Θ Plus

Γράμμος – Αναζητώντας το θρυλικό «Νοσοκομείο»

Του Κυριάκου Παπαγεωργίου

«Και τώρα ακόμα αν σκάψεις λίγο
θα βγουν οι γάζες κι οι επίδεσμοι»
Τίτος Πατρίκιος

Το όνομα του Πέτρου Κόκκαλη λειτουργεί ακόμη και σήμερα ως δέλεαρ για πολλούς νεοέλληνες που μελετούν τη ζωή, τις μεγάλες ικανότητες που διέθετε, την επιστημοσύνη, καθώς και το ήθος του ανθρώπου που έγραψε ιστορία, τόσο στον χώρο της αντίστασης, όσο και στον χώρο, ιδιαίτερα, της χειρουργικής.
Γι’ αυτή του την ιδιαίτερη συμμετοχή ως γιατρού χειρουργού στα χρόνια της εμφυλιακής σύγκρουσης, θα ταξιδέψω σήμερα στον Γράμμο, παρέα με μερικούς ανήσυχους φίλους που μου ζητούσαν να μάθουν τα μέρη όπου ο Πέτρος Κόκκαλης είχε στήσει το πρόχειρο «νοσοκομειακό χειρουργείο», ψηλά στα κορφοβούνια του Γράμμου.
*
Πρόχειρα «νοσοκομεία» και χειρουργικές μονάδες, που περιέθαλπαν τους τραυματισμένους αντάρτες, στις περιοχές του Γράμμου, των Πρεσπών (Μάλι Μάδι) και της Φλώρινας, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων του Εμφυλίου, «στήθηκαν» σε πολλά ορεινά σημεία. Τέτοια νοσοκομεία βρέθηκαν στο Βροντερό της Μικρής Πρέσπας, στο Πισοδέρι, στην Αετομηλίτσα, στο Τρίγωνο της Φλώρινας και κατά μήκος του Αλιάκμονα, ανάμεσα στα χωριά Γιαννοχώρι και Μονόπυλο.
Όμως το πιο εντυπωσιακό από άποψη θέσης και ίσως το σημαντικότερο, από άποψη χειρουργήσεων νοσοκομείο ανταρτών έχει εντοπισθεί στη θέση Καταφύκι, της περιοχής Βέρτνικ – που ελάχιστοι βέβαια γνωρίζουν – στον δρόμο για τη Γράμμουστα.
*

Το «Νοσοκομείο» ανταρτών στο φαράγγι Καταφύκι του Γράμμου

Ο μοναδικός στόχος, όταν ξεκινούσαμε, ήταν η προσέγγιση του θρυλικού αυτού νοσοκομείου των ανταρτών.
Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το όνομα του παραμεθόριου βουνού που κουβαλάει την πιο βαριά κι αμφιλεγόμενη ιστορία του εικοστού αιώνα, θα κάμω ένα περιληπτικό διάγραμμα.
Ο Γράμμος εκτείνεται στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας καταλαμβάνοντας μια τεράστια έκταση, με όρια την περιοχή των Μαστοροχωρίων από τα δυτικά, τις αποφύσεις του Βίτσι βορειοανατολικά, ενώ από τα νοτιοανατολικά χωρίζεται από το Βόιο με τη χαράδρα και το ρέμα Πετρίτσι. Νότια τον χωρίζει από τον Σμόλικα ο υδροκρίτης του Σαραντάπορου.
Ουσιαστική πρωτεύουσα του Γράμμου θεωρείται το Νεστόριο Καστοριάς. Δεσπόζοντα ρόλο στη γεωμορφολογία του παίζει ο Αλιάκμονας που πηγάζει από τις ανατολικές πλαγιές των κορυφών Περήφανο, 2520 και Γκούμπελ.
Μαρτυρικά χωριά του Γράμμου θεωρούνται το Λειβαδοτόπι, το Γιαννοχώρι, το Μονόπυλο και η Σλήμνιτσα (σημερινό Τρίλοφο). Και είναι μαρτυρικά διότι και τα τέσσερα αυτά Γραμμοχώρια βομβαρδίστηκαν ανελέητα από τον Εθνικό στρατό κι ισοπεδώθηκαν, από την άλλη δε ο πληθυσμός που γλίτωσε από τους βομβαρδισμούς, σύρθηκε από τον ΔΣΕ, με ή χωρίς τη θέλησή του, στις χώρες του ανατολικού μπλοκ.

