Άρθρα

Η ελληνική κρίση χρέους μάς ωρίμασε;

 

 

του Γ. Καπουρνιώτη 

 

Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση το 2010, οι περισσότεροι πολίτες καταφέρονταν εναντίον των πολιτικών ηγεσιών, πως λόγω σπατάλης και κακοδιοίκησης οδήγησαν την χώρα στην καταστροφή. Σχεδόν κανείς (ή ελάχιστοι) δεν ομολογούσε πως στο αδιέξοδο οδηγήθηκε το κράτος λόγω λαϊκών πιέσεων για όλο και μεγαλύτερες παροχές και γενναιόδωρη εισοδηματική πολιτική. Όταν ο τότε επικεφαλής του ΔΝΤ (Ντομινίκ Στρος-Καν) είχε δηλώσει (5 Μαΐου 2010) πως το 75% των κρατικών δαπανών στην Ελλάδα πήγαινε για μισθούς του δημόσιου τομέα και συντάξεις, το 20% για δραστηριότητες του κράτους και το 5% για εξυπηρέτηση δανείων από το εξωτερικό, σχεδόν κανείς δεν εννοούσε να το παραδεχθεί.  

Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η καταστροφή για την ελληνική οικονομία και κοινωνία ήταν αναπόφευκτη. Έτσι τον Απρίλιο του 2010 ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωνε από το Καστελόριζο την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η χώρα έμπαινε τότε στα «μνημόνια» και στα σκληρά μέτρα λιτότητας. 

Το πρώτο μνημόνιο ψηφίστηκε στις 6 Μαΐου του 2010, αν και είχαν προηγηθεί μέτρα λιτότητας από την τότε κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου.  Με το πρώτο μνημόνιο καταργήθηκε οριστικά ο 13ος  και 14ος μισθός και υπήρξαν περικοπές μισθών στο δημόσιο. Στα δημόσια έσοδα ο Φ.Π.Α. φθάνει στο 23%, ενώ ταυτόχρονα μειώθηκε ο κατώτερος μισθός και αυξήθηκαν τόσο τα όρια απολύσεων όσο και τα όρια συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια. Ως συμπλήρωμα του πρώτου μνημονίου ήρθε στις 29 Ιουνίου του 2011 το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2012-2015. 

Το δεύτερο και κατά κοινή ομολογία σκληρότερο μνημόνιο έφερε στη Βουλή η κυβέρνηση συνεργασίας με πρωθυπουργό τον Λουκά Παπαδήμα και στηρίχθηκε από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ και ψηφίστηκε στις 12 Φεβρουαρίου του 2012. Επρόκειτο για ένα ογκωδέστατο νομοσχέδιο χιλιάδων σελίδων…  Τα βασικά μέτρα που περιλάμβανε ήταν:  1) Μείωση κατά 22% του κατώτατου μισθού σε όλα τα κλιμάκια του βασικού μισθού (από 751€ σε 586€) και 32% στους νεοεισερχόμενους μέχρι 25 ετών,  2) Κατάργηση 150.000 θέσεων εργασίας από τον δημόσιο τομέα έως το 2015, εκ των οποίων 15.000 μέσα στο 2012, 3) Κατάργηση κλαδικών συμβάσεων εργασίας, 4) Άρση μονιμότητας σε ΔΕΚΟ και υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες, 5) Περικοπές συντάξεων, επιδομάτων, δαπανών υγείας, άμυνας, 6) Αύξηση αντικειμενικών αξιών και ενοποίηση φόρων στα ακίνητα, 7) Αύξηση των εισιτηρίων στις Αστικές Συγκοινωνίες και στον ΟΣΕ κατά 25%, 8) Κατάργηση φοροαπαλλαγών και χαμηλού Φ.Π.Α. στα νησιά. Και αυτό το μνημόνιο συμπληρώθηκε έναν χρόνο αργότερα από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2013-2016 το οποίο εισηγήθηκε η κυβέρνηση που είχε προκύψει από τη συνεργασία του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου. 

Όσο για το τρίτο μνημόνιο… Ήταν 28 Ιουνίου του 2015 όταν ανακοινώθηκαν τα capital controls, που θα διαρκούσαν για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Είχε προηγηθεί, μια ημέρα πριν, το δραματικό διάγγελμα του Αλέξη Τσίπρα για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μετά το Βατερλώ της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Έχει μείνει στην ιστορία η δήλωση του τότε υπουργού Επικρατείας, Νίκου Παππά. «Είναι μια καλή νύχτα, θα ξυπνήσει μια όμορφη μέρα για να αποφασίσει ο λαός αν αυτή η συμφωνία θα γίνει αποδεκτή», ενώ οι ταλαίπωροι πολίτες σχημάτιζαν ατελείωτες ουρές στα ATM, διαισθανόμενοι όσα θα ακολουθούσαν. Οι τράπεζες έμειναν κλειστές μέχρι τις 20 Ιουλίου και το Χρηματιστήριο έως τις 3 Αυγούστου και οι πολίτες απέσυραν καταθέσεις ύψους 1 δισ. ευρώ και άδειασαν από μετρητά το 50% των 5 χιλιάδων ATM της χώρας. 

