Τοπικά

Ένας έρωτας δίχως σύνορα… Ο Βόλος μέσα από τα μάτια μιας Ταϊλανδής που λάτρεψε την Ελλάδα

Ο έρωτας δεν γνωρίζει σύνορα. Όταν τα αισθήματα που ενώνουν δύο ανθρώπους είναι αληθινά, τότε όλα μοιάζουν πιο εύκολα και συνάμα πιο συναρπαστικά. Ακόμη και όταν το ζευγάρι προέρχεται από διαφορετικές ηπείρους. Όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του 27χρονου Δημήτρη από τον Βόλο και της 25χρονης Bring από την εξωτική Ταϊλάνδη. Ο δεσμός τους συνάφθηκε στη Σουηδία, όπου βρίσκονται για τις μεταπτυχιακές σπουδές τους στα Οικονομικά και μετράει ήδη λίγους μήνες. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στη νεαρή κοπέλα να επισκεφτεί τον Βόλο και το Πήλιο και να εκφραστεί με τα καλύτερα λόγια για όσα αντίκρισε στην περιοχή μας.

Η Phatra Sedtanaranon, όπως είναι το πλήρες όνομα της Ταϊλανδής φοιτήτριας (Bring είναι το δυτικό ψευδώνυμο που «υιοθέτησε», αφού την εποχή που γεννήθηκε, η συγκεκριμένη πρακτική θεωρούνταν μόδα στην πατρίδα της), τον τελευταίο χρόνο βρίσκεται στο πανεπιστήμιο του Λουντ στη νότια Σουηδία, όπου κάνει το μεταπτυχιακό της με αντικείμενο την οικονομική ανάπτυξη και δημογραφία. Προτού βρεθεί στην Ευρώπη αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Tάμασατ στη Μπανγκόγκ, αλλά στο ενδιάμεσο είχε κι άλλες εμπειρίες από τη ζωή στη Σκανδιναβία. Στα 17 χρόνια της, όταν πήγαινε ακόμη λύκειο, βρέθηκε για ένα χρόνο στη Νορβηγία στο πλαίσιο ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών και φιλοξενήθηκε στην πόλη Φίνσνες. Στη συνέχεια όσο σπούδαζε στη Μπανγκόγκ, έζησε για ένα 6μηνο στη Σουηδία με το «Erasmus» στο πανεπιστήμιο του Λουντ, όπου επέστρεψε για να πάρει το μάστερ της στις οικονομικές επιστήμες.

Πριν περάσει για πρώτη φορά τα σύνορα της Ταϊλάνδης, άντλησε πολλές πληροφορίες για τη χώρα μας μέσα από τις σπουδές της, μην κρύβοντας τον θαυμασμό της για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. «Έμαθα για την ελληνική φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Ταϊλάνδης. Τότε άκουσα πρώτη φορά για τον
Σωκράτη, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα. Μου έκανε εντύπωση ότι πριν από χιλιάδες χρόνια υπήρξε ένας λαός που ασχολήθηκε τόσο έντονα με τις φιλοσοφικές αναζητήσεις. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν την άνεση να αφιερώσουν χρόνο σε πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής και να θέσουν υπαρξιακά ερωτήματα, έχοντας ισορροπία σε ό,τι κι εάν έπρατταν. Στην Ταϊλάνδη δεν εστιάζουμε τόσο στη φιλοσοφία κι όταν έμαθα γι’ αυτή τη σκέψη, ήθελα να μάθω περισσότερα», τόνισε χαρακτηριστικά, σε αντιδιαστολή με την κατάσταση στη σύγχρονη Ελλάδα: «Με την οικονομική κρίση έχω προβληματιστεί. Από τη μία έχουμε μία τόσο σπουδαία κληρονομιά που παραπέμπει στη «χρυσή» εποχή της Ελλάδας, ενώ τώρα υπάρχουν απίστευτα προβλήματα. Άλλες χώρες της Ευρώπης εκείνη την περίοδο δεν είχαν αναπτύξει καν πολιτισμό. Από τους φιλοσόφους και μόνο, μπορείς να πάρεις στίγματα της σκέψης τους και να τα εφαρμόσεις στον τρόπο που ζεις το παρόν. Η Ελλάδα είναι το μέρος που γεννήθηκε η δημοκρατία. Η χώρα μου πάλι είναι κάπως πίσω σ’ αυτόν τον τομέα. Και μόνο όταν έχεις δημοκρατία, αναπτύσσεσαι ως κοινωνία».

