Άρθρα

Εξοχικό Κέντρο «Ο Πέτρος»

της Βασιλείας Γιασιράνη – Κυρίτση

Μικρός και ταλαιπωρημένος στο φουστάνι εκείνης της ηρωίδας μάνας που σπρώχνει απαλά το σπλάχνο της, να χωθούν στο παρανοϊκό πλήθος για να σωθούν, ο Πέτρος Τσουμαλής ξεκινώντας από το Κόλντερε της Μαγνησίας με άλλους χωριανούς και τα τρία αδέλφια του πιο πίσω, τον Μιλτιάδη, τη Γιαννούλα και την Παναγιώτα πορεύονται βήμα- βήμα το καλντερίμι της προκυμαίας. Χάνονται αλλά συναντιώνται στη Χίο. Από κει και πέρα οι δυσκολίες μικραίνουν, ο κόσμος μεγαλώνει και τούτοι δεν ξέρουν που να «ακουμπήσουν».
Τυχαία έρχονται στον Βόλο και αρχίζει άλλος αγώνας τώρα. Της επιβίωσης και της μόνιμης εγκατάστασης.
Ο Πέτρος, ο ήρωάς μας, καπνεργάτης αρχικά ανοίγει έπειτα καφενείο στο φαρδύ, στο σημερινό βενζινάδικο, ώς το 1934.
Τότε , ο Σταμάτης Παρασκευάς, αγοράζει οικόπεδο, δίπλα στο νεκροταφείο με σκοπό να εγκαταλείψει τη θάλασσα και να ασχοληθεί με την ανατροφή ζώων.
Κι η Γιαννούλα γεμάτη αγάπη για όλη την οικογένειά της χαρίζει με τη συγκατάθεση του άντρα της ένα κομμάτι γης στον Πέτρο, να προκόψει.

Ο Πέτρος σε ηλικία 26 χρόνων παντρεύεται την Ελένη Καρβάτη και φτιάχνει ένα ήρεμο σπιτικό. Και μόλις ανοίγει ο δρόμος της Μαιάνδρου στα 1938 κτίζει ένα μεγάλο για την εποχή οικοδόμημα που στεγάζει το καφενείο και τα όνειρά του, με την επωνυμία «ΕΞΟΧΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ Ο ΠΕΤΡΟΣ». Χαρακτήρας από τη φύση του πρόσχαρος, περιποιητικός, μερακλής και καλόγουστος, δουλεύει στον χώρο που αγαπάει, που είναι δικός του, με όρεξη και δυναμικότητα.

Το κτίριο είναι μια μεγάλη αίθουσα και στη βόρεια πλευρά του έχει τη μεγάλη κουζίνα και τα παράσπιτα. Στη μεγάλη αυλή δεν βάζει κάγκελο, ούτε τοίχο αλλά πρασινάδα. Τα κάγκελα είναι φυλακή και δεν ταιριάζουν στη φτωχολογιά της Νέας Ιωνίας με τις αριστερές ιδέες. Όμως το μαγαζί δεν δουλεύει για πολύ καιρό. Τη χρονιά του 1940 ο Πέτρος καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα. Το καφενείο κλείνει και το κράτος το επιτάσσει ως χώρο για την επίταξη των αλόγων. Δύσκολα χρόνια για όλους αλλά και για το μαγαζί που χάνει την αίγλη και τη λάμψη του… Με το τέλος του πολέμου και την αναχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων η Νέα Ιωνία βρίσκει πάλι τον ρυθμό της.
Το κέντρο του Πέτρου ξανανοίγει τις μεγάλες ξύλινες πόρτες και η ατμόσφαιρα προδίδει μια έντονη λαχτάρα ζωής. Οι νέοι χαμογελούν και ξεχνιούνται στο καραφάκι που αδειάζει. Οι στρατιώτες χαίρονται για λίγο την ελευθερία τους, ο κόσμος και τα κορίτσια είναι δικά τους…
Τα βραχνιασμένα μεγάφωνα στριγγλίζουν στη διαπασών σχεδόν όλη την ημέρα της Κυριακής και οι μανιώδεις καπνιστές σαλιώνουν το χαρτί, στρίβουν το τσιγαράκι και απολαμβάνουν το κάπνισμά τους παραδομένοι στις σκέψεις τους. Η γαργαλιστική μυρωδιά της ανατολίτικης κουζίνας με το άρωμα που ξεχύνουν τα πολλά καρυκεύματα και οι σάλτσες, οι πικάντικοι συνδυασμοί των υλικών αναστατώνουν τους θαμώνες αλλά και τους γείτονες στην ευρύτερη περιοχή.