Τα τραγικό άλμα των ανταρτών από τον Χάρο στο κενό

*
Δυο βασικοί οδικοί άξονες λειτουργούν στον Γράμμο. Ο πρώτος που διασχίζει τα Μαστοροχώρια μέσω Πυρσόγιαννης και ο δεύτερος που τέμνει το δίπολο Κοτύλης και Πεύκου διασχίζοντας τα πιο όμορφα και συνάμα πιο πυρπολημένα δάση του βουνού. Στη δεύτερη αυτή ζώνη του άξονα Νεστόριου – Πεύκου – Κοτύλης βρίσκονται οι ισοπεδωμένες κορυφογραμμές του Τσάρνου, του Ανθρωπάκου και των Πύργων της Κοτύλης.
Οι κορφές αυτές δέχτηκαν τόνους σίδερου και φωτιάς. Η πρώτη μάλιστα από αυτές (Τσάρνος) μέχρι και σήμερα μοιάζει καραφλός και καμένος, από τις ναπάλμ.
Θα βαδίσουμε κυρίως στα τέσσερα εγκαταλειμμένα Γραμμοχώρια, και θα ψάξουμε την περίφημη και θρυλική σπηλιά – χειρουργείο, το επονομαζόμενο «νοσοκομείο» των ανταρτών που λειτουργούσε στη θέση Καταφύκη. Τέλος, για να ολοκληρώσουμε το οδοιπορικό του Γραμμικού δράματος, θα ανηφορίσουμε ώς το άλλο ματωμένο σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, το εντυπωσιακό φυσικό μνημείο της Σπανούρας που μετά το τραγικό πήδημα των ανταρτών, πήρε το όνομα Χάρος.
*
Από το Νεστόριο Καστοριάς θα πάρουμε τον παραποτάμιο δρόμο του Αλιάκμονα και για έντεκα χιλιόμετρα θα οδηγούμε πάνω από τις αναδιπλούμενες στροφές του μεγαλύτερου σε μήκος ποταμού της Ελλάδας. Στη θέση Καψάλια θα αφήσουμε τον βασικό άξονα για Πεύκο και θα ανηφορίσουμε με καλό ασφαλτόδρομο για Λιβαδότοπο.
Το χωριό αυτό είναι το πιο ανακαινισμένο σήμερα. Τα σπίτια του, θυμάμαι μέχρι πριν δώδεκα χρόνια, ήταν όλα γκρεμισμένα. Τώρα τα περισσότερα από αυτά ξανακτίσθηκαν και κατοικούνται.
Από το Λιβαδοτόπι θα χρειαστούμε εφτά χιλιόμετρα για το Γιαννοχώρι, όπου έχει ξαναφτιαχτεί ένα θαυμάσιο αρχοντικό, δίπλα από την παμπάλαιη εκκλησία της Αγίας Ματρώνας. Ύστερα από άλλα τέσσερα χιλιόμετρα θα πιάσουμε το τραγικό Μονόπυλο, από το οποίο δε σώζεται τίποτα. Ολόκληρος ο πληθυσμός του ακολούθησε αναγκαστικά τον ΔΣΕ για το παραπέτασμα.
Ελάχιστα μετά το Μονόπυλο και σχεδόν πάνω στα ελληνοαλβανικά σύνορα ξεπετάγεται η θρυλική Σλήμνιτσα με τον Αϊ-Θανάση της στον κορυφή του λόφου και το τελευταίο ελληνικό φυλάκιο στην άκρη του δρόμου.
Στην απέναντι κορυφογραμμή (νότια) αστράφτει ο κομματιασμένος Τσάρνος.
*
Θα γυρίσουμε πίσω για να πάρουμε τον δρόμο του Πεύκου. Από εκεί θα παρακάμψουμε τις δασωμένες ορεινές κλιτύες του Τσάρνου και του Ανθρωπάκου, για να στρίψουμε ύστερα από τέσσερα χιλιόμετρα δεξιά, ανηφορίζοντας για Λιανοτόπι και Γράμμουστα. Ανηφορίζοντας παράλληλα με το ρέμα του Λιανοτοπίου ανάμεσα από σφεντάμια, μαυρόπευκα, γαύρους και οξιές θα φτάσουμε ύστερα από δώδεκα χιλιόμετρα σε μια χαρακτηριστική στροφή με ένα πλάτωμα αριστερά μας, όπου είναι στημένο ένα λιτό ορθογώνιο κτίσμα (δυστυχώς γεμάτο συνθήματα) που γράφει:
