Πολιτισμός

Δημήτρης Σωτάκης στη «Θ»: «Υγιείς σχέσεις δεν ζουν σε κατασκευασμένο παραμύθι, σε μια επίφαση ευτυχίας…»

Είκοσι χρόνια μετά το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Δημήτρης Σωτάκης παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό το 11ο βιβλίο του με τον εξαιρετικά πρωτότυπο τίτλο «Ο Κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο», μέσα από τις σελίδες του οποίου ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με απανωτές ανατροπές, ενδιαφέρουσα πλοκή και καλοδουλεμένη μυθοπλασία.
Με αφορμή το βιβλίο συζητούμε με τον συγγραφέα για την αναζήτηση του έρωτα, τη ματαιότητα των βεβαιοτήτων, αλλά και για έννοιες, όπως «αδιανόητο» «υπερφυσικό» και «ψυχολογικό κανιβαλισμό» στις ανθρώπινες σχέσεις.

Συνέντευξη:
ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ

«Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο», ο εξαιρετικά πρωτότυπος τίτλος του νέου σας μυθιστορήματος. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;
Πρόκειται για την ιστορία ενός 40χρονου εύπορου άνδρα, του Ζέριν, κατοίκου μιας μικρής παραθαλάσσιας πόλης, ο οποίος σταδιακά ερωτεύεται μια οικογένεια από τη Ρουμανία, με αφορμή την ανεξήγητη αγάπη του για τη συγκεκριμένη χώρα. Από αυτή την αλλόκοτη αρχικά συνθήκη, ξεδιπλώνεται το κουβάρι του βιβλίου με κύριο άξονα τον έρωτα και τη λαχτάρα για ευτυχία. Μέσα από την πλοκή, εκφράζεται η αγωνία των ηρώων για μια ζωή που ποτέ δεν έζησαν, αλλά θα ήθελαν να ζήσουν και για τους ρόλους που όλοι έχουμε υιοθετήσει στις κοινωνικές μας σχέσεις. Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για τη ματαιότητα των βεβαιοτήτων, που ψευδώς σχηματοποιούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Αλήθεια, γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη εθνικότητα και όχι κάποια άλλη;
Δεν υπήρχε ξεκάθαρη πρόθεση για αυτή μου την απόφαση. Δεν ήθελα να επιλέξω μια χώρα πολύ μακρινή, δηλαδή όχι εκτός Ευρώπης, από την άλλη όμως δεν ήθελα και μια χώρα του γνωστού λεγόμενου Δυτικού κόσμου. Η Ρουμανία ήταν μια καλή λύση, διέθετε τις σωστές ισορροπίες στο μυαλό μου. Για κάποιον ασαφή λόγο, μου φάνηκε κάποιος πιο βατό, να φάει κανείς έναν Ρουμάνο, παρά -για παράδειγμα- έναν Βέλγο. Δεν έχω ιδέα γιατί.

Πόσο σημαντικό είναι να διαφυλάττουμε τα πρόσωπα που αγαπάμε και μέχρι ποίου σημείου;
Δεν ξέρω πώς μπορεί κανείς να διαφυλάττει ένα πρόσωπο, ίσως ο μόνος τρόπος είναι στ’ αλήθεια η αγάπη. Τις περισσότερες φορές η σχέση μας με τα αγαπημένα μας πρόσωπα είναι ένας συνδυασμός χειροπιαστών και μεταφυσικών παραγόντων, σχεδόν ανεξήγητων, ένας λαβύρινθος, στον οποίον είμαστε συνεχώς εγκλωβισμένοι. Δε μου αρέσει πολύ η ιδέα του να πρέπει να προστατεύουμε τις σχέσεις μας, αυτό κρύβει μια ψυχολογική, ψυχαναγκαστική, κατά κάποιο τρόπο, πίεση, προτιμώ μια φυσική ροή των σχέσεων, η οποία να συμβαίνει με μια δική της ταχύτητά, μοναδική και αυθύπαρκτη.

«Θυματοποίηση και αφέλεια» ή «εθελοτυφλισμός και βόλεμα» διακατέχουν τον ήρωά σας, τον Ρουμάνο σύζυγο;
Είναι σωστή η παρατήρησή σας περί αφέλειας, αφού πολλοί από τους ήρωές μου και στα προηγούμενα βιβλία διακατέχονται από το στοιχείο της αφέλειας. Ωστόσο, αυτή τη φορά ο Ρουμάνος σύζυγος δέχεται τα πυρά μιας πολύ έντονης κατάστασης, η οποία υποσυνείδητα τον εξαναγκάζει να στρέψει το βλέμμα του προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ακόμη και όταν σε κάποιο σημείο εθελοτυφλεί, αυτό το γεγονός είναι μια λογική συνέπεια, αν δεχθούμε ότι όσο εξωφρενικά κι αν είναι αυτά που συμβαίνουν στο βιβλίο, τον οδηγούν μαθηματικά σε αυτές τις αποφάσεις. Θα έλεγα ότι πέφτει και θύμα της ευφυΐας του «ανταγωνιστή» του, αυτή την εντύπωση έχω.

