Άρθρα

Η ανάπτυξη των ανθρωπιστικών αισθημάτων ως ασπίδα στην επέλαση της εγκληματικότητας

Του Νίκου Λυχναρόπουλου,
καθηγητή Παιδαγωγικών και Φιλοσοφίας

Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με πολλά «θεσπέσια χαρίσματα», με τα οποία δημιουργεί αξιοθαύμαστα πράγματα. Παρόλα αυτά, δυστυχώς, είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς του προσδιορίζεται από ενστικτώδεις παρορμήσεις και πάθη, που τον οδηγούν στο κακό. Ιδιαίτερα το πάθος του μίσους – που με ψυχαναλυτικούς όρους θα αποκαλούσαμε «το σύμπλεγμα του Κάιν» – κάνει τον άνθρωπο να στρέφεται με εχθρότητα ενάντια στον συνάνθρωπό του και να προσπαθεί να τον βλάψει και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις να επιδιώκει να τον εξουθενώσει και να τον εξοντώσει. Πράξεις σκληρότητας, βίας ή και σαδισμού ανθρώπου προς άνθρωπο παρατηρούνται σε όλες τις εποχές. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη με σχετικά παραδείγματα. Ιδιαίτερα, η ιστορία του πολέμου αναφέρει φρικτά βασανιστήρια και φόνους, ακόμη και ολοκαυτώματα και εκατόμβες, των οποίων τα θύματα υπήρξαν άνδρες, γυναίκες και μικρά παιδιά. Η θηριωδία οδήγησε μάλιστα τον άνθρωπο μέχρι τη διάπραξη οργίων, όπως είναι ο ακρωτηριασμός και ο ευνουχισμός ανδρών, το ξεκοίλιασμα γυναικών, η σταύρωση καταδίκων, το ρίξιμο ανθρώπων σε λάκκους προς τροφή λιονταριών.

Τα ένστικτα και τα πάθη θα είχαν συντελέσει στην αυτοκαταστροφή του ανθρώπινου γένους αν στην ολέθρια δράση τους ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είχε αντιτάξει μια αντίρροπη πνευματική δύναμη. Η δύναμη αυτή εκφράστηκε κυρίως μέσα από την ΠΑΙΔΕΙΑ, η οποία εξεταζόμενη ιστορικά φαίνεται ότι βρήκε το πληρέστερο νόημά της στην Αρχαία Ελλάδα της κλασικής εποχής. Την περίοδο εκείνη οι Έλληνες αφαιρώντας από την παιδεία κάθε στοιχείο επαγγελματισμού και χρησιμοθηρίας, ταυτίζοντας την έννοια της παιδείας με την έννοια του πνευματικού πολιτισμού και πιστεύοντας ακράδαντα στην αξία του ανθρώπου, προσπάθησαν να εξευγενίσουν τον άνθρωπο και να τον καλλιεργήσουν με τη ΜΟΡΦΩΣΗ, δηλαδή με την αρμονική ανάπτυξη όλων των ψυχοσωματικών του ιδιοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι τη διαμόρφωση της προσωπικότητας την επιδίωκαν με τη μετάδοση όχι μόνο διανοητικών, αλλά και ηθικών αρετών όπως είναι η δικαιοσύνη, η σεμνότητα, η σωφροσύνη, η εγκράτεια, η ευγένεια, η καλοσύνη, η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Οι Ρωμαίοι αργότερα υιοθέτησαν τις αντιλήψεις αυτές των Ελλήνων για την παιδεία, την αποκάλεσαν δε HUMANITAS από τη λατινική λέξη HOMO, που σημαίνει άνθρωπος.

