Θ Plus

Ένα ταξίδι στις Πύλες του Άδη – Απ’ την Κορωνησία στην Αχερουσία

του Κυριάκου Παπαγεωργίου

«Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», δε λέει ο λαός όταν διακινδυνεύει ένα αγαθό; Στην προκειμένη περίπτωση το αγαθό της ζωής ήταν και είναι σε κίνδυνο…
Ωε γκρεμός λοιπόν απλώθηκε μπροστά μου, ο κορωνοϊός. Πίσω μου είχα το ρέμα. Προτίμησα το ρέμα. Και ταξίδεψα στην Κορωνησία…
*
Tην περασμένη Παρασκευή λοιπόν, πριν ακόμη απλώσει τ’ απειλητικά του πέπλα ο ζόφος και μας εγκλωβίσει στον «Πύργο» του ο Κάφκα και ο Δάντης στην «Κόλασή» του, ξεθάρεψα – σωστό ή λάθος; – κι έκαμα ετούτο το συμβολικό ταξίδι. Πήγα στην Κορωνησία…
Όχι, δεν είναι λογοπαίγνιο αυτό με τον κoρωνοϊό και την Κορωνησία. Ήταν σύμπτωμα λέξεων και γεγονότων…
Πήρα τον δρόμο για Μετέωρα κι από κει μέσω του Κορυδαλλού έπιασα την Εγνατία, για να βγω στον άξονα Άρτας – Πρέβεζας. Διανύοντας αυτή την απόσταση έκαμα δυο στάσεις, μια στη λίμνη Τέροβου και μια στο ρωμαϊκό υδραγωγείο της Νικόπολης.
Νωρίς το βράδυ ήμουν στην Κορωνησία.
Ποια είναι η Κορωνησία; Ένα αέρινο νησί, που δεν είναι νησί, στην καρδιά του Αμβρακικού…
Διανυκτέρευσα στον ξενώνα της φαμίλιας Πατέντα, αλλά το πρωί οι άνθρωποι μου διεμήνυσαν πως τους ήρθε μήνυμα να κλείσουν, λόγω του κορωνοϊού, την επιχείρησή τους.
Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση της σχετικής υπουργικής απόφασης για το κλείσιμο δημόσιων υπηρεσιών και ακολούθησε η αναστολή της λειτουργίας των κέντρων εστίασης και διασκέδασης ανά τη χώρα.
Τώρα πώς βρέθηκα στην Κορωνησία, είναι ένα άλλο θέμα, που δεν χρειάζεται ανάλυση…
Αλλά ας δούμε πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα εκείνη τη μέρα:
Χαιρετώντας τους Κορωνησιώτες, έκαμα τη σκέψη, φεύγοντας, να μην ακολουθήσω τον κανονικό δρόμο (μέσω Άρτας), αλλά να διαγράψω ένα τόξο, περνώντας από τη Βίγλα, τη Στρογγυλή και τη λιμνοθάλασσα της Ροδιάς. Ένα τόξο του Αμβρακικού όχι γνωστό, αλλά πολύ αγαπημένο, μήπως και πετύχω καμιάν αρμάδα φλαμίνγκος που σουλατσάρουν, τέτοιον καιρό, στη λιμνοθάλασσα.
Έτσι έκαμα κι αμέσως μετά κατευθύνθηκα στο κάστρο των Ρωγών, με προοπτική να διασταυρώσω τη σχέση (και τη διαφορά) που έχει το μεσαιωνικό Παλαιόκαστρο των Ρωγών με την αρχαία πόλη του Βουχετίου, που ήταν κτισμένη πριν απ’ αυτό μέσα στον περίβολο του νεότερου κάστρου.
Φως φανερό ποιος έκαμε από τους δυο αυτή την απαράδεκτη μίξη. Ο αρχαίος οικιστής ή ο νεότερος, βυζαντινός δεσπότης της Ηπείρου;
Μα ήταν δυνατό ο αρχαίος να γνωρίζει τα βυζαντινά τερτίπια, ώστε να έχει καταπατήσει τον «Ιερό Χώρο» τους;
Ξεμπερδεύοντας εν πάση περιπτώσει με τα μυστήρια των Ρωγών και του Βουχετίου, που μου δημιούργησαν ανάκατες διαθέσεις, κινήθηκα προς Πρέβεζα, στρίβοντας στο χωριό Λούρο για Κασσώπη και Ζάλογγο.
Συνάμα άκουγα στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις για τη σαρωτική εξάπλωση του ιού, που κυκλοφορεί παγκοσμίως και μπορεί, από στιγμή σε στιγμή, ν’ αγγίξει κι εμάς, τους ανίατους κυκλοφορητές της επαρχίας…
Από τον Λούρο ανηφόρισα για το βουνό του Ζαλόγγου. Περιηγήθηκα πρώτα το εκπληκτικό υψίπεδο της Κασσώπης με το ασύγκριτο Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα που διαθέτει κι έπειτα ανηφόρισα τα 409 πέτρινα σκαλοπάτια για την κορυφή του Ζαλόγγου, από όπου βρήκανε διέξοδο εκείνες οι δυστυχισμένες Σουλιώτισσες, κυνηγημένες από τα στίφη του Αλή Πασά…
Τους είχε βάλει στο μάτι ο… «ιός» του Αλή Πασά, για να τους εξολοθρέψει…
Καθώς βρισκόμουν στην κορφή του Ζαλόγγου κι είπα να κοιτάξω στον γκρεμό, χτύπησε το κινητό. Ήταν από την εφημερίδα που ρωτούσαν να μάθουν πού βρίσκομαι.
Τους είπα «στον γκρεμό του Ζαλόγγου» κι οι άνθρωποι φρίκαραν…
*

