιγμένη γροθιά» (2), αυτό που υψώνει προς τα βόρεια ο αγριωπός Κάβο Γκρόσσο, δεν είναι μόνο μια παράξενη χερσονησίδα που εισχωρεί και κομματιάζει αδίστακτα τη θάλασσα για ν’ αγκαλιάσει προστατευτικά το λιμανάκι του Μέζαπου, αλλά είναι και μια στρατηγική τοποθεσία. Είναι μια εκπληκτική βίγλα που αγναντεύει κι επισκοπεί τη Δύση και το πέλαγος.

Το θρυλικό «Τηγάνι» με το φράγκικο κάστρο στην άκρη

Αλλά ας δούμε πώς έχουνε δει το Τηγάνι τα μάτια και η έρευνα του Φέρμορ στην υπέροχη «Μάνη» του:
«Το Τηγάνι είναι μια προεξοχή του βράχου που μοιάζει με το χέρι ενός τηγανιού (από όπου και το όνομά του) που απλώνεται απ’ την άλλη μεριά του κόλπου, τρία μίλια απ’ το Μέζαπο και καταλήγει, στην άκρη, σ’ έναν μεγάλο ψηλό βράχο. Ο βράχος αυτός καλύπτεται από ένα ερείπιο, το κάστρο της Μαΐνης ή Le Magne στα γαλλικά – από όπου πήρε τ’ όνομά της ολόκληρη η περιοχή. Χτίστηκε, πάνω από παλιές βυζαντινές βάσεις, απ’ τον Γουλιέλμο Β’, στα 1248 κι ήταν ένα από τα τρία μεγάλα κάστρα, που υπερασπίζανε το κράτος του, της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου. Τ’ άλλα δύο ήταν ο Μυστράς κι η Μονεμβάσια. Το τηγανόχερο που το ενώνει, αποτελείται από ένα νήμα από άσχημους κώνους, πριονωτά βράχια και κοιλώματα από αλάτι. Αισθανόμαστε τα βράχια, αιχμηρά σαν λάμες ξυραφιών, κάτω από τις σχοινένιες μας σόλες. Μια δίχως ίσκιο ερημωμένη αγριότητα»…
Εγκαταλείπουμε αυτό το υπέροχο φυσικό και ιστορικό μνημείο και πιάνουμε τον λαιμό της χερσονήσου, βαδίζοντας ανάμεσα από τα κοφτερά βράχια, τις στέρνες με τα «σταυρουδάκια», τα πέτρινα καλύβια εποχής και τους προμαχώνες κι ύστερα παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής μέσα απ’ τη Αγία Κυριακή και το Σταυρί.
Βγαίνουμε στα Νόμια και κατηφορίζουμε ύστερα για τα Άλικα και τη Βάθεια. Πριν όμως καταλήξουμε στη Βάθεια, την αγαπημένη στάση του Φέρμορ, κάνουμε μια παράκαμψη και στρίβουμε αριστερά, για τα Μουντανίστικα.
Το Μανιάτικο αυτό χωριό, είναι, κατά την άποψή μου, ο εντυπωσιακότερος και πιο επαλξιακός οικισμός της Λακωνικής χερσονήσου. Είναι μια αρμαθιά πυργοειδή σπίτια που ιππεύουν την κορυφογραμμή και στέκουν αμυντικοί πυλώνες στους αγέρηδες. Τραβούμε στην πίσω κορυφή των Μουντανίστικων. Αγναντεύουμε από την κορφή του τον όρμο του Γερολιμένα και το οροπέδιο της μανιάτικης Θηβαΐδας. Γυρίζοντας για τη Βάθεια πέφτουμε επάνω στις αλλεπάλληλες λάκες, τις χτιστές ξερολιθιές που πιάνουν με γεωμετρικό τρόπο όλη την πλαγιά μέχρι τον πάτο της χαράδρας.
Αλλά ας δώσουμε και πάλι τον λόγο στον Πάτρικ Λη Φέρμορ, καθώς ανηφορίζει στο φοβερό – κι έρημο πια – καστροχώρι της Βάθειας, όπου θα μείνει φιλοξενούμενος για λίγες μέρες.
«Πολλά πράματα στην Ελλάδα» γράφει ο Φέρμορ αναφερόμενος στην ετυμολογία της λέξης «Κακαβούλια», στο ομώνυμο κεφάλαιο που αποτελεί και το θέμα των περιγραφών της ζωής στη Βάθεια, «έχουνε μείνει αναλλοίωτα απ’ τον καιρό του Οδυσσέα κ’ ίσως το πιο καταπληκτικό απ’ όλα είναι η φιλοξενία που δείχνεται στους ξένους: Όσο πιο απόμακρη κι ορεινή είναι η περιοχή, τόσο λιγότερο έχει αλλάξει αυτή η συνήθεια… Δεν υπάρχει πιο καλή περιγραφή για την παραμονή ενός ξένου στη μάντρα ενός Έλληνα βοσκού, απ’ την περιγραφή του Οδυσσέα όταν μπήκε μεταμφιεσμένος στην καλύβα του χοιροβοσκού Εύμαιου στην Ιθάκη»…
Κλείνοντας το κεφάλαιο για τη Βάθεια, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ψιθυρίζει, αναπολώντας τη Μανιάτικη ζωή και το λιτό, ξερακιανό τοπίο: «Aισθάνθηκα πως θα ήθελα να μείνω εκεί για πάντα»…

(1) αχαμνόμεροι: oι κάτοικοι της Κάτω Μάνης, οι τιποτένιοι κι οι παραθαλάσσιοι.
(2) Γεωργία Κούτσαρη, Laconia’s Traveller

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το