Στη φιλόξενη σκιά των φύλλων τους τα βράδια λέγονται λόγια αγάπης από τα νιόπαντρα ζευγάρια που χαίρονται την επισημότητα της εξόδου, λέγονται λόγια τυπικά, οικογενειακά προβλήματα, καημοί και ντέρτια του κοσμάκη που ξεδίνει πίνοντας ξεροσφύρι το κρασί του με μια ελιά και μια ατζούγια στο μικρό πιατάκι του τραπεζιού.
Οικογενειακό καθαρά κέντρο όπου συχνάζει ο καλός οικογενειάρχης με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Η καλή φήμη του διαδίδεται και συχνάζουν πολλοί πλούσιοι Βολιώτες που γίνονται σχεδόν ένα στη διασκέδαση με τον καπνεργάτη της Νέας Ιωνίας, που συναδελφώνονται, αγκαλιάζονται και πίνουν κάποιες φορές από το ίδιο ποτήρι…
Η δόξα του μεγαλώνει περισσότερο το 1954, όταν έρχονται πλέον ζωντανές ορχήστρες. Γνωστοί τραγουδιστές της Αθήνας ο Βαμβακάρης, ο Μανήσαλης(Κοριός), ο Μπακάλης αλλά και οι ντόπιες ορχήστρες Καρανικόλας, Λαδόπουλος, Χασαπάκης και Λιάνος δίνουν το στίγμα της παρουσίας του.
Ευπαρουσίαστες τραγουδίστριες τραγουδούν και ελίσσονται στους ρυθμούς της ρεμπέτικης και ανατολίτικης μουσικής προκαλώντας τα ζεστά χειροκροτήματα των θαμώνων.
Από το καλοκαίρι του 1956 ο Πέτρος οργανώνει και τα ταλέντα. Άνθρωποι με αγάπη στη μουσική και το χορό τραγουδούν και χορεύουν ανατολίτικους χορούς στην πίστα του κέντρου, γεμάτοι ευτυχία.

Όσοι δεν έχουν χρήματα να καθίσουν παρακολουθούν έξω από την πρασινάδα σχηματίζοντας πολλές φορές τείχος αδιαπέραστο, τη γνωστή γαλαρία. Κανείς δεν παραχωρεί τη θέση του και για κανένα αντάλλαγμα. Μόνο τα μικρά παιδιά πηγαινοέρχονται ανενόχλητα τις περισσότερες φορές και βρίσκουν τη χαρά τους μαζεύοντας μπούλια( καπάκια από τα αναψυκτικά) και πλουτίζοντας τη συλλογή τους. Πόσοι σημερινοί εξηντάρηδες-εβδομηντάρηδες της Νέας Ιωνίας δεν έπαιξαν στην αυλή του κέντρου το καλύτερό τους παιχνίδι… τα μπούλια. Άσπρα, κίτρινα απλά αλλά και με σχέδιο στολίζουν τη μνήμη και την παιδική ψυχή τους. Όλος ο κόσμος τους σε ένα μπούλι που τον σημαδεύει και τον οριοθετεί.
Με τις πρώτες εκλογές το κέντρο χρησιμοποιείται για προεκλογικές ομιλίες υποψηφίων. Η πρόσκαιρη πολιτική χροιά, χάνεται μετά την έξοδο του πλήθους που χειροκροτεί παράφρον και παρανοϊκό, παρασυρμένο από τα ιδεολογικά πιστεύω των ομιλητών.
Πολλές φορές είναι και τόπος ηρεμίας και απομόνωσης. Ο νομάρχης Βόλου Παπαδάκος, ο Καρτάλης, έμποροι όπως ο Δανός και ο Μωραϊτόπουλος ξεκουράζονται στην αυλή του εξοχικού τότε κέντρου πίνοντας από τα χέρια του ίδιου του Πέτρου τον παραδοσιακό καφέ τους φτιαγμένο στη χόβολη. Γνωστοί ηθοποιοί της δεκαετίας του 1960, ο Νικολινάκος και η Δάφνη Σκούρα γυρίζουν την ταινία «Στρατιώτες δίχως στολή» και χρησιμοποιούν τον χώρο του κέντρου προβάλλοντας την ομορφιά του σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Τα εκδρομικά πούλμαν σταματούν και οι ταξιδιώτες απολαμβάνουν τους προσφυγικούς μεζέδες και τον παραδοσιακό καφέ…

Σιγά – σιγά η Νέα Ιωνία γεμίζει και με άλλα κέντρα, του Λαζαρίδη, του Σαρίκα, του Κρίνου, του Κατρακέλα, του Κυπραίου.
Και τα χρόνια περνούν. Ο Πέτρος μεγαλώνει αποκτά φήμη αλλά όχι δικά του παιδιά. Δουλεύει στο μαγαζί ώς το 1972.
Και μια μέρα, στις 7 Ιουλίου του 1987, σε ηλικία 78 χρόνων σβήνει ήρεμα η καρδιά του ευχαριστημένος με όσα έζησε και όσα έδωσε.
Σήμερα, μόνο οι πρασιές και ο αυλόγυρος θυμίζουν το κέντρο.
Στον χώρο του μαγαζιού στεγάζεται αρχικά το ανθοπωλείο του Καλαντζή και κρύβει την ύπαρξη του κτίσματος. Έπειτα ερημώνει και τα βαριά ξύλινα πορτοπαράθυρα καλύπτονται με αλουμινένια κομμάτια σφραγίζοντας το παρελθόν. Με όλες τις υποσχέσεις του πρώην δημάρχου Παύλου Μαβίδη και του τέως υφυπουργού Λεωνίδα Τζανή δεν έγινε το χρέος στην ιστορία της προσφυγικής Νέας Ιωνίας, στους ανθρώπους της που ακόμη παραμένουν ζωντανοί με τους συλλόγους τους και δεν ξεχνούν τις ρίζες και τη γενιά τους. Σήμερα ο Δήμος Βόλου σκέπτεται να το κάνει πάρκιν αδιαφορώντας τι σημαίνει ο χώρος για τους εναπομείναντες πρόσφυγες… Ας το σκεφτεί λίγο πριν το αποφασίσει…

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το