Την αξία της «παιδείας», όπως την είχαν συλλάβει οι Αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, τη συνειδητοποίησαν κατά την περίοδο της Αναγέννησης στην Ιταλία ορισμένοι αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι, όπως ήταν οι μεγάλοι ποιητές Πετράρχης και Βοκκάκιος. Αυτοί έφθασαν μάλιστα στο σημείο να πιστέψουν ότι η σωστή μόρφωση του ατόμου ήταν εκείνη που βασιζόταν στη μελέτη κλασικών συγγραμμάτων των Αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, γιατί νόμιζαν ότι δια μέσου της κλασικής παιδείας οι σύγχρονοί τους θα εξανθρωπίζονταν, θα αποκτούσαν ανθρωπιά. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε κατά την Αναγέννηση, τον 14ο αιώνα στην Ιταλία, ένα ιδεώδες αγωγής, το οποίο ονομάστηκε «ανθρωπισμός». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο «ανθρωπισμός» και ως όρος έχει τις ρίζες του στην ελληνική αρχαιότητα: Στον Έλληνα φιλόσοφο Αρίστιππο, μαθητή του Σωκράτη, αποδίδεται το απόφθεγμα: «Άμεινον επαίτην ή απαίδευτον είναι. Οι μεν γαρ χρημάτων οι δ’ ανθρωπισμού δέονται». Είναι δηλαδή προτιμότερο να είναι κανείς επαίτης παρά απαίδευτος, διότι οι μεν επαίτες έχουν ανάγκη χρημάτων οι δε απαίδευτοι έχουν ανάγκη να γίνουν άνθρωποι.

Ο ανθρωπισμός με την πάροδο των ετών κατέστη ένα πανανθρώπινο ιδεώδες, επηρέασε δε και επηρεάζει θετικά τη σκέψη και τον πολιτισμό όλων των λαών της γης. Πολιτικά και ανθρωπιστικά κινήματα, όπως είναι το κίνημα για κατάργηση της δουλείας στην Αμερική, η Γαλλική Επανάσταση με τα συνθήματα: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΙΣΟΤΗΤΑ, ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ, o Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών κ.ά. δεν μπορεί παρά να έχουν επηρεαστεί από τις ιδέες του ανθρωπισμού.
Στη σύγχρονη όμως εποχή τα ανθρωπιστικά συναισθήματα έχουν αμβλυνθεί πολύ, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος όχι μόνο να μην αγαπά τον συνάνθρωπό του, αλλά να προσπαθεί να τον εκμεταλλευτεί για δικό του όφελος. Ισχύουν και σήμερα όσα προ ετών είχε γράψει, χαρακτηρίζοντας τη δική του εποχή, ο ιδρυτής της «ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» Κων/νος Βουρβέρης, ότι δηλαδή «Η ζωή των ανθρώπων κατάντησε RES (πράγμα), άλλοτε μεν λακτιζόμενο όπως στο ποδόσφαιρο μεταξύ κοινωνικών ανταγωνισμών και πολιτικοοικονομικών αντιθέσεων, άλλοτε δε υποκείμενο σε συναλλαγές ευτελών επιδιώξεων και αθέμιτων συμφερόντων».

Παρατηρούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις τις σχέσεις των ανθρώπων καθορίζει «ο νόμος της ζούγκλας» και επικρατεί το σύνθημα: «Ο θάνατός σου η ζωή μου». Με αυτόν τον τρόπο τείνει να επαληθευθεί – τουλάχιστον εν μέρει – η άποψη του Άγγλου φιλοσόφου Hobbes ότι «Homo homini lupus», δηλαδή «άνθρωπος προς άνθρωπο λύκος».
Και ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος ρωτά: ποια είναι τα αίτια της τραγικής αυτής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει η σύγχρονη κοινωνία; Τα αίτια είναι, φυσικά, πολλά και ποικίλα. Όμως το βασικότερο αίτιο είναι ότι η έννοια «άνθρωπος» έχει χάσει τη θέση που της αρμόζει πάνω στην αξιολογική κλίμακα. Κι ενώ έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή της κλίμακας, ώστε ο ίδιος να θεωρείται αυτοσκοπός, όχι μόνο δεν συμβαίνει αυτό, αλλά ο άνθρωπος αντί να είναι σκοπός, χρησιμοποιείται ως μέσον προς επίτευξη σκοπών αλλοτρίων. Αυτό ίσως να απορρέει από την τάση της σύγχρονης κοινωνίας, εξ αιτίας του χρησιμοθηρικού πνεύματος, της έμφασης στο «ζην» και όχι στο «ευ ζην», να προωθεί τα μέσα σε βάρος των σκοπών. Ήδη όμως από τον περασμένο αιώνα ο Αμερικανός ποιητής Thoreau είχε επισημάνει τον κίνδυνο που διατρέχουν οι άνθρωποι από την προσπάθειά τους να βελτιώνουν τα μέσα, χωρίς παράλληλα να βελτιώνουν και τους σκοπούς.

