Τοπικά

Εκατό χρόνια σαν μυθιστόρημα – Ο Δημήτρης Κουτσομύτης από τη Σκόπελο έκλεισε έναν αιώνα ζωής

Έναν αιώνα ζωής έκλεισε στις 13 Απριλίου ο Δημήτρης Κουτσομύτης από τη Σκόπελο. Ο αιωνόβιος, πλέον, νησιώτης, γιόρτασε τα 100ά γενέθλιά του, μην κρύβοντας τη χαρά του, καθώς βρέθηκε ανάμεσα σε αγαπημένα του πρόσωπα. Λόγω της περίστασης έσβησε τα κεριά σε… τρεις τούρτες, έχοντας πλάι και την κόρη του που ταξίδεψε από την Αυστραλία για να του ευχηθεί διά ζώσης.

Γεννημένος την άνοιξη του 1919, ακριβώς πέντε μήνες μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο κ. Δημήτρης, ο οποίος έχει να διηγηθεί μία ζωή σαν… μυθιστόρημα, δεν σταματά να χαμογελά και σκορπά ελπίδα και χαρά στους οικείους του. Εδώ και λίγες ημέρες διανύει αισίως το 101ο έτος και εύλογα το πρώτο πράγμα που σπεύδουν να ρωτήσουν όλοι τον θαλερό γέροντα, είναι να… αποκαλύψει το μυστικό της μακροζωίας: «Πολλοί με ρωτάνε τι μου δίνει δύναμη. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι οι περισσότεροι στην οικογένειά μου έζησαν αρκετά. Η μάνα μου έφυγε 93 χρόνων, ενώ η αδερφή μου, που ήταν το 1916 έφτασε 92 ετών… Είναι θέμα DNA. Παίζει ρόλο και η διατροφή, γι’ αυτό προσέχω τι τρώω».
Όταν ήταν έξι μηνών, ο πατέρας του μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου βρισκόταν ήδη ο αδερφός του. «Πίστευε πως εκεί θα πήγαινε και θα… θέριζε δολάρια», σχολίασε με νόημα. Ο κ. Δημήτρης έμεινε στη Σκόπελο μέχρι τα 16 χρόνια του, έχοντας τελειώσει το διτάξιο ημιγυμνάσιο. Έφηβος ήρθε στον Βόλο και δούλεψε ως σερβιτόρος στην παραλία. «Στο «Πανελλήνιον», το καφεζυθεστιατόριο, που ήταν κοντά στην Τράπεζα της Ελλάδας, είχα πιάσει δουλειά. Έπλενα ποτήρια στην κουζίνα», σημείωσε, καθώς ανέσυρε μνήμες από τον Βόλο του Μεσοπολέμου.

Έπειτα κατέβηκε στον Πειραιά και αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον πατέρα του στην Αμερική, εγγράφηκε στη νυκτερινή Σχολή Μηχανικών «Αρχιμήδης». Παράλληλα δούλεψε στο Κρατικό Εργοστάσιο Αεροσκαφών, που είχε έδρα το Π. Φάληρο. «Ήταν πεντατάξια η σχολή και το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου με βρήκε στο τέταρτο έτος», είπε. Στην Κατοχή το ΚΕΑ χρησιμοποιήθηκε από τη Luftwaffe για τεχνική υποστήριξη της γερμανικής αεροπορίας. «Αρνήθηκα κατηγορηματικά να δουλέψω για λογαριασμό των κατακτητών. Πρόλαβα το τελευταίο τρένο για Χαλκίδα. Από εκεί με χίλια βάσανα επέστρεψα με καΐκι στη Σκόπελο, όπου βγάζαμε ελαιόλαδο και το ανταλλάσσαμε με σιτηρά που έφερναν μαυραγορίτες. Έτσι ζούσαμε».

Ξεχωριστά τα πρόσφατα γενέθλια του αιωνόβιου Σκοπελίτη (Πηγή: Εφημερίδα «Βόρειες Σποράδες»)

Όταν συστάθηκε το ΕΑΜ, ανέβηκε στο βουνό. Έγινε αντάρτης και πολέμησε αρχικά στο Πήλιο και μετά στα Άγραφα της Ευρυτανίας, πλάι στον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, Άρη Βελουχιώτη. «Ακόμη θυμάμαι τον Άρη. Ήμουν στην περιοχή του, μαζί με τους πεζικαραίους», εξομολογήθηκε συγκινημένος. Στα χρόνια του Εμφυλίου συνελήφθη στον Βόλο και εκτοπίστηκε στη Μακρόνησο. «Μας έλεγαν πως μας έστελναν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», πρόσθεσε με νόημα για τα δεινά που υπέστη.
Όταν επέστρεψε από την εξορία, πάσχισε να βρει κανονικούς ρυθμούς στη ζωή του. Στράφηκε στη θάλασσα. Έγινε ναυτικός και μπάρκαρε σε φορτηγό πλοίο. «Το 1949 πήρα το δίπλωμα του δόκιμου μηχανικού. Το πρώτο μπάρκο ήταν το 1950, την εποχή που ξέσπασε ο πόλεμος της Κορέας. Η πλοιοκτήτρια εταιρεία είχε συμβόλαιο με Ιάπωνες και πηγαίναμε εμπορεύματα εκεί από την Αμερική. Καπετάνιος ήταν ένας Σκιαθίτης, Νίκος Δαμάσκος λεγόταν. Ήρθα σε τριβή μαζί του, γιατί δεν με άφηνε να φύγω από το καράβι, ενώ είχα συμπληρώσει τους 18 μήνες υπηρεσίας. Μετά από δύο χρόνια το πλοίο έδεσε στη Μελβούρνη. Με φυγάδευσαν από το βαπόρι κάποιοι φίλοι ναυτικοί και τελικά έμεινα στην Αυστραλία πάνω από 40 χρόνια.

Εκεί δούλεψα σε εργοστάσια, μέχρι που πήρα σύνταξη, ενώ περιστασιακά δούλευα σε αυστραλέζικα πλοία. Το 1959 παντρεύτηκα. Έκαμα οικογένεια. Πήρα μία Ελληνίδα από την Καλαμάτα και έχω έναν γιο και μία κόρη, οι οποίοι σήμερα ζούνε σε Αυστραλία και Αγγλία αντίστοιχα».
Το 1998 επαναπατρίστηκε στη Σκόπελο. «Βρήκα το νησί ολότελα αλλαγμένο σε σχέση με το πώς το είχα αφήσει νέος», σχολίασε. Όσο για το πώς κυλά η καθημερινότητά του; «Κάθε πρωί από τις δέκα μέχρι τις έντεκα, θα περάσω μία βόλτα από το ΚΑΠΗ ή το καφενείο, για να βρω παρέα και να ανταλλάξουμε καμιά κουβέντα», κατέληξε με χαμόγελο, αποδεικνύοντας πως ακόμη και στα 100 χρόνια του κρύβει μία νεανική ψυχή.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το