«Πέτρος Κόκκαλης, 1896-1962» κι από κάτω το τετράστιχο «Σμίξανε η γνώση κι η ψυχή / σαν δρυς με τον αντάρτη / βουνό το δίκιο κι άστραψε / η νια ζωή για νάρθει».
Ακριβώς απέναντι και ψηλά, σε έναν γιγάντιο ξεκομμένο βράχο ξεχωρίζει μια τρύπα. Η μεγαλότρυπα του βράχου αυτού αποτελεί και το χαρακτηριστικό σημάδι για τον εντοπισμό της κατάβασης στο φαράγγι.
Βυθιζόμαστε από ανεπαίσθητο μονοπατάκι στο χάος του πολύ απότομου πρανούς μέσα από θάμνα, βατιές και μαυρόπευκα.
Η κάθοδος απαιτεί αυξημένη ένταση, και προσήλωση στα πατήματα, χώρια που τα νοτισμένα φύλλα παρασέρνουν το βήμα μας και γλιστράμε στο μαλακό ταπέτο του εδάφους.
Πιο κάτω βγαίνουμε σε μικρό δρομάκι που κατηφορίζει με άγνωστο προορισμό. Το ακολουθούμε για κάμποσο πιστεύοντας ότι θα μας βγάλει στο φαράγγι, αλλά απομακρύνεται, με συνέπεια, όταν φτάσουμε στο ποτάμι, να πάρουμε ανάδρομα το ρεύμα ψάχνοντας μέτρο το μέτρο και όχθη την όχθη όλη την κοίτη του, ώστε να εντοπίσουμε το στενό και τη σπηλιά, όπου χειρουργούνταν οι τραυματισμένοι αντάρτες του Δ.Σ.Ε.
Σε πολλά κλειστά τοπία των βράχων εισχωρούσαμε προσεκτικά με κίνδυνο να μας παρασύρει το ορμητικό νερό. Ωστόσο δεν ήταν εύκολος ο εντοπισμός κι η αποκάλυψη των δυο σπηλαιωδών κουφωμάτων, όπου φερότανε πως χειρουργούσε ο Πέτρος Κόκκαλης.
Μετά από περίπου μια ώρα εντατικής έρευνας φτάσαμε σε ένα απόκρυφο, ειδυλλιακό πλάτωμα, καλυμμένο από πανύψηλες οξιές και πεύκα, όπου προφανώς καταυλιζόντουσαν οι «εργαζόμενοι» στο νοσοκομείο. Εκεί, σκορπισμένα στο φυλλόστρωτο πάτωμα διακρίναμε πολλά κατάλοιπα του πολέμου, αλλά εκείνο που μας εντυπωσίασε ήταν τα κουτιά και τα καπάκια υγειονομικού υλικού, με κινέζικα γράμματα…
Στη συνέχεια στένευε απότομα η χαράδρα κι όλο στριμώχνονταν οι απέναντι βράχοι, έτσι ώστε να μας καθιστούν την προώθηση προβληματική έως αδύνατη. Οι δυο από τους φίλους εγκατέλειψαν την προσπάθεια γυρίζοντας στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε.
Εμείς που απομείναμε συνεχίσαμε αργά, μα βασανιστικά, την τραβέρσα του καμπυλωτού αναχώματος με όλο και πιο ριψοκίνδυνη τη διάσχιση του στενού. Ήταν μια προώθηση πολύ τολμηρή που εμποδιζόταν από τους δυο κάθετους θύλακες του φαραγγιού.