Επιβάλλεται επομένως να προβούμε σε επανακαθορισμό των σκοπών της ζωής. Στην προσπάθειά μας αυτή είναι φρόνιμο να ξεκινήσουμε από τη βασική ηθική αρχή του Γερμανού φιλοσόφου Κant που λέγει: «Πράττε έτσι ώστε την ανθρωπότητα, τόσο στο πρόσωπό σου, όσο και στο πρόσωπο του καθενός άλλου, πάντα να τη μεταχειρίζεσαι ταυτόχρονα ως σκοπό και ποτέ μόνο ως μέσο». Πρέπει ακόμη να έχουμε υπόψη μας ότι οι σκοποί δεν καθορίζονται μόνο με τη λογική. Γιατί όπως λέγει ο τιμηθείς με βραβείο Νόμπελ αυστριακός ηθολόγος Lorenz: «Η λογική έχει τη δυνατότητα να βρίσκει μόνο τα μέσα για να πετύχει άλλους καθορισμένους σκοπούς, αδυνατεί όμως να θέτει σκοπούς η ίδια ή να δίνει εντολές». Ο Lorenz τονίζει τη σημασία των συναισθηματικών στοιχείων και λέγει ότι οι σκοποί της ζωής που θέτει ο άνθρωπος πρέπει να πηγάζουν από τη φιλία, από την αγάπη. Έχοντας λοιπόν ως οδηγό την αρχή του Κant, αλλά βασιζόμενοι «στο συναίσθημα, τη λογική της καρδιάς», όπως το αποκαλεί ο Γάλλος φιλόσοφος Pascal, θα θέσουμε τον άνθρωπο στην κορυφή της αξιολογικής ιεραρχίας ταυτίζοντας τη μορφή του με την Εικόνα του Δημιουργού του. Όλοι οι άλλοι σκοποί της ζωής θα τίθενται εν αναφορά προς τον άνθρωπο.

Από την απολυτοποίηση και την αυτονόμηση του εγώ μπορεί να μας απαλλάξει ένας ανθρωπισμός που έχει στήριγμα τον Θεό, τον Χριστό, ο «Χριστιανικός ανθρωπισμός», ο οποίος προσπαθεί να κοσμήσει την ψυχή μας με την αρετή της αγάπης, αρετή τόσο θεμελιακή στη ζωή. Μάλιστα για τον σύγχρονο αλλοτριωμένο, αποπροσωποποιημένο και βυθισμένο στη μοναξιά άνθρωπο – όπως τονίζει ο χριστιανός υπαρξιστής φιλόσοφος Gabriel Marcel – η αγάπη αποτελεί τρόπο υπέρβασης από τον αυτοεγκλεισμό του ατόμου και της διάσωσής του από τους κινδύνους της πτώσης του στην περιοχή του ΕΧΕΙΝ. Η αγάπη ισχυροποιεί την αμοιβαιότητα και αποτρέπει τον εκφυλισμό της από τη σχέση ΕΓΩ-ΕΣΥ στη σχέση ΕΓΩ-ΑΥΤΟ, δηλαδή στο να μεταβάλλεται το άλλο πρόσωπο σε ΠΡΑΓΜΑ, αίτιο που οδηγεί στην εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, όπως λ.χ. συμβαίνει στις περιπτώσεις της δουλείας και της πορνείας. Μια πραγματική όμως σχέση δεν επιτρέπεται να είναι κυριαρχική, κτητική. Αγάπη σημαίνει κυρίως «δούναι» και όχι «λαβείν». Κατά τον Erich Fromm πρέπει να απορρίπτουμε την αγάπη του ανώριμου ανθρώπου, ο οποίος λέγει: «Σε αγαπώ, γιατί σε χρειάζομαι» και αντίθετα να υιοθετούμε την αγάπη του ώριμου ανθρώπου, ο οποίος λέγει: «Σε χρειάζομαι, γιατί σε αγαπώ». Ο ανθρωπισμός μεταχειρίζεται την αγάπη με τη δεύτερη έννοια, με την οποία πιστεύει ότι μπορεί να πετύχει την κένωση του ΕΓΩ από τον ατομισμό και την έξοδο του ανθρώπου σε συνάντηση με το ΕΣΥ για την κοινωνία του ΕΜΕΙΣ, κι έτσι να κάνει τον άνθρωπο να ζει ειρηνικά και δημιουργικά με τους συνανθρώπους του, να τους σέβεται, απορρίπτοντας έτσι την άποψη του Sartre ότι «Η κόλαση είναι οι άλλοι».

