Οικονομία

Γραφείο Προϋπολογισμού: Επείγον το κλείσιμο συμφωνίας

προεδρείο βουλής

«Η συμφωνία με τους θεσμούς επείγει και είναι δυνατή. Μόνο αυτή θα εξαλείψει τις αβεβαιότητες, δίνοντας νέα ώθηση στην ανάπτυξη» διαπιστώνει στην τριμηνιαία έκθεση του για την ελληνική οικονομία το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Η έκθεση, που υπογράφεται από τους καθηγητές Παναγιώτη Λιαργκόβα (συντονιστή) και τους Πάνο Καζάκο, Σπύρο Λαπατσιώρα, Ναπολέοντα Μαραβέγια, και Μιχάλη Ρηγίνο (μέλη), θεωρεί ότι η ορθή επιλογή της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη, η οποία ούτε προεκλογικά ούτε μετεκλογικά έχει αμφισβητηθεί, καθορίζει το πλαίσιο για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομικά, μεταρρυθμίσεις) σε κρίσιμους τομείς.

Η έκθεση συνιστά μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμα μέτωπα, με προτεραιότητα την αντιμετώπιση της διαφθοράς, ενώ χαρακτηρίζει ισχυρά αιτιολογημένη την άρνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μέτρα που προτείνουν οι θεσμοί, μεταξύ των οποίων το ισχύον μοντέλο ιδιωτικοποιήσεων, οι αλλαγές στα εργασιακά, η αύξηση του ΦΠΑ.

Αν και διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση ακολούθησε ορισμένα ζητήματα το δύσβατο δρόμο της «διαπραγματευτικής προσαρμογής», σημειώνει ότι «μένουν πολλά να γίνουν ακόμα, για να γεφυρωθεί η απόσταση που τη χωρίζει από τους εταίρους».

Καταγράφοντας το κλίμα αβεβαιότητας που επικρατεί στην οικονομία, οι συντάκτες της έκθεσης κρούουν το καμπανάκι του κινδύνου:

«Η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνον όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις. Απειλεί, δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα. Αν η αβεβαιότητα που περιβάλλει την πολιτικοοικονομική συγκυρία παραταθεί, η κατάσταση θα επιδεινωθεί δραματικά» διαπιστώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.

Το πρώτο τρίμηνο του 2015 άρχισε με πολλές αβεβαιότητες ως προς τη μελλοντική πορεία της ελληνικής οικονομίας σημειώνεται στην έκθεση.

«Ο εκλογικός κύκλος και η παρατεταμένη αδυναμία συμφωνίας κυβέρνησης και θεσμών, η εκκρεμότητα γύρω από τη δημοσιονομική προσαρμογή και τις μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως είναι οι αμφιταλαντεύσεις σε ζητήματα έννομης τάξης και οι αντικρουόμενες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών σχετικά με το ενδεχόμενο συμφωνίας ή ρήξης, ενέτειναν την αβεβαιότητα, που με τη σειρά της προκάλεσε επενδυτική υστέρηση στην αγορά και σε συνδυασμό με αντιφατικά χαρακτηριστικά της πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης, είχε ως αποτέλεσμα, ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του 2014, την επιστροφή της οικονομίας σε υφεσιακή τροχιά.

Το τελευταίο τρίμηνο του 2014, σύμφωνα με την έκθεση, καταγράφηκαν αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης (-0,4%) σε σύγκριση με το τρίτο τρίμηνο του 2014, ενώ αρνητικός προβλέπεται να είναι και ο ρυθμός μεγέθυνσης το πρώτο τρίμηνο του 2015.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή συνιστά στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που θα εστιάζονται στηκαταπολέμηση της διαφθοράς, «που αποτελεί το μείζον πρόβλημα της χώρας», και σε μια σειρά άλλους τομείς, μεταξύ των οποίων στη Δικαιοσύνη, Δημόσια Διοίκηση, πολιτικό σύστημα, φορολογικό σύστημα, ασφαλιστικό, κλπ, «που θα έπρεπε πρωτίστως να στοχεύουν στη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης».

Σύμφωνα με την έκθεση, το μείζον ζήτημα της ελληνικής οικονομίας «είναι οιαγκυλώσεις που εμφανίζονται στις σχέσεις κράτους και αγοράς. Ο σύνθετος χαρακτήρας της ελληνικής ”τραγωδίας” απαιτεί ριζοσπαστικές λύσεις με βάση τις διεθνείς εμπειρίες και τις βέλτιστες πρακτικές (best practices) και όχι με βάση παραδοχές που έχουν ιστορικά διαψευσθεί».