Η κορυφή του Ζαλόγγου και το μνημείο του Ζογγολόπουλου

Από την Κασσώπη και το μνημείο του Ζογγολόπουλου κατηφόρισα για να πάρω τον δρόμο για την εύφορη πεδιάδα της Αχερουσίας.
Πρώτος και αναγκαίος – λόγω των ημερών – ο σταθμός μου στο περίφημο Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Το Νεκρομαντείο όμως απ’ το οποίο περίμενα να πάρω «πληροφορίες» και συμβουλές, σχετικά με την «εξάπλωση του κορωνοϊού», ήταν κλειστό εξαιτίας «του», αλλά ο φύλακας, πίσω από τα κάγκελα, μου πρότεινε να περπατήσω ώς τον λόφο της Εφύρας. «Στην Εφύρα», μου είπε, «θα δείτε περισσότερα από αυτά που ζητάτε»…
Στην Εφύρα, μια αρχαία πόλη, εξακόσια μέτρα μακριά από το Νεκρομαντείο, αναλώθηκα σε μια ριψοκίνδυνη βραχοβασία εξαιτίας του αιχμηρού λιθανάγλυφου της αρχαίας ακρόπολης.
Πρέπει εδώ να τονίσω πως το Νεκρομαντείο και η αρχαία Εφύρα βρίσκονται στο κέντρο της Αχερουσίας, με τον Αχέροντα ποταμό να κυλάει σχεδόν από κάτω.
Φεύγοντας από την Εφύρα κατευθύνθηκα προς το Καναλάκι, προκειμένου να επισκεφτώ την αρχαία πόλη της Πανδοσίας, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Καστρί.
Ξέρετε τι συμβαίνει σε αυτή τη χώρα! Oι εκπλήξεις είναι πραγματικά γλυκοξινόπικρες. Εκεί που βλαστημάς για τον «πολιτισμό» και την κατάντια του νεοέλληνα και ψάχνεις να βρεις την άκρη για τον προορισμό σου, μέσα από απίθανες κατασκευές κι αυθαιρεσίες, εκεί, ξαφνικά κι αναπάντεχα, ανατέλλει το άστρο της μια αποκάλυψη, που ζει σκεπασμένη κάτω από τα χορτάρια του νεοελληνικού ωχαδερφισμού. Μια πολιτεία δηλαδή που δεν την περιμένεις…
Ήταν η αρχαία πόλη της Πανδοσίας, στην κορυφή του λόφου, πάνω από το τυπικό ηπειρώτικο χωριουδάκι με την ονομασία Καστρί.
Είχε δεν είχε φτάσει η πληροφορία για τις απαγορεύσεις λόγω του κυκλοφορούντος ιού, στο χωριό, δεν το ήξερα, καθώς είδα πολλά άτομα μαζεμένα στο κεντρικό καφενείο να πίνουν τον απογεματινό καφέ τους, ανταλλάζοντας πληροφορίες για τα βακτήρια που χτυπήσανε προσφάτως τα σπαρτά τους…
Εκείνη ακριβώς την ώρα κουδούνισε πάλι το κινητό. Ήταν ξανά από την εφημερίδα, καθώς ζητούσαν, οι άνθρωποι, να μάθουν πού τέλος πάντων βρίσκομαι και αν κινδυνεύω από τις επαφές μου με τον κόσμο, σε αυτή τη μυστήρια γωνιά της γης.
Τώρα τι να τους πω; Ότι κινδύνευα περισσότερο από φίδια – ναι, φίδια μες στον Μάρτη – κι από στραβοπατήματα στα βράχια, δε θα με πιστεύανε.
«Γιατί, ρε παιδιά», τους είπα, «έφτασε ο ιός στον Αχέροντα και δεν το κατάλαβα;».

