Πολιτισμός

«Φταίμε οι Λεχωνίτες για τον απαγχονισμό της Σοφίκας Τοπάλη»- Ο Γιάννης Μαντίδης με το νέο βιβλίο του ρίχνει φως σε μία σκοτεινή ιστορία στα Κάτω Λεχώνια

Το χρονικό ενός ανεξιλέωτου εγκλήματος στα Κάτω Λεχώνια αφηγείται στο τελευταίο πόνημά του ο Γιάννης Μαντίδης. Ο βετεράνος δημοσιογράφος πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Historia το βιβλίο του με τίτλο «Σοφίκα Τοπάλη – Θηλιά στη μνήμη», στο οποίο εξιστόρησε τον απαγχονισμό τριών γυναικών στα Κάτω Λεχώνια στα στερνά της Κατοχής. Εκείνη η Παρασκευή 7 Ιουλίου 1944 έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη του, όταν μικρό παιδί ο ίδιος, έμελλε να βρεθεί κοντά στον τόπο, όπου οι Γερμανοί και οι δοσίλογοι συνεργάτες τους κρέμασαν από μία μουριά τη Σοφίκα Τοπάλη, τη μητέρα της Λουκία και τη Φιλίτσα Καλαβρού.

Η γόνος μίας αριστοκρατικής οικογένειας εξελίχθηκε σε πρωταγωνίστρια μίας σύγχρονης τραγωδίας που «γράφτηκε» στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, ενώ το μοναδικό φωτογραφικό ντοκουμέντο από το φρικτό έγκλημα που συντελέστηκε τότε στα Κάτω Λεχώνια, θα θυμίζει τη θηριωδία των κατακτητών. Μάλιστα για την προέλευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας, η οποία απεικονίζει τις τρεις γυναίκες απαγχονισμένες, στο παρελθόν κυκλοφόρησαν αντικρουόμενες μαρτυρίες σχετικά με την προέλευσή της. Από την πλευρά του, όμως, ο κ. Γιάννης Μαντίδης κατέληξε ότι λήφθηκε από κάποιον Γερμανό στρατιώτη: «Αυτό το επιβεβαίωσε ο Ιπποκράτης Ζημέρης, αφού οι Γερμανοί είχαν πάει στο φωτογραφείο του να την εμφανίσουν και κράτησε ένα αντίγραφο. Πιστεύω ότι αυτή είναι η αλήθεια. Το διασταύρωσα και από τον Θανάση Φάμπα, αυτόν τον σπουδαίο ζωγράφο και γλύπτη από τον Λαύκο. Όταν είχε πάει ο Γερμανός στο φωτογραφείο ο Θανάσης κρύφτηκε, γιατί ήταν αντάρτης και μου επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του Ζημέρη».
Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του, ο Βολιώτης δημοσιογράφος διερωτάται εάν το να θυμάται κάποιος είναι τελικά χαμένος καιρός. Όμως, ο Γιάννης Μαντίδης έδωσε τη δική του απάντηση: «Ορισμένοι λένε: «Τι τα θυμάσαι αυτά; Πέρασαν πια….», αλλά οι αναμνήσεις είτε όμορφες, είτε άσχημες, σε συνοδεύουν για μία ζωή. Πόσο μάλιστα εμένα, που ήμουν 10 ετών όταν έγινε αυτό. Τότε δεν τελειώνουν ποτέ οι θύμησες».
Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο, θυμήθηκε όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την αποφράδα ημέρα: «Μόνο κάτι πιτσιρικάδες ήμασταν τότε εκεί κοντά την ημέρα που έγινε. Παίζαμε τριγύρω. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους οι ΕΑΣΑΔ-ίτες, μας έδιωξαν και πήγαμε να κρυφτούμε μέσα σε κάτι θάμνους γεμάτους αγκάθια. Καθαρά δεν βλέπαμε, παρά μόνο πώς ταλαντεύονταν τα άψυχα κορμιά των τριών γυναικών».
Τα χρόνια πέρασαν και όπως ήταν φυσικό, εκείνο το συμβάν έμελλε να μην ξεχαστεί ποτέ για τον Γιάννη Μαντίδη, ο οποίος εξήγησε για ποιο λόγο προχώρησε στη συγγραφή του βιβλίου: «Πρώτη ανέφερε το συμβάν η μακαρίτισσα η Νίτσα Κολιού στο βιβλίο της «Άγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941-44». Υπήρχαν όμως αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις για το πώς εκτυλίχθηκε η ιστορία. Κανόνας στη δημοσιογραφία είναι να διασταυρώνεις τις πληροφορίες. Και μου είπε κάποτε: «Εσύ θα το συνεχίσεις και θα γράψεις περισσότερα γι’ αυτό το περιστατικό». Μακάρι να ήταν εδώ η Νίτσα, για να έβλεπε εάν το έγραψα καλά. Ένας φίλος μου έλεγε: «Γράψ’ το βρε Γιάννη, να αναπαυθούν οι ψυχές τους. Έγραψα, λοιπόν, την αλήθεια, ότι εμείς φταίμε που τις εκτέλεσαν».
Εξήρε την προσωπικότητα της Σοφίκας Τοπάλη, με τον κ. Μαντίδη να αναφέρει: «Η Σοφίκα ερχόταν στο σπίτι μας και ραβόταν στην αδερφή μου, η οποία ήταν μοδίστρα. Σαν παιδί θυμάμαι έναν υπέροχο άνθρωπο. Αυτή ήταν η Σοφίκα Τοπάλη. Υπήρχε φτώχεια στο χωριό, αλλά στην Κατοχή είχε σώσει πολύ κόσμο. Τις κατηγόρησαν πως ήταν κομμουνίστριες αυτές οι γυναίκες. Ετούτο δεν ίσχυε. Το θεώρησαν όμως σωστό να βοηθήσουν την Εθνική Αντίσταση, πίστευαν ότι έκαναν το σωστό για την πατρίδα, χωρίς να κοιτάζουν κόμματα, όπως έγινε μετά στον Εμφύλιο που πολέμησαν οι αριστεροί με τους δεξιούς. Ξέραμε ότι έκρυβαν ράβδους χρυσού στο σπίτι τους, ήταν πάμπλουτη οικογένεια, άλλωστε. Όταν μάθαμε ότι λεηλατήθηκε το σπίτι τους, άπαντες γνωρίζαμε τον λόγο που έγινε ό,τι έγινε. Εκείνη την Παρασκευή οδηγήθηκαν στην αγχόνη η καλοσύνη και η ανθρωπιά. Αυτές τις γυναίκες, οι Λεχωνίτες τις κρεμάσαμε τελικά. Εμείς οι ίδιοι τις προδώσαμε».

s02-f2-prosopo

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το