Ξεκινώντας την ανάγνωση του βιβλίου ο αναγνώστης βρίσκεται απέναντι σε εξελίξεις σχετικά γνώριμες και αυτονόητες, που στην πορεία γίνονται ανατρεπτικές και αδιανόητες. Μήπως εντέλει τίποτε δεν πρέπει να θεωρούμε αδιανόητο;
Σαφώς. Όσο κι αν ακουστεί ως κλισέ, η ζωή είναι αδιανόητη. Κάτι που θεωρούσαμε αδιανόητο εχθές, αύριο μπορεί να είναι αυτονόητο και λογικό, η μαθηματική εξίσωση που οδηγεί στην πραγματικότητα είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκη. Συνεπώς οι εξελίξεις του βιβλίου, είναι εν δυνάμει πραγματικές.

Μόνο καθαρά υπαρξιακά μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιος την εξέλιξη μέχρι και τις πέντε τελευταίες σελίδες. Η ανατροπή της ανατροπής με επιτυχημένο τρόπο, που αφήνει άφωνο τον αναγνώστη. Αυτό θεωρώ ότι κάνει ξεχωριστό το βιβλίο σας, πέρα από τις σκέψεις που καλούμαστε να κάνουμε κατά τις διάρκεια της ανάγνωσης. Θέλετε να σχολιάσετε;
Ναι, σωστή αυτή η σκέψη σας περί ανατροπής της ανατροπής, θα καταλάβουν καλύτερα οι αναγνώστες, όταν διαβάσουν το βιβλίο. Θεωρώ ότι το εύρημα μιας ανατροπής στη Λογοτεχνία είναι πια ένα σχήμα προβλέψιμο, επομένως επέλεξα συνειδητά να τραβήξω μια «ευθεία γραμμή» και να περιγράψω μια ιστορία ευθύβολη και επιβλητική, χωρίς πολλές διακυμάνσεις, ωστόσο με έντονο το ψυχικό άλγος, αλλά και τον οργασμό, την έκρηξη μιας ευτυχίας που πλησιάζει. Οι ήρωες παρακολουθούν, παρατηρούν όσα τους συμβαίνουν με ψυχραιμία και σύνεση, χωρίς να διαλύονται ψυχολογικά από τα παράλογα γεγονότα. Ήταν μια συνειδητή μου απόφαση.

Ποιοι είναι οι δικοί σας αγαπημένοι εγχώριοι συγγραφείς;
Από τον Ροΐδη στον Βιζυηνό, από τον Καρυωτάκη στον Μάτεσι.

Έχετε δεχθεί επιρροές στη γραφή σας από συγγραφείς της «ξένης» λογοτεχνίας;
Σαφώς. Νομίζω ότι όλοι οι συγγραφείς της γενιάς μου είναι επηρεασμένοι από ξένους λογοτέχνες. Είναι μοιραίο αυτό στα χρόνια που διανύουμε, έχοντας πίσω μας μια τεράστια βιβλιοπαραγωγή και με τις προηγούμενες δεκαετίες φορτωμένες με παγκόσμια αριστουργήματα. Αυτό είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες μορφές της Τέχνης, όχι μόνο στη Λογοτεχνία, αλλά και στο Θέατρο, στη Μουσική, παντού. Και είναι απολύτως υγιές, αν ο δημιουργός ξέρει να εκμεταλλευτεί με έξυπνο τρόπο τις επιρροές του.

Συνταγογραφείται ο ψυχικός κανιβαλισμός;
Κι αν ακόμα μπορούσε να υπάρξει ολοκληρωτική θεραπεία, είμαι βέβαιος ότι ο ασθενής θα υποτροπίαζε. Η ανθρώπινη φύση είναι φτιαγμένη να κανιβαλίζει και να κανιβαλίζεται, συνεπώς, όσο κι αν πασχίζουμε, πάντα θα έχουμε την τάση να καταβροχθίζουμε κάποιον γύρω μας. Από την άλλη, η επιθυμία για ψυχικό κανιβαλισμό, όσο κι αν είναι βάρβαρη, είναι κάπως δικαιολογήσιμη, μιας και μια εσωτερική διαστροφή μάς ωθεί στην ανάγκη να κατακτούμε τους ανθρώπους με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να υπολογίζουμε τις συνέπειες.

Υπάρχουν υγιείς σχέσεις και ευτυχισμένες οικογένειες; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους;
Υπάρχουν. Οι υγιείς σχέσεις και αντίστοιχα οι ευτυχισμένες οικογένειες δεν είναι οι σχέσεις και οι οικογένειες που ζουν μέσα σε ένα κατασκευασμένο παραμύθι, σε μια επίφαση ευτυχίας. Είναι οι άνθρωποι που έχουν κατανοήσει τις αδυναμίες της ανθρώπινης λειτουργίας, που γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι το θαύμα της συνύπαρξης, της συντροφικότητας, κι όμως πεισματικά επιμένουν να μοιράζονται τις ζωές τους, με υπομονή και τρυφερότητα. Αυτή είναι η πραγματική ευτυχία, η πίστη στην αγάπη, ακόμα κι όταν έχουμε τη γνώση της δυσκολίας και της κόντρας με την ίδια μας την ύπαρξη.

Ο Δημήτρης Σωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Το βιβλίο του «Η πράσινη πόρτα» (2002) ήταν υποψήφιο για το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω». Το μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπος καλαμπόκι» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το 2007, καθώς και για το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», ενώ «Το θαύμα της αναπνοής» (2009), τιμήθηκε με το βραβείο The Athens Prize for Literature του περιοδικού «(δε)κατα» και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς και για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία. Βιβλία του κυκλοφορούν στα γαλλικά, σερβικά, τουρκικά, ολλανδικά, ιταλικά και κινεζικά.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το