Στην έκθεση σημειώνεται ότι «η χώρα χρειάζεται βαθιές τομές (μεταρρυθμίσεις), για να επιστρέψει σε διατηρήσιμη ανάπτυξηεναρμονισμένες με τις βέλτιστες πρακτικές στις ευρωπαϊκές χώρες. Η πολιτική αυτή θα πρέπει να εφαρμοσθεί εντός του πλαισίου κανόνων (και των διαδικασιών) της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Αναφερόμενο στο πρόγραμμα της κυβέρνησης, επισημαίνει ότι «πολλά σημεία μπορούσαν να περιληφθούν σε ένα αναθεωρημένο πρόγραμμα προσαρμογής ή συμφωνία-γέφυρα, ώστε να συνεχισθεί η βοήθεια προς την Ελλάδα. Είχαμε, όμως, επίσης υπογραμμίσει ότι άλλες εξαγγελίες (π.χ. σε ασφαλιστικό και ιδιωτικοποιήσεις) ήταν ασύμβατες με δεσμεύσεις της χώρας και με τη γενικότερη φιλοσοφία σε ΕΕ, ΔΝΤ και ΟΟΣΑ, και ότι αυτό θα οδηγούσε σε καθυστερήσεις και εντάσεις. Το αποτέλεσμα θα ήταν απώλειες εξωτερικών πόρων, καθίζηση των ρυθμών μεγέθυνσης και όξυνση των δημοσιονομικών προβλημάτων».

Η έκθεση διαπιστώνει ότι αρκετά από τα αιτήματα της ελληνικής κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους της έχουν ισχυρή αιτιολόγηση.

Χαρακτηριστικά σημειώνεται ότι, «μεταξύ άλλων, από οικονομικής άποψης, ορθώς αμφισβητήθηκε η μετατροπή κρατικών (φυσικών) μονοπωλίων σε ιδιωτικά μονοπώλια, όπως π.χ. είναι οι υπηρεσίες ύδρευσης πόλεων ή το δίκτυο ηλεκτρισμού.

Επίσης, το ”μοντέλο” των ιδιωτικοποιήσεων θα μπορούσε να αλλάξει (αρκεί να μην υπάρξουν υπερβολικές καθυστερήσεις), ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερο όφελος για την εθνική οικονομία, θέτοντας, για παράδειγμα, ρήτρες ελάχιστης επένδυσης πάνω από την τιμή πώλησης».

Εξίσου αιτιολογημένες, από οικονομική άποψη, είναι οι επιφυλάξεις για τις προτεινόμενες αλλαγές μερικών εργασιακών θεσμών.

Μολονότι η συζήτηση για συγκεκριμένους θεσμούς εργασίας συνεχίζεται, νεότερες έρευνες στο ΔΝΤ βρήκαν ότι η συνολική παραγωγικότητα της εργασίας, που είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη, δεν επηρεάζεται από την απορρύθμιση των αγορών εργασίας συνολικά.

Στη έκθεση επισημαίνεται ότι «είναι λογικό να επιδιώκουμε τροποποίηση των προτεραιοτήτων. Ως εκ τούτου, η επίτευξη συμφωνίας απαιτεί προθυμία για συμβιβασμό και των εταίρων (θεσμών)».

Σύμφωνα με την έκθεση, το κείμενο εργασίας της ελληνικής κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς έχει πολλά θετικά στοιχεία.

«Πρώτα από όλα παρέχει μια συνολική, αν και γενική εικόνα, για τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης. Πολλές από τις προβλεπόμενες παρεμβάσεις στο φορολογικό σύστημα έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό, καθώς διορθώνουν το πυκνό πλέγμα του παρεμβατικού μας συστήματος και άλλωστε είχαν ήδη δρομολογηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, παρά τις εγγενείς πολιτικές αναστολές της.

Επίσης, το κείμενο αναγνωρίζει ρητά τη ανάγκη για στενή συνεργασία με τον ΟΟΣΑ και το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ILO), για πραγματική εφαρμογή νόμων που είχαν ψηφισθεί και τη δέσμευση για συμμόρφωση προς τους κανόνες του δικαίου της ΕΕ σε πολλούς τομείς (π.χ. δημόσιες προμήθειες, δημοσιονομική διακυβέρνηση).

Το «κείμενο εργασίας» αναφέρει ρητά «τη βελτίωση της συμμόρφωσης με την ευρωπαϊκή νομοθεσία».

Ωστόσο, η έκθεση υποστηρίζει ότι «το κείμενο εργασίας δεν περιλαμβάνει εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που οι θεσμοί θεωρούν αναγκαίες (διατηρησιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, του οποίου το μέλλον είναι πράγματι αβέβαιο για πολλούς λόγους, «ευέλικτες» αγορές εργασίας, κ.α.)».

Γενικά, καταλήγει η έκθεση, «η μεταρρυθμιστική πτυχή είναι ανεπαρκής. Πολλές από τις ιδέες που περιλαμβάνει είναι ατελείς (π.χ. για τη Δικαιοσύνη) και παραβλέπουν τόσο ιστορικές εμπειρίες όσο και ευρύτερες τάσεις που επικρατούν διεθνώς (π.χ. στη Δημόσια Διοίκηση)».

Πηγή:ethnos.gr

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το