Έχοντας ήδη δυόμισι χρόνια στην Ευρώπη, μίλησε για την άποψη που επικρατεί στην ήπειρό μας για την Ταϊλάνδη: «Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι γνωρίζουν την πολεμική τέχνη του μάι-τάι, τις όμορφες παραλίες, αλλά και τον σεξοτουρισμό. Ή ότι … παραγγέλλονται νύφες από την Ταϊλάνδη. Υπάρχουν τόσες ιστοσελίδες που εξυπηρετούν τους Δυτικούς. Οι τουρίστες όταν έρχονται στη χώρα μου, είναι τα πρώτα πράγματα που βλέπουν. Τα ΜΜΕ στο εξωτερικό μιλάνε συχνά γι’ αυτές τις εικόνες. Όχι όμως και τα μέσα της Ταϊλάνδης κι έτσι πολλοί συμπατριώτες μου αγνοούν την πραγματική κατάσταση. Οι Ευρωπαίοι δεν βλέπουν όλη την κοινωνία μας. Στην αρχή είχα θυμώσει με όσα μάθαινα, αλλά μετά κατάλαβα ότι σε αυτά εκτίθενται».
Η Bring δεν έκρυψε την ικανοποίησή της για την επίσκεψή της στον Βόλο, αν και δεν ήταν η πρώτη γνωριμία που είχε με την Ελλάδα: «Την πρώτη φορά που βρέθηκα στη Σουηδία με το «Erasmus» είχα έρθει για διακοπές στα νησιά της Μυκόνου και της Σαντορίνης, αλλά και την Αθήνα. Το φετινό καλοκαίρι όλα ήταν πολύ διαφορετικά από την πρώτη επίσκεψή μου στην Ελλάδα. Τώρα με τον Δημήτρη πήγαμε σε πολλά μέρη. Είναι ιδιαίτερο το τοπίο. Με το βουνό και τις ακρογιαλιές, τρομερός συνδυασμός. Τις παραλίες με τα βότσαλα και τις πέτρες, δεν τις συναντάς στην Ταϊλάνδη. Στο Πήλιο υπάρχουν τόσες αμμουδιές με πανέμορφα νερά και δεν χρειάζεται να σκεφτείς πού θα πας. Αντίθετα στο Λουντ έχουμε μόνο τη Λόμμα. Μία παραλία γνωστή στην περιοχή, αλλά σίγουρα υστερεί από τις δικές σας».

Φυσικά η γνωριμία της Bring με τον Βόλο και το Πήλιο είχε έντονα… αρώματα από την τοπική κουζίνα: «Κάθε μέρα έβλεπα κάτι καινούριο. Είμαι χαρούμενη που δοκίμασα τσίπουρο. Στα τσιπουράδικα είναι συναρπαστικό να μη γνωρίζεις κάθε φορά ποιος μεζές θα συνοδέψει το ποτό σου. Κάθε παραγγελία είναι και μία έκπληξη. Έμεινα ενθουσιασμένη από το σπεντζοφάι, αλλά και άλλα πιάτα, όπως ήταν το κοκκινιστό μοσχάρι, ψάρια και παστίτσιο. Και φυσικά η χωριάτικη σαλάτα. Την αυθεντική, γιατί στο εξωτερικό φτιάχνουν διαφορετικά την ελληνική σαλάτα. Έχει περισσότερο νόημα στο κάθε μέρος που βρίσκεσαι, να δοκιμάζεις την τοπική κουζίνα. Τα προϊόντα είναι φρέσκα και μαγειρεύονται από ανθρώπους που γνωρίζουν τις αυθεντικές συνταγές».

Η αναφορά της 25χρονης Ταϊλανδής στην εγχώρια κουζίνα, στάθηκε αφορμή για να σχολιάσει ορισμένες εκκεντρικές γαστριμαργικές προτιμήσεις στην πατρίδα της, όπως είναι τα πιάτα με έντομα. «Είναι μια τουριστική ατραξιόν και τίποτα περισσότερο. Οι ντόπιοι δεν πάνε σ’ ένα εστιατόριο για να παραγγείλουν ένα τέτοιο πιάτο, ενώ οι τουρίστες θα βγάλουν φωτογραφίες με κάτι πιο εξεζητημένο. Ένας Ταϊλανδός δύσκολα θα δοκιμάσει», είπε, ενώ στη συνέχεια αποκάλυψε ποιος αναλαμβάνει το… μαγείρεμα στη Σουηδία: «Στο Λουντ και οι δύο ασχολούμαστε με την προετοιμασία του φαγητού. Προτιμούμε κυρίως ασιατικά πιάτα. Από Ταϊλάνδη, Βιετνάμ, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, μέχρι Ινδία. Το αγαπημένο πιάτο που ετοιμάζω είναι κοτόπουλο με φιστίκια κάσιους».

Η νεαρή κοπέλα στάθηκε επίσης στα κοινά στοιχεία που διακρίνει ανάμεσα στους δύο λαούς, στα πλεονεκτήματα, αλλά και τα μειονεκτήματα των Ελλήνων: «Οι Έλληνες είναι φιλικοί από την αρχή. Σε προσεγγίζουν εύκολα και θα σε εντάξουν στην παρέα τους αμέσως. Το αρνητικό είναι πως στην Ελλάδα διέκρινα πολύ κόσμο να είναι οξύθυμος. Φωνάζουν δυνατά όταν είναι χαρούμενοι και θυμωμένοι. Στην Ταϊλάνδη δεν εκφράζουμε τα συναισθήματά μας άμεσα. Γενικότερα στην ασιατική κουλτούρα οι άνθρωποι είναι πιο συγκρατημένοι. Ακόμη και να είσαι εκνευρισμένος με κάποιον, δεν θα του φωνάξεις κατάμουτρα. Συγκρίνοντας τις δύο χώρες μπορούμε να δούμε καλούς και γενναιόδωρους ανθρώπους, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν ένα ξένο. Υπάρχει σύνδεση με τους Έλληνες σ’ αυτό το κομμάτι. Είναι εξωστρεφείς οι δύο λαοί και διατηρούν ισχυρό το αίσθημα της κοινότητας».

του Χριστόφορου Σεμέργελη

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το