Μία εβδομάδα μετά, θα ερχόταν μια δεύτερη δραματική επέτειος. 5 Ιουλίου 2015, Μέγαρο Μαξίμου. Στη μεγάλη αίθουσα των συσκέψεων είναι μαζεμένοι υπουργοί, κάποια τρολ που είχαν διοριστεί ως κρατικά στελέχη και συνεργάτες. Είχαν προηγηθεί πολλά τραγελαφικά, με το ακατάληπτο 17 γραμμών ερώτημα του δημοψηφίσματος, το «ΟΧΙ» που είχε τοποθετηθεί στο ψηφοδέλτιο πάνω από το «ΝΑΙ». Κοιτούν στην τηλεόραση τις ανακοινώσεις του υπουργείου Εσωτερικών για το αποτέλεσμα: «σύμφωνα με το exit poll το αποτέλεσμα υπέρ του ΟΧΙ θα ξεπεράσει το 61%». Πανηγυρίζουν ξέφρενα. Ο Αλέξης Τσίπρας με τον Νίκο Παππά βγαίνουν χαρούμενοι από το γραφείο του πρώτου. Στη συνέχεια η κάμερα βγαίνει στο Σύνταγμα. Χοροί και πανηγύρια. Κάπου στο βάθος η τρομαγμένη μειοψηφία του 38,6% παρακολουθούσε τις σκηνές με φόβο, σκεπτόμενη τι μπορεί να ακολουθούσε. Και ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που το «Μέτωπο της λογικής», οι «Μένουμε Ευρώπη», το «Αντισύριζα μέτωπο», οι «Παραιτηθείτε», το βαφτισμένο από τον ΣΥΡΙΖΑ «ακραίο Κέντρο», γύρισε την κλεψύδρα.

Τελικά, και παρά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η τότε κυβέρνηση ήρθε σε συμβιβασμό με τους δανειστές υπογράφοντας το τρίτο μνημόνιο, το οποίο ψηφίστηκε, ύστερα από μια ολονύχτια συνεδρίαση της Βουλής, το πρωί της 14ης Αυγούστου, βάζοντας τέλος στις… «αυταπάτες» – όπως θα χαρακτηρίσει όσα συνέβησαν χρόνια μετά ο Αλέξης Τσίπρας. Μεταξύ άλλων περιελάβανε: κατάργηση των προνομίων στο αγροτικό πετρέλαιο, σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση του ανώτατου ορίου του 25% επί των μισθών και των συντάξεων για τις κατασχέσεις, δέσμευση ότι δεν θα υπάρξουν άλλες ρυθμίσεις για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές, έκδοση εγκυκλίων για την πλήρη εφαρμογή του νόμου του πρώτου μνημονίου για το ασφαλιστικό, τέλος στις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, διευκρίνιση του καθεστώτος ΦΠΑ στα νησιά με τις εκπτώσεις να καταργούνται μέχρι το τέλος του 2016, κατάργηση του νόμου που είχε ψηφίσει λίγους μήνες πριν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τη μετενέργεια στις συμβάσεις εργασίας, άνοιγμα επαγγελμάτων όπως μηχανικοί, συμβολαιογράφοι κ.λπ., κατάργηση όλων των περιττών επιβαρύνσεων κατά τη χρηματοδότηση των συντάξεων και την αντιστάθμισή τους με μείωση των παροχών ή αύξηση των εισφορών, αύξηση στο 15% της φορολογίας των εισοδημάτων από ενοίκια κάτω των 12.000 ευρώ. Το μνημόνιο αυτό έλαβε τις περισσότερες ψήφους από όλα τα προηγούμενα αφού το στήριξαν ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ. 

Το 2022 το ελληνικό δημόσιο «χαιρέτισε» το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο  από δανειστή, όμως η νοσταλγία για την καταστρεπτική αυτή πολιτική ποτέ δεν εξαφανίστηκε. Και είναι  λογικό. Μια εποχή ξεγνοιασιάς και οικονομικής σιγουριάς πάντα σημαδεύει την ψυχή των λαϊκότερων στρωμάτων, ανεξάρτητα από το αν η ευθύνη για την καταστροφή που ακολούθησε βάρυνε και αυτά. Η λαϊκίστικη απάτη που χαρακτήρισε τις πολιτικές των χρόνων εκείνων δεν ήταν ποτέ κρυφή. Φανερά οι τότε ηγεσίες έδειχναν πως το μόνο που τις ενδιέφερε ήταν να είναι αρεστές στους εκλογείς και όχι να ακολουθήσουν πολιτικές ορθολογικές και αποτελεσματικές. Έχτισαν έτσι ένα προφίλ λαϊκότητας και φροντίδας των αδυνάτων, που εξακολουθεί σαν πολιτική κληρονομιά να τις ακολουθεί μέχρι και σήμερα.

Αν είναι όμως να αποφύγουμε μια νέα καταστροφή, μια νέα απάτη, είναι ανάγκη ο κόσμος να συνειδητοποιήσει πως είναι και αυτός υπεύθυνος για τα περασμένα αδιέξοδα. Γιατί πίεζε, και συνεχίζει να πιέζει για παροχές, επιδόματα και υψηλότερες αμοιβές. Χώρια βέβαια τα αιτήματα για διορισμούς στον δημόσιο τομέα. Αν δεν αναχαιτιστούν αυτές οι αντιλήψεις, τότε σωτηρία δεν πρόκειται να υπάρξει, ξανά.

Προηγούμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το