Ο ανθρωπισμός δεν καταπολεμά μόνο τη φιλαυτία και τον εγωισμό. Μπορεί να συντελέσει και στην εξάλειψη άλλων ελαττωμάτων του σύγχρονου ανθρώπου, όπως είναι λ.χ. η υλιστική διάθεση, δηλαδή η τάση για χρησιμοθηρία, καθόσον ο ανθρωπισμός δέχεται την άποψη του Αριστοτέλη ότι «το ζητείν πανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόττει τοις μεγαλοψύχοις και τοις ελευθέροις», δηλαδή το να επιζητεί κανείς παντού το ωφέλιμο, είναι ιδιότητα που πολύ λίγο ταιριάζει στους μεγαλόψυχους και στους ελεύθερους ανθρώπους.
Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ο ανθρωπισμός και ιδιαίτερα η ανθρωπιστική παιδεία μπορεί να βοηθήσει στη διάσωση αυτής της ίδιας της ύπαρξης του ανθρώπου από τον αφανισμό, που οδηγεί η ανθρώπινη αναλγησία. Γιατί, δυστυχώς, στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχει παντελής έλλειψη ανθρώπων με τη σημασία του όρου που έδινε ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης, ο οποίος κρατώντας στο χέρι ένα φανάρι μέρα μεσημέρι έψαχνε στους δρόμους της Αθήνας για να βρει άνθρωπο. Η ανθρωπιά σπανίζει, ενώ η μισανθρωπία και η απανθρωπιά δηλώνουν έντονα την παρουσία τους με τον αριβισμό, τον φυλετικό και τον κοινωνικό ρατσισμό, την τάση για εξευτελισμό και την ταπείνωση των ανθρώπων, την καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών, την εκμετάλλευση των ανηλίκων, που οδηγεί ακόμη και στην παιδική πορνεία, τη βία, τον αναρχισμό, το εμπόριο λευκής σαρκός, την εμπορία ναρκωτικών, το δουλεμπόριο, τις εν ψυχρώ δολοφονίες και τις μαζικές εκτελέσεις αθώων, τις γενοκτονίες, με λίγα λόγια την εγκληματικότητα. Σε καμιά περίοδο της ιστορίας η προσωπικότητα και η ζωή του ανθρώπου δεν είχαν χάσει τόσο πολύ την αξία τους όσο σήμερα.
Η «Μορφή» του σύγχρονου ανθρώπου παρουσιάζεται μπροστά μας καταματωμένη και γεμάτη αγωνία. Στη δραματική επίκληση «Ίδε ο άνθρωπος» κανείς δεν επιτρέπεται να μένει αδρανής. Ο Περικλή στον «Επιτάφιο» λέγει ότι ο Αθηναίος πολίτης, ο οποίος δεν συμμετέχει ενεργά στα κοινά της πόλης, πρέπει να θεωρείται «αχρείος», δηλαδή «άχρηστος άνθρωπος». Κατ’ αναλογία, θα λέγαμε ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι που ζούμε στη σύγχρονη κοινωνία πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας «αχρείο», δηλ. άχρηστο κι ακόμη επιζήμιο, αν στις διαπροσωπικές κι ανθρώπινες σχέσεις αδιαφορούμε για τον συνάνθρωπό μας ή κι αν ο τελικός σκοπός και το κριτήριο κάθε σχετικής ενέργειας και πράξης μας δεν είναι το καλό του συνανθρώπου μας.

Στην ανθρωπιστική μας δε προσπάθεια είναι απαραίτητο να έχουμε ως οδηγό και βοηθό την εθνική και τη θρησκευτική μας παράδοση: Βαπτιζόμενοι στα πνευματικά νάματα, που αντλούμε από την αείρροη Κασταλία πηγή του ελληνικού ανθρωπισμού κι από την αστείρευτη πηγή του Ευαγγελίου και που εκφράζονται με το Θείο, καθώς και με τις αιώνιες αξίες της Αλήθειας, της Αγαθότητας, της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και του Μέτρου, θα φωτίζουμε τον νου μας κι έτσι θα μπορούμε να βαδίζουμε σωστά τον δρόμο που οδηγεί στη λύτρωση του ανθρώπου από τον ηθικό θάνατο και στην επανάκτηση της ανθρωπιάς του, ενώ θα επαναλαμβάνουμε τη ρήση του Μενάνδρου: «Ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η», δηλαδή πόσο χαριτωμένο πράγμα είναι ο άνθρωπος, όταν είναι άνθρωπος.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το