Χρειάστηκε να υψωθούμε αρκετά από την κοίτη, σε περίοπτο βραχώδες έξαρμα, για να δούμε από εκεί το σημείο της στενότερης τομής των αντικρυνών βράχων, καθώς σμίγανε οι ορθοπλαγιές τους και κρύβανε δίπλα από το αφρισμένο κύλισμα των νερών του ποταμού τις δυο τουλάχιστον από τις σπηλιές που χρησιμοποιήθηκαν ως «θάλαμοι» χειρουργείων του ΔΣΕ.
Δεν αποτολμήσαμε να κατεβούμε ώς τον πάτο του φαραγγιού. Δεν μας έπαιρνε η ώρα ούτε ήταν εύκολο. Επιπλέον έπρεπε να ψάξουμε τώρα τους χαμένους συντρόφους που δεν ξέραμε αν είχαν βρει, μέσα σε αυτόν τον λαβυρινθώδη διάδρομο, τη διέξοδο προς την αφετηρία.
*
Το ίδιο βράδυ, στον καφενέ της Πάνω Πλατείας στο Νεστόριο, οι δασοφύλακες μας έλεγαν πως ήταν προτιμότερο να ανεβούμε μέσα από την κοίτη του ποταμού, αλλά αυτό γίνεται μονάχα το καλοκαίρι…
Τώρα επιδοθήκαμε στον εντοπισμό των «θαλάμων» ίασης που χρησιμοποιούνταν για την ανάρρωση των τραυματιών, πάνω από τον δρόμο, σε άλλο βραχώδες κύκλωμα, κάτω από την τρύπα του Βέρτνικ. Εκεί αποκαλύφθηκαν ευάριθμες σκεπαστές κρύπτες – καβάτζες που χωρούσαν έως και είκοσι άτομα η κάθε μία.
Τόσο η θέση αυτή, όσο και η θέση των σκεπαστών βράχων – χειρουργείου του ποταμού είναι αθέατες από τον ουρανό κι εντελώς ανεντόπιστες από κάθε τμήμα τακτικού στρατού.
*
Επιστρέφοντας από το νοσοκομείο των ανταρτών πήραμε τον δρόμο του γυρισμού μέχρι να συναντήσουμε τη διασταύρωση για το Πάρκο Εθνικής Ομοψυχίας που έστησε η Βουλή των Ελλήνων, στη θέση Λιβάδια.
Το αφήσαμε καθώς ήταν έρημο κι ανηφορίσαμε μέσα από πανέμορφα δάση για τον Πύργο της Κοτύλης.
Σε ένα ξαφνικό γύρισμα του δρόμου πέσαμε απέναντι από τον ογκωδέστατο μονόλιθο του Χάρου, που στη γεωγραφική γλώσσα είναι γνωστός ως Σπανούρα. Ο Χάρος που είναι ένα εντυπωσιακό φυσικό μνημείο, έμελλε να γράψει μια από τις μελανότερες σελίδες του Εμφύλιου παραλογισμού και να γίνει ο σύγχρονος Καιάδας…
Θέ μου, τι είναι τούτο το κάθετο βράχωμα που μοιάζει με πέτρινο κυκλικό θέατρο μιας ουράνιας στέψης, που γκρεμίζεται από ύψος διακοσίων και βάλε μέτρων στον πάτο μιας χαράδρας – χοάνης;
Σε αυτή τη στέγη θα περπατήσουμε, πάνω στο γείσο της, κατάκορφα από τον γκρεμό. Έναν γκρεμό που αψήφησαν οι στριμωγμένοι αντάρτες, καθώς πιέζονταν από τα τάγματα του Ελληνικού στρατού, για να βρουν τραγικό θάνατο, πηδώντας στο κενό…
*
Φύγαμε καθώς δεν αντέχαμε άλλο αίμα από αυτό που ανάβλυζε από τις εστίες του Γράμμου. Ενός Γράμμου που ποτέ δεν ξεχνιέται, όσα μνημόσυνα κι αν του αφιερώσουμε…

24-11-2019

*Το δεύτερο μέρος από το οδοιπορικό στην Ευρυτανία μεταφέρεται για την επόμενη Κυριακή.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το