Ο αρχαιολογικός χώρος της Κασσώπης

Ίσως δεν άκουσαν ή δεν κατάλαβαν τη λέξη Αχέροντα κι έκλεισαν το τηλέφωνο. Εγώ συνέχισα την περιπλάνησή μου στον απέραντο χώρο της Πανδοσίας κι έπειτα αναχώρησα για τη Γλυκή και τις Πηγές του Αχέροντα, μια και βρισκόταν πολύ κοντά, τόσο στην Εφύρα και το Νεκρομαντείο, όσο και στην Πανδοσία, για να κλείσω ευχάριστα τη μέρα μου, με μια – τελευταία (πόσο «τελευταία»;) – επίσκεψη στον παραδείσιο και μαγευτικό κόσμο της Αχερουσίας.
Κι ύστερα να επιστρέψω στον Βόλο…
Ήταν κρίμα ν’ αφήσω ανεπίσκεπτη μια τέτοια ποτάμια τοποθεσία που είναι ειδυλλιακή κι από τις αγαπημένες, καθώς από εκεί ανεβαίνει κανείς – ορειβατώντας – τόσο στα χωριά του Σουλίου, όσο και …«στον άλλο κόσμο», με τη βοήθεια του Ερμή…
«Πούσαι, ωρέ Λουκιανέ, από καμιά μεριά να μας ακούς και να μας βλέπεις…», συλλογιζόμουνα…
Πράγματι ύστερα από λίγη ώρα έφτανα στις Πύλες του Άδη, έτοιμος να «παρουσιαστώ» στην πανέμορφη Πύλη του Αχέροντα, από όπου θα ξεκινούσε το «δρομολόγιο» της «εξόδου», με τον βαρκάρη του Άδη να ζητάει από πάνω και τον οβολό μας…
Βέβαια τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Αλλά ήταν έτσι όπως τα φανταζόμουνα ετούτη δω την ώρα, μια ώρα «ανάποδη» που μας βρήκε όλους καχύποπτους κι αδύναμους…
Ένας παράδεισος ειν’ ο Αχέροντας, φτιαγμένος από υλικά του επάνω και όχι του Κάτω Κόσμου.
Βυθίστηκα στο στενό της χαράδρας που ήταν και τα Στενά του Άδη και πραγματοποίησα τη φυσική διαδρομή προς τις Πηγές του Αχέροντα. Μαζί μου προχωρούσαν και πολλοί άλλοι περιπατητές, που αγνοούσαν προφανώς τις οδηγίες να μη συνωστίζονται σε «κλειστούς» χώρους…
Πόσο «κλειστοί», όμως, ήταν οι χώροι της Αχερουσίας;
*

Ο Αχέροντας στις Πύλες του Άδη

Φτάνοντας κοντά στις Πηγές και αφού είχα εξαντλήσει όλα τα περιθώρια της «αυθεντικής» ζωής, βρέθηκα ενώπιος Ενωπίω…
«Ενωπίω»; Σε «Ποιον» έπρεπε να παρουσιαστώ;
Απέναντί μου παρατάχτηκε κάποιος που έμοιαζε του Ερμή που παρελάμβανε τους ημιθανείς πεζοπόρους για να τους οδηγήσει στον οριστικό και ανεπίστροφο «κόσμο».
Ζητούσε δε ζητούσε οβολό ή λύτρα γι’ αυτή τη «μεταφορά» με τη βάρκα του, δεν το πρόσεξα. Ούτε με αφορούσε. Και τούτο διότι με ξύπνησε ξανά από τον λήθαργο το κινητό, που χτυπούσε σπασμωδικά, μέσα σε κείνη τη νεκρική ατμόσφαιρα του μεταβατικού τοπίου…
Ήταν πάλι από την εφημερίδα που θέλανε να με πληροφορήσουν για τα νεότερα με τον κορωνοϊό που εξαπλώθηκε επικίνδυνα και ότι θα πρέπει να προσέχω, γιατί έμαθαν πως στην Ήπειρο καταγράφτηκε ένα κρούσμα.
Ταυτόχρονα ζήτησαν να πληροφορηθούν σε ποιο ακριβώς σημείο της Αχερουσίας βρισκόμουνα και αν είμαι ασφαλής σ’ εκείνο το μέρος.
«Βρίσκομαι στον Αχέροντα», τους είπα.
«Μα πού κοντά είναι ο Αχέροντας;», με ρώτησαν εναγώνια.
«Πολύ κοντά στον Άλλο Κόσμο», τους απάντησα κι έκλεισα το τηλέφωνο…
Ταυτόχρονα πήρε το μάτι μου έναν χοντρό, καλοθρεμμένο βαρκάρη, δίχως φτερά στα πόδια, να σέρνει την ακάρινη πλάβα του, μέσα στο ακύμαντο νερό του Αχέροντα, με κατεύθυνση τις σκοτεινές Πύλες του Άδη…
Είχε δεν είχε «πελάτες» στη βάρκα του, θα σας γελάσω…

14-3-2020

Σημείωση: Ο «Πύργος» του Κάφκα, το «1984» του Όργουελ και η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, αξίζει να ξαναδιαβαστούν, τις μέρες που περνάμε. Είναι προφητικά.
Όπως και οι «Βάτραχοι», βεβαίως, του Αριστοφάνη… Μαζί με τους «Νεκρικούς Διαλόγους» του Λουκιανού.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το